ΤΟ ΚΑΪΡΟ ΟΠΩΣ ΤΟ ΕΖΗΣΑ ΚΑΠΟΤΕ, της Αναστασίας Κολλάρου

Σάββατο 2 Απριλίου 1988, ώρα δύο και μισή τα ξημερώματα.

Η πτήση 802, της EGYPT AIR, προσγειώνεται στο αεροδρόμιο του Καΐρου, ύστερα από καθυστέρηση δύο ωρών. Ο χειμώνας στην Ελλάδα φτάνει στο τέλος του. Για την Αίγυπτο όμως το θερμόμετρο δείχνει 35 βαθμούς. Το πυκνό νέφος αιθαλομίχλης, πάνω από την πόλη, την κάνει αόρατη, σαν να θέ λει να την προφυλάξει από καθετί ξένο προς αυτήν. Η βαριά μυρωδιά καπνού περνάει από τα ρουθούνια στα πνευμόνια μας και ένας ζεστός αέρας μας τυλίγει, καθώς κατεβαίνουμε τη σκάλα του αεροπλάνου. Με τα σακίδια στους ώμους και την ταλαιπωρία του ταξιδιού να καθρεφτίζεται στα πρόσωπά μας, γινόμαστε ξαφνικά θεατές ενός θεάτρου, που παίζεται μεταξύ των οδηγών ταξί, κάτι σαν παζάρι, θα λέγαμε, για το ποιος θα δώσει την πιο φθηνή τιμή, για τη διαδρομή μας, μέχρι το ξενοδοχείο Grand hotel, που είχαμε ήδη κρατήσει από την Αθήνα. Τα άσπρα σεντόνια έχουν πάρει ένα γκρίζο χρώμα από την απλυσιά και μυρίζουν ιδρώτα και αντηλιακά. Ευτυχώς έχουμε προβλέψει να πάρουμε μαζί τα sleeping bags.

Ο θόρυβος της πόλης μας ξυπνάει νωρίς το πρωί. Έξω από το παράθυρό μας, απλώνεται μπροστά στα μάτια μας το Κάιρο. Το δωμάτιό μας, ένα όροφο πιο ψηλά από τα κτήρια του δρόμου, βλέπει όλες τις γύρω ταράτσες. Ακριβώς απέναντι, ένα κτήριο χρόνια τώρα ασυντήρητο, σε ένα ξεθωριασμένο κίτρινο χρώμα, με ξύλινα καφετιά παντζούρια, προσελκύει τα βλέμματά μας, δείχνοντάς μας την αρχοντιά που είχε κάποτε. Σκαλίσματα στους τοίχους, στην άκρη της στέγης και γύρω από τα παράθυρα, και δύο επίσης σκαλιστές κολώνες να ανεβαίνουν στο πλάι της εισόδου. Στην ταράτσα του στέκουν δύο μισογκρεμισμένες παράγκες σε θαλασσί, ροζ και κίτρινες αποχρώσεις. Δύο γάτες, δύο σκυλιά, χαλάσματα, σκουπίδια, όλα είναι μια μάζα. Και ενώ νομίζει κανείς πως είναι εγκαταλειμμένα, κάπου κινούνται σαν αερικά δυο παιδικά κορμάκια και μια γυναίκα με τα μακριά της ρούχα και ένα μαντήλι στα μαλλιά δίνει τη δική της πινελιά με τα χρωματιστά ρούχα της μπουγάδας της. Λίγο πιο δεξιά, ένα επιβλητικό κτήριο, κάνει αισθητή την παρουσία του, καθώς αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου, με το μικρό του τρούλο στην κορυφή και το σκαλιστό του αέτωμα με μια επιγραφή στα αραβικά. Πιο πίσω βλέπεις και άλλες ταράτσες και άλλες μπουγάδες και άλλα χαλάσματα.

