ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑΦΟΡΝΤΙΣΜΟ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑΦΟΡΝΤΙΣΜΟ

 

του Θανάση Τσακίρη

 

Ο όρος «μεταβιομηχανική κοινωνία» καθιερώθηκε από τον Daniel Bell που το 1973 όρισε ως μεταβιομηχανική την κοινωνία εκείνη που θα προέκυπτε μετά από αλλεπάλληλες αλλαγές στ η δομή της, πρώτα στις ΗΠΑ και μετά από 30-50 χρόνια στην Ευρώπη, με κύρια χαρακτηριστικά της «την τελική κατίσχυση του τομέα των υπηρεσιών έναντι της βιομηχανίας» και την απόδοση κεντρικής θέσης στη «θεωρητική γνώση». Το περιεχόμενο της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας, κατά τον Bell, προσδιορίζεται από τις εξής παραμέτρους:

i) Μετάβαση από τη δευτερογενή παραγωγή αγαθών στην οικονομία των υπηρεσιών. ii) Στροφή στην επαγγελματική και τεχνική ειδίκευση, ως αναγκαίο προσόν για την επιτυχία.

iii) Πρωτεύουσα σημασία της θεωρητικής γνώσης ως παράγοντα επίτευξης σημαντικών καινοτομιών αλλά και παραγωγικής δύναμης για την πρακτική άσκηση κοινωνικής πολιτικής.

iv) Δημιουργία μιας νέας «διανοητικής τεχνολογίας» και νέων πολιτικών διαδικασιών για τη λήψη των αποφάσεων.

v) Έλεγχος της τεχνολογίας και των επιτευγμάτων.

Τα στοιχεία για τα κράτη – μέλη του ΟΟΣΑ που παραθέτει ο Bell είναι εντυπωσιακά: κατά μέσο όρο για όλα τα κράτη – μέλη του οργανισμού το ποσοστό των απασχολουμένων στον αγροτικό τομέα μειώθηκε σε 9.2% του συνόλου της απασχόλησης (μείωση κατά 15%), στο βιομηχανικό τομέα σε 33,4% (μείωση κατά 4,1%) ενώ, αντιθέτως, στον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών το ποσοστό αυξήθηκε κατά 21% φτάνοντας στο 57,4%.

 

Πολιτικές συνέπειες αυτής της κοινωνικής μεταλλαγής είναι η στασιμότητα και η παρακμή των κινημάτων της εργατικής τάξης για υπεράσπιση και διεύρυνση των κατακτήσεών τους, η ανάπτυξη ενδο-συστημικών κινημάτων «αντιθετικής κουλτούρας» από τα μέλη της ίδιας της αστικής τάξης και εξω-συστημικών κινημάτων «αντι-κουλτούρας». Τα πρώτα προέρχονται από την ίδια την αστική τάξη και την ικανότητά της να ανανεώνεται και να ριζοσπαστικοποιείται ενώ τα δεύτερα από την άρνηση όχι μόνο της αστικής κουλτούρας αλλά και κάθε κατάκτησης του παρελθόντος που συνδέθηκε με, και στηρίζεται σε, στερητικές διαδικασίες και αλλοτριωτικές σχέσεις. Ένας άλλος μελλοντολόγος, οπαδός της τεχνολογικής επανάστασης και «γκουρού» του νέου οικονομικού φιλελευθερισμού, ο Alvin Toffler, μιλά για τις 3 φάσεις-κύματα της ανάπτυξης της κοινωνίας, που το καθένα με τη σειρά του σπρώχνει στην άκρη τις παλιές κοινωνίες και κουλτούρες:

· Το πρώτο κύμα είναι αυτό της κοινωνίας που προέκυψε από την έκρηξη της αγροτικής επανάστασης και αντικατέστησε τις πρώτες κοινωνίες των κυνηγών-συλλεκτών.

· Τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνίας του δεύτερου κύματος είναι η πυρηνική οικογένεια, το εκπαιδευτικό σύστημα εργοστασιακού τύπου και η μεγάλη επιχείρηση. Στηρίζεται στη μαζική παραγωγή, τη μαζική διανομή, τη μαζική εκπαίδευση, τη μαζική εκπαίδευση, η μαζική διασκέδαση και, το τραγικότερο, στη διασπορά των όπλων μαζικής καταστροφής. Όλα αυτά συνδυάζονται με την τυποποίηση, την συγκεντροποίηση, τη συγκέντρωση και το συγχρονισμό που οδηγούν στη σταθεροποίηση της γραφειοκρατίας ως τρόπου οργάνωσης.

