Κάθε εμπόδιο για καλό...
Πάω λοιπόν μια μέρα να χαζέψω τα τζοβαϊρικά μου στη θυρίδα μου στην Τράπεζα (Ναι, βέβαια… Δεν ξέρετε εσείς από αυτά. Σ’ εμάς τους πλούσιους δε φτάνει μόνο να το’χουμε το χρυσαφικό. Πάμε του μιλάμε, το χαϊδολογάμε, το γαργαλάμε να ξυπνάει… Αμ τι νόμισες; Άντε τα κονομήσαμε κι αφήνουμε το χρήμα να κοιμάται; Όχι φίλε μου. Άμα σου αποκοιμηθεί το χρήμα, την έβαψες. Άσε που μπορεί να σου αποδειχτεί και χρήμα υπνοβάτης και να σηκώνεται με τις νυχτικιές αξημέρωτα και να κόβει βόλτες μέσα στην Τράπεζα. Και ποιόν να εμπιστευτείς; Το Ευρώ; Αυτό παιδί μου δεν είναι σαν την παλιά τη δραχμούλα μας, την κωλοπετσωμένη, αυτό είναι χαϊβάνι! Ελβετοκουραμπιές ! Πολύ το φοβάμαι. Κι άμα αρχίσει τις βόλτες στην Τράπεζα… βράσε ρύζι. Στο τυλίγει η πρώτη παστρικιά παλιο- Στερλίνα και μην τον είδατε τον Παναή απ’ τα Μέγαρα. Και είμαστε για τέτοια; Δεν το νομίζω…)
Ρίχνω που λέτε πάνω μου κάτι απλό, ένα φορεματάκι αέρινο Ντόνα Κάραν, κι ένα λιτό πέδιλο Ντόλτσε Γκαμπάνα, (ουκ εν τω πολλώ το ευ…) και τσουπ, στην Τράπεζα. Συνήθως πάω ψιλοαργά, να’ χει φύγει η πολλή πλέμπα, ο φτωχο-συνταξιούχος, ο εμποράκος, ο λαουτζίκος, να’ χω ρε παιδί μου την άπλα μου. Διπλοπαρκάρω τη Τζαγκ , κάνω να βγω, αλλά πριν ακόμη ξεδιπλώσω το μακρύ μου πόδι, το θεϊκό και πανάκριβο (χαλάουα, λιποαναρόφηση, θεραπεία με φύκια, μεταξωτές κορδέλες συν ΦΠΑ – όσο ένα δυάρι στη Γούβα), κοιτάζω και τί να δω μέσα από μαύρο, ανεπιτήδευτο Γκούτσι μου; Μια ουρά, τριάντα νοματέους!
‘‘Τι στο καλό, άρχισαν να δίνουν κουπόνια για κοινωνικό τουρισμό στην Εθνική;‘‘ απόρησα η γυναίκα. Ξέρετε, δεν το’χει και σε τίποτα η Κυβέρνηση να του πει του φτωχού : Αφού δεν πας που δεν πας πουθενά, γιατί να σου δίνω κουπόνια κοινωνικού τουρισμού, να μαζεύεις και συ τις οικονομίες σου και να πηγαίνεις για μιάμιση μέρα στην Αιδηψό για μπάνια, ίσα για να γεμίζεις την εθνική οδό πήγαιν - έλα; Κάτσε στην Αθήνα, πετάξου και μέχρι την τράπεζα να πεις ένα good bye στο μισθό σου, κοντεύει πέντε ο μήνας, μήπως θα τον ξαναδείς μέχρι να ξαναπάει τριάντα μία; Συμφωνώ με το μέτρο! Ν’ αδειάσει και λίγο η εθνική οδός, να πηγαίνουμε κι εμείς στα εξοχικά μας σαν άνθρωποι.
Έτσι σκέφτηκα η αθώα, και κάθομαι (διακριτικά και λίγο απόμακρα, δήθεν ότι δεν έχω σχέση…) στη σειρά.
Μη σας τα πολυλογώ, τσούκου- τσούκου, φτάνω δεύτερη, πίσω από μια ηλικιωμένη κυρία. Ανοίγει την πόρτα (ξέρετε πώς είναι τώρα με τις διπλές πόρτες οι Τράπεζες, ένας ένας σαν τους χολεριασμένους. Σε λίγο θα μας βάζουν να δίνουμε και ούρα μπαίνοντας. Θα σου λέει ο σεκιούριτι ‘‘Ανεβασμένη τη βλέπω τη χολερυθρίνη σου κυρ Παναγιώτη. Αρχίσαμε τη μασαμπούκα; Για κάνε το τεστ κοπώσεως μέχρι το τμήμα δανείων κι έλα να σε ξαναμετρήσω…‘‘.
Ανοίγει που λέτε η διπλή η πόρτα, καταπίνει την κυρία, μετά από λίγο έρχεται και η σειρά μου.
