Πώς γίνεται κανείς "νονός" των "λαϊκιστών";

Λαϊκισμός. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 το ΠΑΣΟΚ θεωρείτο ο κατ’ εξοχήν εκφραστής του «λαϊκισμού». Έκτοτε, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πολλοί διανοούμενοι αλληλοκατηγορούνται για …λαϊκιστές και τα συναφή. Και εσχάτως κατηγορούνται ως "λαϊκιστές", οι εργαζόμενοι που κατεβαίνουν στους δρόμους και απεργού ν για να σώσουν ο,τιδήποτε αν σώζεται. Τι είναι όμως ο «λαϊκισμός»;

Σύμφωνα με τον Ε. Laclau, η επίκληση του «λαού» και των «λαϊκών παραδόσεων» αποτελεί αντανάκλαση της αντίθεσης ανάμεσα στον εν γένει «Λαό» και στο σύμπλεγμα – συγκρότημα εξουσίας. Ο «Λαός» θεωρείται υποκείμενο που αντιτίθεται προς το κυρίαρχο συγκρότημα εξουσίας. Αν το κομμάτι του συγκροτήματος εξουσίας επιδιώκει την ανασύνθεση – ανασυγκρότηση των εκμεταλλευτριών τάξεων εγκαλέσει «από τα πάνω» το υποκείμενο «Λαός» σε κινητοποίηση για το σκοπό αυτό, τότε έχουμε να κάνουμε με μια αντιδραστική ιδεολογία που έχει λάβει τη μορφή του φασισμού και του ολοκληρωτισμού. Αντίθετα, αν κομμάτια των εκμεταλλευομένων τάξεων συσπειρώσουν γύρω τους την πλειοψηφία του υποκειμένου «Λαός» με σκοπό την άνοδο στην εξουσία και την υιοθέτηση μέτρων ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων, τότε πρόκειται περί λαϊκισμού προοδευτικού-αριστερού τύπου. Έτσι ο ορισμός περιλαμβάνει τα πιο ποικιλόμορφα κινήματα, από τα ακροδεξιά αντιδραστικά κινήματα ως τις πλέον ακραίες αριστερίστικες μορφές λαϊκής πάλης και τα πιο διαφορετικά καθεστώτα από τις δεξιές στρατιωτικές δικτατορίες ως τις λαϊκές επαναστάσεις τύπου Σαντινίστας. Η μόνη κοινωνικού χαρακτήρα ανάλυση στην οποία προβαίνει είναι αυτή του διαχωρισμού του φορέα που εγκαλεί το «Λαό» ως υποκείμενο (εκμεταλλεύτριες ή εκμεταλλευόμενες μερίδες τάξεων) και επικεντρώνει τη συζήτηση στα κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά όλων αυτών των κινημάτων: αντι-ελιτισμός και θεοποίηση της αδιαμεσολάβητης σχέσης αρχηγού-λαού.