Κάτω φαίνεται ο δρόμος με τη μεγάλη κίνηση των αυτοκινήτων, που οι κόρνες τους δεν σταματούν να αντηχούν στ’ αυτιά μας. Σε λίγα λεπτά βρισκόμαστε κι’ εμείς εκεί κάτω ενσωματωμένοι στην πολύβουη πόλη των δεκαοκτώ εκατομμυρίων ανθρώπων και χιλίων περίπου μιναρέδων, όλα κάτω από την επίβλεψη πάνοπλων στρατιωτών. Είναι η ώρα που οι έμποροι προσπαθούν να πουλήσουν την πραμάτεια τους και οι φωνές τους ενώνονται με τη φωνή του μουεζίνη, που από τους μιναρέδες καλεί τους πιστούς σε προσευχή. Σκουριασμένα παλιά αυτοκίνητα βρίσκονται στους δρόμους, γεμάτα εμπορεύματα, στο πίσω μέρος τους και καρότσια με φρούτα, όμορφα στολισμένα, με τα ζωηρά τους χρώματα να ξεκουράζουν τα μάτια μας, από το μονότονα καφετί χρώμα της πόλης. Παντού συναντά κανείς μικρά μαγαζάκια με μπαχαρικά, που αφήνουν τη μυρωδιά τους στον αέρα. Ηλικιωμένοι μαγαζάτορες με τις μακριές τους κελεμπίες, καθισμένοι μπροστά από τα μαγαζιά τους, στις ξύλινες, συχνά σκαλιστές καρέκλες τους, ρουφούν ηδονικά το ναργιλέ τους περιμένοντας τους πελάτες. Ένας μικρούλης με όμορφο προσωπάκι μου χαρίζει ένα χαμόγελο για τη φωτογραφία μου, καθισμένος ανάμεσα σε καφάσια γεμάτα μάνγκο, μπανάνες, ανανάδες και καρπούζια. Δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε μια μικρή στάση στο εργαστήρι αρωμάτων, που έτυχε στο δρόμο μας. Γύρω – γύρω βιτρίνες με πανέμορφα μικρά γυάλινα μπουκαλάκια σε άπειρους συνδυασμούς χρωμάτων, με επιμέλεια στολισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, είναι έτοιμα να δεχτούν τα αρώματα.

Χαζεύουμε για λίγο, και ξαναβγαίνουμε στους κεντρικούς δρόμους. Μας ξαφνιάζει μια σακούλα σκουπίδια που προσγειώνεται στα πόδια μας. Κάποιος την πέταξε από ψηλά. Παντού βλέπουμε άνδρες που μεταφέρουν στην πλάτη κάθε λογής φορτίο, ενώ οι γυναίκες με τα ολοκάθαρα ρούχα τους, σε μπλε συνήθως χρωματισμούς, με τις λευκές και θαλασσιές μαντίλες και τα μελαψά όμορφα πρόσωπά τους, ρεμβάζουν στο Νείλο. Επιβλητικός. Το μεγαλύτερο ποτάμι. Πηγή ζωής για την Αίγυπτο από τηναρχαιότητα. Όταν πλημμύριζε, έκανε το έδαφος γόνιμο, για να παραχθούν τα προϊόντα που μεταφέρονταν με τα νερά του σε ολόκληρητην Αίγυπτο. Οι πάπυροι, που φύτρωναν στις όχθες του, μετέφεραν στο χρόνο την ιστορία της χώρας. Περνάμε τώρα την τεράστια μαύρη, σφυρήλατη σιδερένια καγκελόπορτα του Αρχαιολογικού Μουσείου του Καΐρου. Στην πρώτη μεγάλη αίθουσα μας υποδέχονται τα θεόρατα αγάλματα των Φαραώ, άναρχα τοποθετημένα ανάμεσα σε μισάνοιχτα κιβώτια. Γίνεται ανακαίνιση της αίθουσας, όπως μας πληροφορούν. Προχωρούμε στην καρδιά του μουσείου. Όλα είναι εδώ. Θεοί, βασιλιάδες, τάφοι, γραπτά σε παπύρους και μουμιοποιημένα σώματα ευγενών, βασιλέων και ιερέων, που περιμένουν την ψυχή τους, να σεργιανίσει στον κάτω κόσμο και να επιστρέψει για να μπει και πάλι στη θέση της. Η ώρα κυλάει, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Πλησιάζει τέσσερις το απόγευμα και πρέπει να βιαστούμε, γιατί το μουσείο κλείνει. Η δίψα οδηγεί τα βήματά μας, για άλλη μια φορά, στα υπέροχα μαγαζιά με τους φρέσκους χυμούς, που τόσο συχνά συναντάμε στους δρόμους. Μια βόλτα στο Νείλο ήταν ότι καλύτερο για να ταξινομηθούν στο μυαλό μας όσα είδαμε.

Δεν θα μπορούσαμε να φύγουμε φυσικά από το Κάιρο χωρίς να επισκεφθούμε τα μεγάλα, παλιά τζαμιά. Είναι εντυπωσιακά, με τους ανοιχτούς τους χώρους, στρωμένους με πορτοκαλοκόκκινα χαλιά. Το φως της μέρας μπαίνει από τα πολύχρωμα βιτρώ των παραθύρων. Δύο τεράστια σιδερένια στεφάνια, το ένα μέσα στο άλλο, με δεκάδες αναμμένα κρεμαστά καντηλέρια, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα κατάνυξης για τους πιστούς, που προσεύχονται γονατιστοί.

