Και συ μένεις ακόμη στο πατρικό σου...
Κατ’ αρχή σου ζητώ συγγνώμη για τον τρεμάμενο γραφικό μου χαρακτήρα, αλλά καταλαβαίνεις ότι εδώ στο παγκάκι, μέσα στο κρύο, το γράψιμο είναι δύσκολο.
Σκοτείνιασε και το κρύο έγινε πιο τσουχτερό. Το σακάκι, έτσι κι αλλιώς δε μου κούμπωνε, μάλλον εκείνος που το πέταξε στον κάδο ήταν πιο αδύνατος από μένα, α λλά τώρα, έτσι όπως είναι παραγεμισμένο με εφημερίδες, πώς να κλείσει;
Πριν από ένα χρόνο θα γύρναγα στους κάδους και στις εκκλησίες για να βρω κανένα καλύτερο – και θα έβρισκα. Ήταν άλλοι καιροί τότε, χρυσές εποχές. Τα σκουπίδια ήταν κανονικός θησαυρός. Φαγητά, ρούχα, παπούτσια... Τώρα όμως... Τα σκουπίδια έχουν μόνο λογαριασμούς, κι αυτούς απλήρωτους. Όταν βλέπω όλα αυτά τα χαρτιά από τις τράπεζες, φοβάμαι ότι όσο πάει, ο ανταγωνισμός στα παγκάκια θα γίνεται σκληρότερος.
Δεν έχεις ιδέα πώς είναι να είσαι άστεγος. Πίστεψέ με δεν έχεις ιδέα...
Τα πόδια μου είναι σαν ξύλα μέσα στα παπούτσια και τα ρούχα κολλάνε πάνω μου σα γλίτσα, βρωμάω τόσο που ούτε ίδιος δεν αντέχω τη μυρωδιά μου. Τώρα πια δε μ’ αφήνουν ούτε καν να μπω στις καφετέριες όπως έμπαινα παλιά να ρίξω λίγο νερό πάνω μου. Το χειρότερο δεν είναι αυτό. Είναι που δε με νοιάζει πια. Κοιμάμαι μέσα σ’ ένα χαρτόκουτο σα σκύλος, και μετράω μία μία τις ώρες μέχρι να ξημερώσει. Μαρτυρικά. Αλλάζω τ’ αποφόρια σας με άλλα, πιο καθαρά, μπροστά σε όλους, δε ντρέπομαι. Σας μισώ όλους, όσοι έχετε σπίτι, κρεβάτι, ρούχα... Μαζεύω πράγματα μόνο από τα σκουπίδια και στις τσέπες μου δεν έχω παρά μόνο ξερά ψίχουλα και τρύπες. Μαζεύω, μαζεύω, μαζεύω... Μαζεύω ρούχα και παπούτσια, μαζεύω αποφάγια, οργή, βία... Μαζεύω κουβέρτες, μισοφαγωμένες τυρόπιτες, περιφρόνηση, χολή... Το μόνο που πέταξα όλους αυτούς τους μήνες είναι η αστυνομική μου ταυτότητα, βλέπεις αποφάσισα να μην ξαναπώ τ’ όνομά μου σε κανέναν.
Όμως, κανείς δε με ρωτάει πια πώς με λένε...
Μετά απ’ όλα αυτά , όπως καταλαβαίνεις εξαγριώνομαι όταν μαθαίνω πως κάποιοι παχουλοί γραβατωμένοι σαν και σένα, κάποιοι που μένουν ακόμη στο πατρικό τους, ρωτάνε εάν υπάρχει μητρώο αστέγων και Ευπαθών Κοινωνικών Ομάδων στο Δήμο . Γίνομαι έξαλλος όταν συνειδητοποιώ ότι κάποιοι, χρησιμοποιούν την ύπαρξή μου για να παίξουν – με μεγάλη αφέλεια είναι αλήθεια – παιχνίδια πάνω στην πλάτη μου. Αλλά μην ανησυχείς. Δεν τα λέω για σένα όλα αυτά...
Σε σένα θα διηγηθώ πώς περνάω μερικές από τις νύχτες μου, όταν το κρύο δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ :
Αρπάζω ένα μάτσο από τους απλήρωτους λογαριασμούς σου που βρίσκω στα σκουπίδια και παίρνω σβάρνα τους δρόμους, να βρω σε ποιόν ανήκουν. Κοιτάζω ένα ένα τα κουδούνια και συγκρίνω τα ονόματα. Όταν ταιριάξω το κουδούνι σου με το λογαριασμό παίρνω μεγάλη χαρά, και πατάω το πλήκτρο με μανία, να ταράξω τον ύπνο σου, να σε ξυπνήσω. Θέλω να νιώσεις την παγωνιά της νύχτας, να περπατήσεις ξυπόλητος στα πλακάκια μέσα στο κρύο σπίτι.
Χαίρομαι όταν ακούω τη φωνή σου να ρωτάει : « - Ποιός είναι;»
Παλιά δε μιλούσα, όμως τώρα απαντάω : « - Εσύ είμαι. Λίγους μήνες αργότερα. Λίγα χρόνια αργότερα...»
Και δε φεύγω. Κάθομαι εκεί να με δείς. Τότε είναι που καταπίνεις τη γλώσσα σου. Το πρωί βρίσκεις το λογαριασμό μαζί με τις πατημασιές μου πάνω στα μάρμαρα της σκάλας σου, στο κάτω κάτω σκαλί. Έτσι, για του λόγου το αληθές...»
Για την αντιγραφή
Hasta la vista, babies
31.1.2012
Roufiana