Ο Α. Λιάκος αναρωτιέται γιατί ένα μέρος του πληθυσμού, και κάτω από ποιες συνθήκες, αποδέχεται τη λαϊκίστικη πολιτική, ποιες προσδοκίες εκφράζει σ’ αυτήν, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη γλώσσα του λαϊκισμού και στη δική του αντίληψη για την πολιτική, στις μνήμες και στις αξίες του, στους εκφραστικούς του τρόπου». Θέτει το ζήτημα της αντίθεσης ανάμεσα στην ηθική προ-καπιταλιστική οικονομία και στην καπιταλιστική «πολιτική οικονομία» ακολουθώντας τη διαχωριστική γραμμή του Άγγλου μαρξιστή ιστορικού E.P. Thompson: «ηθική οικονομία» είναι «ένα σύνολο κανόνων και αμοιβαίων υποχρεώσεων, το περιεχόμενο των οποίων καθοριζόταν εθιμικά» ενώ «στην οικονομία της αγοράς η διαμάχη περιστρεφόταν γύρω από τους μισθούς, στην ηθική οικονομία αφορούσε τις τιμές. Στην πρώτη πεδίο διαμάχης ήταν το εργοστάσιο ενώ στη δεύτερη η αγορά. Στο εργοστάσιο οι αντίπαλοι ορίζονταν με ταξικές αναφορές (συνδικάτα-εργοδότες) ενώ στην αγορά η αντιπαράθεση αφορούσε το πλήθος και την εξουσία. Αιτήματα: κατάργηση των μεσαζόντων, έλεγχος και επιτήρηση της αγοράς, προστασία των αγοραστών από την αισχροκέρδεια. Τα αιτήματα αυτά όμως, ακόμα και όταν το πλήθος τα επέβαλλε με άμεση δράση, απηχούσαν το πρότυπο ελέγχου της αγοράς και προστασίας των φτωχών από μια πατερναλιστική εξουσία. Συνεπώς, το πρώτο ζήτημα είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στις προσκολλημένες στην «ηθική οικονομία» και στον «κρατικό πατερναλισμό» λαϊκές τάξεις και στην προσχώρηση της κρατικής εξουσίας στη λογική της ελεύθερης οικονομίας του καπιταλισμού. Αυτή η αντίθεση καθορίζει το πρώτο χαρακτηριστικό του λαϊκισμού: την «πληβειακή κουλτούρα» που αντιδιαστέλλεται τόσο προς τη «λαϊκή κουλτούρα» όσο και προς την «ταξική – εργατική κουλτούρα». Η «πληβειακή κουλτούρα» έρχεται σε σύγκρουση τόσο με τον αστικό εκσυγχρονισμό όσο και με τα κινήματα κοινωνικής ανατροπής, στηριζόμενη στο εθιμικό και αρχαϊκό δίκαιο για να διεκδικήσει τη νομιμότητα των αιτημάτων της. Είναι μια κουλτούρα καθαρά συντηρητική που «αποτελείται από μια επιλογή στοιχείων που ανήκουν στην κυριαρχούσα ρητορεία». Ο Α. Λιάκος θεωρεί ότι συνεχώς εμφανίζονται λαϊκιστικά κινήματα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπως στην περίπτωση της μεσοπολεμικής Γερμανίας και της Ιταλίας πριν από την άνοδο στην εξουσία του ναζιστικού και του φασιστικού κόμματος καθώς και στην περίπτωση του ισχυρού αγροτο-εργατικού κινήματος στις Η.Π.Α. κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Στην πρώτη περίπτωση τα ταξικά αιτήματα είτε παραμερίστηκαν είτε συγχωνεύτηκαν με τα γενικότερα λαϊκά αιτήματα, όπως τα αντιλαμβάνονταν οι ναζιστές και οι φασίστες, στη δε δεύτερη περίπτωση ο λαϊκίστικος λόγος συμπορεύτηκε, αλλά και συγκρούστηκε, με τον ταξικό λόγο των εργατικών συνδικάτων. Η «ηθική» λαϊκιστική ρητορεία επανέρχεται στο προσκήνιο όταν το κοινωνικό σώμα αισθάνεται πως κινδυνεύει (πόλεμος, φυσικές καταστροφέςωκ.α.). Οι καταστάσεις πληθωρισμού, ανεργίας, πανικού και κρίσης ευνοούν την ανάπτυξη της ηθικής αντίληψης περί κοινωνίας με όλα τα επακόλουθα.

Από την πλευρά της πολιτικής ψυχολογίας ο Θ. Λίποβατς τονίζει την «αίσθηση της πραγματικότητας» που αποκτούν οι άνθρωποι είτε ως άτομα είτε ως κοινωνία. Αυτή δεν υπάρχει ποτέ ως τέτοια παρά μόνο μέσω ορισμένων διαμεσολαβήσεων, συμβολικού ή φαντασιακού τύπου. Στην περίπτωση του λαϊκισμού υπερισχύει ο φαντασιακός τύπος διαμεσολάβησης, σε βάρος του συμβολικού τύπου, που δομεί κατ’ αυτόν τον τρόπο στα μεν άτομα τις φαντασιώσεις, στα δε κοινωνικά σύνολα τις ιδεολογίες, τους μύθους, τις εκλογικεύσεις των ιδιαίτερων συμφερόντων τους. Στις λαϊκιστικές κοινωνίες δεν έχει προϋπάρξει η επανάσταση των ατόμων και η διαφοροποίησή τους από τη φαντασιακή ταύτιση με τα «διάφορα σοβινιστικά, μισαλλόδοξα, συντεχνιακά ή λαϊκιστικά συμφέροντα». Αυτή η ατελής διαφοροποίηση οδηγεί στο λαϊκισμό σε όλες του τις εκφάνσεις: αριστερός ή δεξιός λαϊκισμός, μικροαστικός ή εργατικός λαϊκισμός, θρησκευτικός ή εγκόσμιος. Συνήθως τέτοιες κοινωνίες βρίσκονται είτε στη μεταβατική κατάσταση είτε σε φάση βιώματος «παρακμής» και ανάλογων συναισθημάτων.