Ο δρόμος μας βγάζει σ’ ένα μικρό παζάρι, καθόλου τουριστικό, γεμάτο πολύχρωμα υφάσματα, παλιά μικροέπιπλα, περιστέρια, κότες, σε ξύλινα μικρά φορητά κοτέτσια, και μπαχαρικά που ζυγίζονται, σ’ εκείνες τις μικρές μπακιρένιες ζυγαριές. Όλα μαζί δένουν με τους ήχους ανθρώπων και πουλιών που σφυρίζουν δυνατά στ’ αυτιά μας. Η ξεκούραση όμως έρχεται στη μεγάλη αγορά του Χαν ελ Χαλίλι την πασίγνωστη, χιλιοτραγουδισμένη αγορά του Καΐρου. Πίνουμε το ευωδιαστό μας τσάι, σε ένα πολύ όμορφο καφενείο με σκαλιστά έπιπλα, ξύλινες παλιές πόρτες και δύο μεγάλους οβάλ καθρέφτες με σκαλιστές κορνίζες στους εξωτερικούς του τοίχους. Τα τραπέζια του είναι χαμηλά και το επάνω τους μέρος αποτελείται από ένα μπακιρένιο δίσκο. Το τσάι μας σερβίρεται με φρέσκο δυόσμο, που μοσχοβολά. Οι ναργιλέδες μεταφέρονται από στόμα σε στόμα. Είναι η στιγμή που θα ήθελα να ξέρω αραβικά. Να καταλαβαίνω τι συζητούν οι άνθρωποι γύρω μου και να τους εκφράσω κι’ εγώ τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου.

Η μέρα μας τελειώνει με μια βραδινή βόλτα στους δρόμους και τις πλατείες της μεγάλης πόλης. Μας ξαφνιάζει η θέα των άστεγων που κοιμούνται καταγής στις αυλές των τζαμιών. Οι πυραμίδες είναι η έκπληξη της επόμενης μέρας. Όσο και να τις έχει δει κανείς σε φωτογραφίες και ντοκιμαντέρ, δεν μπορεί να φανταστεί αυτό που πραγματικά βλέπουμε. Είναι ένας απίστευτος όγκος πέτρας κάτω από την επίβλεψη της Σφίγγας. Οι καμήλες και οι καμηλιέρηδες, η άμμος και η πέτρα συνθέτουν το μυστήριο του χώρου. Φαντάστηκα για μια στιγμή τους εύρωστους νέους της αρχαίας Αιγύπτου, με τον ιδρώτα να κυλά στο πρόσωπό τους, να κουβαλούν, να σμιλεύουν και να χτίζουν τις τελευταίες κατοικίες του βασιλιά Χέοπα, του Χεφρίνου και του Μικερίνου. Νομίζαμε ότι ο εσωτερικός χώρος των πυραμίδων θα ήταν ενιαίος. Προς έκπληξή μας όμως, υπάρχουν μικρά δωμάτια, μη επισκέψιμα και ένας ανηφορικός διάδρομος, που μας οδηγεί στην κορυφή του σε μια άδεια σαρκοφάγο. Το τοπίο είναι μαγευτικό καθώς ο ήλιος μισοκρύβεται πίσω από την κορυφή της μεγάλης πυραμίδας του Χέοπα. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο μελαγχολήσαμε λίγο γιατί αυτή ήταν η προτελευταία μέρα του ταξιδιού.

Για τελευταία φορά μας ξυπνάει η φωνή του μουεζίνη, που ακούγεται καθαρή και δυνατή από το γειτονικό τζαμί. Σήμερα έχουμε ξεχυθεί στα παζάρια να αγοράσουμε σουβενίρ και να πιούμε ένα τελευταίο τσάι στο Χαν ελ Χαλίλι. Το σούρουπο αποχαιρετάμε το Νείλο, απολαμβάνοντας μια δροσερή λεμονάδα στις όχθες του, με τα φώτα της πόλης να καθρεφτίζονται στα νερά του και ένα ροζ τριαντάφυλλο στα χέρια, ευγενική προσφορά του σερβιτόρου. Αργά το βράδι, πάνω από το αεροδρόμιο, κρατάμε στη μνήμη μας την τελευταία εικόνα του φωτισμένου Καΐρου, καθώς χάνεται από τα μάτια μας πίσω από τα σύννεφα, όταν το αεροπλάνο παίρνει πια πορεία για την Αθήνα.

Ηλιούπολη, Δεκέμβρης 2014
Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0

ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

Gaia Community Μαθήματα Κεραμικής

Gaia Ceramics community
 
ceramics lessons
 
Gaia Ceramics community
 
Gaia Ceramics community