Φρίκη! Το κουβούκλιο δεν ήταν το νούμερό μου! Μα δεν έχουν καθόλου μυαλό. Ουάν σάιζ κουβούκλιο; Ποιές είμαστε τίποτα ψωροσυνταξιούχοι που δεν έχουμε να φάμε; Για όνομα…
‘‘- Παρακαλώ βγάλτε τα γυαλιά σας‘‘ μου λέει μια αντιπαθητική από ένα μεγάφωνο.
‘‘ Τι λέει καλέ το τσόκαρο; Εγώ δεν τα βγάζω στο μπάνιο και θα τα βγάλω στην Τράπεζα; Χίλια διακόσια ευρώ γυαλί;‘‘ σκέφτομαι. Την αγνοώ.
‘‘ – Παρακαλώ, βγάλτε τα γυαλιά σας‘‘ επαναλαμβάνει η αχώνευτη.
Πάνω στην ώρα, ένας λαϊκός από πίσω άρχισε να χτυπά το τζάμι.
Αγέρωχη εγώ, επίμονη η αχώνευτη, ‘‘Βγάλτα‘‘ – ‘‘Δεν τα βγάζω‘‘, ντάγκα ντάγκα το τζάμι ο λαϊκός, μετά από κανα πεντάλεπτο, δίνω τόπο στην οργή. Τα βγάζω. Στο φως της ημέρας είδα ότι ο φωνακλάς ήταν ωραίο, καλοσχηματισμένο εργατόπουλο. Ξανανέβηκα στο επίπεδό μου χωρίς να του ρίξω δεύτερη ματιά…
Η πόρτα εκεί. Ανυποχώρητη. Αφού – θα την πω την αμαρτία μου - σκέφτηκα ότι είχα πέσει θύμα απαγωγής και θα ζητούσε λύτρα η Τράπεζα για να με απελευθερώσει. Γιατί, λίγα γίνονται; Και από ποιόν θα ζητήσουν λύτρα αν δε ζητήσουν από εμάς; Από κανέναν παρακατιανό; Αν και με την οικονομική κρίση που τους δέρνει, δεν το’χουν σε τίποτα ν’ αρχίσουν τις εκπτώσεις οι κακοποιοί και αντί για εφοπλιστές και βιομήχανους ν’ αρχίσουν να απαγάγουν κυρα Μαρίες και κυρ Παντελήδες! Και τα λύτρα σε εικοσιτέσσερις άτοκες με μεταφορά υπολοίπου από όλες τις προηγούμενες ληστείες που έχετε πέσει θύμα.
Η πόρτα πάντως, ασυγκίνητη.
‘‘ – Κοιτάξτε προς την κάμερα, στο σημείο που δείχνει το βέλος‘‘ λέει η αχώνευτη.
‘‘ – Βρε τι μας λες; Ανοίξτε αμέσως!‘‘ ξελαρυγγιάζομαι
‘‘ – Κοιτάξτε….‘‘
‘‘ – Εσύ να κοιτάξεις μωρή αχώνευτη, παλιολαϊκιά!‘‘ πήρα φόρα. ‘‘Εγώ θα κοιτάζω όπου θέλω ! ‘‘ Είχα γίνει έξαλλη.
‘‘…Και γιατί να κοιτάξω στο κάτω κάτω, ε; Δε σου κάνει το προφίλ μου θέλεις και αμφάς; Ή μήπως θέλεις να κοιταζόμαστε στα μάτια σαν τους ερωτευμ…‘‘
Εκεί τα κατάλαβα όλα : Ιριδομέτρηση!!!
‘‘ - Βρε άθλιοι!!! ‘‘ έμπηξα την ειδική τσιρίδα ‘‘αντιλαλούν οι ρεματιές‘‘ που έχω για τις πολύ ξεχωριστές περιπτώσεις. ‘‘ … Δε σας φτάνει που για να δω τα ωραία μου λεφτά πρέπει να δώσω ταυτότητα, την ειδική κάρτα, να πω το όνομά μου, τον κωδικό μου, το Πάτερ Ημών, να ’χω κουφέτα απ’ τα βαφτίσια μου… τώρα θα μου κάνετε και ιριδομέτρηση;‘‘
Η αλήθεια είναι ότι με κοιτούσε όλο το υποκατάστημα, με πρώτη απ’ όλους τη διευθύντρια που είχε έρθει ως την είσοδο και αγωνιζόταν να με καθησυχάσει μέσα από τα χοντρά τζάμια. Νέα, καλοντυμένη, βαμμένη διακριτικά. Φυσικά την αντιπάθησα αμέσως.
‘‘ – Μα ποιος σας μίλησε για ιριδομέτρηση κυρία μου;‘‘. Είχε και θράσος η μικρομεσαία.
‘‘ - Α, ώστε δεν κάνετε ιριδομέτρηση ε;‘‘ τσίριξα.
‘‘ – Όχι κυρία μου, μια απλή κάμερα είναι… Γυρίστε να σας τραβήξει και θ’ ανοίξει.‘‘
‘‘ – Α ναι; Για να δούμε τότε, θ’ ανοίξει αν γυρίσω με κλειστά μάτια;‘‘ ξεσπάθωσα.