Μια διαφορετική προσέγγιση του λαϊκιστικού φαινομένου είναι αυτή που επιχείρησε ο Ν. Μουζέλης κριτικάροντας τους προηγούμενους ότι δεν λαμβάνουν υπόψη «τις οργανωτικές δομές τέτοιων κινημάτων και ιδιαίτερα τον τύπο της εξουσιαστικής σχέσης που υπάρχει μεταξύ αρχηγών και οπαδών». Η ιδιαιτερότητα των λαϊκιστικών κινημάτων έγκειται στο ότι τα ενδιάμεσα διοικητικά τους όργανα δεν αντλούν νομιμοποίηση και εξουσία από τις καταστατικές γραφειοκρατικές δομές ή τις αυτόνομες τοπικές βάσεις αλλά από τον ίδιο τον πολιτικό αρχηγό του κινήματος. Πρόκειται, συνεπώς, για τρόπο ένταξης των μαζών στην πολιτική, που διαφοροποιείται τόσο από τον πελατειακό τρόπο ένταξης όσο και από τον γραφειοκρατικό τρόπο ένταξης. Όλοι σχετίζονται με τους τρόπους μετάβασης στη «μετα-ολιγαρχική πολιτική». Ο λαϊκισμός είναι φαινόμενο που παρατηρείται στις χώρες της καπιταλιστικής ημιπεριφέρειας όπου η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη και η μεταφορά του κέντρου βάρους από την αγροτική στη βιομηχανική παραγωγή δημιουργούν κοινωνικο-πολιτικές εντάσεις που τα υφιστάμενα πελατειακά δίκτυα αδυνατούν να απορροφήσουν και να αφομοιώσουν. Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχουν αυτόνομες λαϊκές οργανώσεις για να προσφέρουν στις κατώτερες λαϊκές τάξεις το όραμα, την οργάνωση και την ιδεολογική συγκρότηση, όπως τα εργατικά συνδικάτα και τα εργατικά πολιτικά κόμματα που υφίστανται στην αναπτυγμένη καπιταλιστική Δυτική Ευρώπη. Με τη λαϊκιστική κινητοποίηση των μαζών σπάει το σύστημα του ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού και επιτυγχάνεται η είσοδος νέου πολιτικού προσωπικού στο σύστημα. Τέλος, μεταξύ των πελατειακών δικτύων και του λαϊκισμού η βασική διαφορά έγκειται στο ότι στην μεν πρώτη περίπτωση το καινούργιο πολιτικό προσωπικό του συστήματος απλώς αντικαθιστά μέσω της κινητοποίησης των δικτύων τους την προηγούμενη πολιτική ηγεσία, στη δε δεύτερη η λαϊκιστική κινητοποίηση, παρόλο που δεν στοχεύει στην αλλαγή των σχέσεων παραγωγής παρά μόνο των σχέσεων κυριαρχίας, εν τούτοις απελευθερώνουν μερικές φορές το δυναμισμό των μαζών και έτσι τα αποτελέσματα της κινητοποίησης έχουν ριζοσπαστικό χαρακτήρα. Η ανάλυση αυτή εντάσσεται σε ένα «λειτουργιστικό» τρόπο σκέψης και περιγράφει τις λειτουργικές ανάγκες που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της μετάβασης από την ολιγαρχική κοινοβουλευτικό σε ένα «μεταολιγαρχικό» πολιτικό σύστημα.