Έκλεισα τα μάτια με καρτερία, και χωρίς να συσπαστεί ούτε ένας από τους αψεγάδιαστους μυς μου, γύρισα προς τη συσκευή.
Η πόρτα φυσικά δεν άνοιξε. Μούγκα η διευθύντρια.
Μόνο απ’ το πεζοδρόμιο ακουγόταν ο ωραίος να ’χει λυσσάξει, ντάγκα ντούγκα τη τζαμόπορτα.
‘‘ - Άντε κυρά μου και νυχτώσαμε… ‘‘
Ξεθαρρεμένη από την πρόσφατη κατατρόπωση της διευθύντριας γύρισα προς το τζάμι που με χώριζε από τον τραμπούκο και του έκανα νόημα με το δάχτυλο ‘‘Σου, πω…‘‘. Πλησίασε.
‘‘ - Γιατί ρε κακομοίρη; Σε βαραίνουν οι τσέπες σου από τα φραγκοδίφραγκα και κουράστηκες;‘‘
Η αλήθεια είναι ότι στα δύσκολα τις εκτιμάς τις θωρακισμένες πόρτες. Βλέπετε ο λαϊκογκόμενος αποδείχτηκε νταβραντωμένος και αντί να θαμπωθεί από την ανωτερότητα που απέπνεε το ύφος μου, τράβηξε κάτι κλωτσίδια στη τζαμόπορτα που αν δεν ήταν θωρακισμένη, το τελευταίο μου λίφτιγκ θα είχε πάει στράφι με συνοπτικές διαδικασίες. Άγια εφεύρεση το άθραυστο γυαλί.
‘‘ – Καλέστε παρακαλώ την Αστυνομία…‘‘ γύρισα το αποφασιστικό μου πηγούνι προς τη διευθύντρια. ‘‘ Θέλω να υποβάλω μήνυση για ….‘‘ Σκέφτηκα λίγο . Όλες οι δικηγορίστικες ατάκες που είχα ακούσει να λέει η Βίρνα Δράκου στη Λάμψη πέρασαν σαν όνειρο από μπροστά μου. ‘‘Για υπεξαίρεση! Για παράνομη κατακράτηση ! Για έργω εξύβριση ! Για παραβίαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων…‘‘
Μοναχική και τροπαιούχος έμεινα μέσα στο θωρακισμένο κουβούκλιο αγνοώντας τις απεγνωσμένες φωνές της διευθύντριας και το θρασύ λαϊκό τεκνό που βροντοκοπούσε.
Ήρθαν εκείνοι με τ’ αλεξίσφαιρα και τις μοτοσυκλέτες που γυρίζουν δυο δυο με τα μπλε φώτα αναμμένα, μέρα μεσημέρι.
Οι πόρτες άνοιξαν με συνοπτικές διαδικασίες και τέσσερα αλεξίσφαιρα γιλέκα με τη λέξη POLICE με περικύκλωσαν με ανάμικτα, όπως μου φάνηκε, συναισθήματα : απειλητικά, διερευνητικά, θαυμαστικά. Τον τέταρτο δεν μπόρεσα να τον ψυχολογήσω γιατί ήταν απασχολημένος να κρατάει το τεκνό μακριά μου, νουθετώντας το να μη φωνάζει ‘‘Αφήστε με να τη σκίσω την κουφάλα…‘‘ Κρίμα. Τόσο όμορφος και τόσο ανάγωγος…
Στο ‘‘σημείο‘‘ (έτσι είπε την Τράπεζα ένας ξανθούλης μπατσάκος στον ασύρματο) έσπευσε ένα περιπολικό, το πίσω κάθισμα του οποίου μοιραστήκαμε με τη διευθύντρια προσέχοντας να μην ακουμπήσει η μία την άλλη, όσο πηγαίναμε στο τμήμα, ν’ ανταλλάξουμε μηνύσεις. Αυτή παραπονιόταν επειδή την είπα ‘‘κατσίκα‘‘ και ‘‘λαϊκιά‘‘, ενώ εμένα ο δικηγόρος μου με συμβούλεψε να κάνω μήνυση γιατί με κατακράτησε παράνομα και υπεξαίρεσε τα λεφτά μου. Πίσω μας έρχονταν οι δύο μοτοσυκλέτες με τους φάρους αναμμένους. Τύφλα να ΄χει η Γιάννα Αγγελοπούλου - Δασκαλάκη…
Επιστρέφοντας ‘‘στο σημείο‘‘ το απογευματάκι, βρήκα τη Τζαγκ όπως την είχα αφήσει, μάλλον είχα διπλοπαρκάρει κλείνοντας το αυτοκίνητο της διευθύντριας. Όταν είδα το ‘‘6974 32… κλπ‘‘ χαραγμένο με κλειδί στην πόρτα του οδηγού πάγωσα. Όταν όμως το κάλεσα κι άκουσα τη φωνή του λαϊκού γκόμενου να μου λέει ‘‘Γειά…‘‘, κάτι μαλάκωσε μέσα μου.
Γι αυτό σας λέω. Κάθε εμπόδιο για καλό…