Στα πλαίσια του σχετικού διαλόγου για το λαϊκισμό, ο Μ. Σπουρδαλάκης συνεισφέρει με την κατάθεση της άποψής του στην προσπάθεια συγκεκριμενοποίησης της συγκρότησης του λαϊκισμού, της υλικής / ιστορικής υπόστασής του, των ιδιαιτεροτήτων και των αντιφάσεών του και, κατά συνέπεια, των παραμέτρων ανατροπής του. Προτείνει την ανάλυση του λόγου του λαϊκιστικού κινήματος στα πλαίσια του δεδομένου κάθε φορά κοινωνικού σχηματισμού. Ο Σπουρδαλάκης θεωρεί ως πολιτικό λόγο «το σύνολο των σιωπηρών, κατηγορηματικών ή συμβολικών πρακτικών και λόγων που συνθέτουν τις παραμέτρους κάθε ανθρώπινης / κοινωνικής σχέσης». Μελετώντας την ελληνική περίπτωση, ο συγγραφέας εντοπίζει ως κύριο χαρακτηριστικό του πολιτικού λόγου την «υπερ-πολιτικοποίηση» που είναι ουσιαστικά «α-πολιτική»: έλλειψη άμεσης σύνδεσης των πολιτικών πρακτικών και της πολιτικής ρητορείας καθώς και απουσία πολιτικού διαλόγου. Η πρώτη συνθήκη οδηγεί στην εγωιστική, ατομικιστική και βολονταριστική κατάτμηση και στην επικράτηση ενός γενικόλογου μανιχαϊστικού λόγου του τύπου «εμείς – εσείς», «λαός εναντίον μονοπωλίων», «καλοί Έλληνες – κακοί ξένοι» και πάει λέγοντας. Ως αποτέλεσμα, δυσκολεύεται πολύ οποιαδήποτε ανάπτυξη διαλόγου, έκφρασης κοινωνικών διαφορών και αντιπαραθέσεων που θεωρούνται «προϋπόθεση ουσιαστικής πολιτικοποίησης κάθε κοινωνικής σχέσης». Ο συντεχνιασμός, ο άκρατος επιθετικός ατομικισμός και η αποστροφή εναντίον κάθε μορφής σχεδιασμού και συστηματικής οργάνωσης αποτελούν συνέπειες της πρακτικής εφαρμογής αυτής της λογικής.


Θανάσης Τσακίρης


• Αντώνης Λιάκος (1989) «Περί λαϊκισμού», Τα Ιστορικά. Τόμ. 6, Τεύχ.10, Ιούνιος, σελ. 13-28.
• Θάνος Λίποβατς (1989) «Ο λαϊκισμός: Μια ανάλυση από τη σκοπιά της πολιτικής ψυχολογίας» στο Μουζέλης Ν., Λίποβατς Θ. και Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.) Λαϊκισμός και πολιτική. Αθήνα: Εκδ. Γνώση, σελ. 49-61.
• Νίκος Μουζέλης (1989) «Ο λαϊκισμός – νέος τρόπος ένταξης των μαζών στην πολιτική διαδικασία» στο Μουζέλης Ν., Λίποβατς Θ. και Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.) Λαϊκισμός και πολιτική. Αθήνα: Εκδ. Γνώση, σελ. 19-45.
• Ανδρέας Πανταζόπουλος (2001) ‘Για το λαό και το Εθνος’. Η στιγμή Ανδρέα Παπανδρέου 1965-1989. Αθήνα: Εκδ. Πόλις
• Μιχάλης Σπουρδαλάκης (1989) «Ο ελληνικός λαϊκισμός στις συνθήκες του αυταρχικού συνθήκες του αυταρχικού κρατισμού». στο Μουζέλης Ν., Λίποβατς Θ. και Σπουρδαλάκης Μ. (επιμ.) Λαϊκισμός και πολιτική. Αθήνα: Εκδ. Γνώση, σελ. 65-76.
• Nicos Mouzelis. (1985) ‘On the Concept of Populism: Populist and Clientelist Modes of Incorporation in Semiperipheral Polities’, in Politics and Society, τόμ. 14 (3), σελ. 329-348
• Margaret Canovan (1981). Populism. London: Junction Books
• Ernesto Laclau (2005) On Populist Reason. London: Verso
• Ernesto Laclau, Chantal Mouffe (2001) Hegemony and Socialist Strategy: Towards a Radical Democratic Politics. London: Verso [Ελλ. Έκδ. Laclau E. (1983) Πολιτική και ιδεολογία στη Μαρξιστική θεωρία. Θεσσαλονίκη: Εκδ. Σύγχρονα Θέματα.
• Edward P. Thompson (1968) The Making of the English Working Class. Harmondsworth: Penguin.
Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0

ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

Gaia Community Μαθήματα Κεραμικής

Gaia Ceramics community
 
ceramics lessons
 
Gaia Ceramics community
 
Gaia Ceramics community