· Το τρίτο κύμα είναι αυτό της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Από τα τέλη της δεκαετίας 1950-1960 η κοινωνία κινείται σε μια νέα εποχή που χαρακτηρίζεται και ως «εποχή της πληροφορίας». Αντίθετα από το δεύτερo κύμα, στη μεταβιομηχανική κοινωνία υπάρχει τάση πολλαπλασιασμού των διαφορετικών τρόπων ζωής, περισσότερων οργανώσεων που συγκροτούνται για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό και μόνο για να διαλυθούν μόλις αυτός επιτευχθεί με αποτέλεσμα οι αλλαγές να είναι καθεστώς που προκαλεί τους πάντες να προσαρμόζονται σ’ αυτές. Η πληροφορία υποκαθιστά τους περισσότερους υλικούς πόρους και αποτελεί την κύρια πρώτη ύλη των εργατών νέου τύπου (cognitarians αντί προλεταρίων) που είναι χαλαρά συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Η μαζική εξατομίκευση της παραγωγής (customization) προσφέρει δυνατότητες παροχής φθηνών, προσωποποιημένων προϊόντων και υπηρεσιών σε συγκεκριμένους τομείς της αγοράς με τη μέθοδο της άμεσης παραγωγής και παράδοσης (just-in-time production). Το κενό που υπάρχει μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή γεφυρώνεται μέσω της τεχνολογίας. Οι καταναλωτές (prosumers αντί consumers) μπορούν να ικανοποιούν μόνοι τις ανάγκες τους (π.χ. ανεξάρτητη – free lance – εργασία, open source κώδικες λογισμικού, «καν’ το μόνο σου» assembly kits τύπου ΙΚΕΑ). Ο Tofler βλέπει την ανεργία να αυξάνεται αλλά τονίζει ότι είναι «ποιοτική» και όχι «ποσοτική» και σχετίζεται με τα άλματα της τεχνολογίας και όχι αναγκαστικά με την κυβερνητική οικονομική πολιτική, η δε πρότασή του είναι μονολεκτική: «εκπαίδευση». Η πρόταση αυτή έρχεται να συγκαλύψει τη βασική λογική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που στηρίζεται στον «εφεδρικό στρατό» της ανεργίας για να μειώνεται το κόστος εργασίας ως συντελεστή παραγωγής.

 

ΦΟΡΝΤΙΣΜΟΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΝΤΙΣΜΟΣ

 

Η πρώτη αναφορά που βρίσκουμε στην ιστορία της πολιτικής σκέψης σχετικά με την κατανομή της εργασίας είναι στο έργο του Πλάτωνα. Στην Πολιτεία αναφέρεται στο θέμα αυτό τονίζοντας ότι όταν ο καθένας κατέχει ότι του ανήκει και προσφέρει τις υπηρεσίες που είναι σύμφωνες με την ειδικότητά του˙ ουσιαστικά μιλούσε για την «αρχή του καταμερισμού της εργασίας» σε μια κοινωνία που δεν εκτιμούσε την εργασία ως καθήκον των ελεύθερων πολιτών.

 

Στην αρχαία Κίνα, ο φιλόσοφος Mencius (Meng-tzu) συνέλαβε την ιδέα των εννοιολογικών μοντέλων και συστημάτων που σήμερα αποκαλούμε «τεχνικές διοίκησης παραγωγής» και τόνισε την αξία και τα πλεονεκτήματα του καταμερισμού της εργασίας.

 

ΤΕΫΛΟΡΙΣΜΟΣ 

 Επιδίωξη του Max Weber ήταν να αναδείξει με βάση το ορθολογικό μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης ότι οι δυτικές κοινωνίες ήταν διαφοροποιημένες και αποτελεσματικότερες σε σχέση με τις μη δυτικές και τις προγενέστερες κοινωνίες. Ψ Παρά την έμφαση που έδωσε στον ορθολογισμό δεν ασχολήθηκε διεξοδικά με βασικές παραμέτρους του ούτε και με το ρόλο της διοίκησης στη λειτουργικότητα του συνόλου, κάτι που επιχείρησε να κάνει ο Frederick Taylor.  Ως εργάτης στο εργοστάσιο παραγωγής ακατέργαστου μολύβδου Bethlehem, παρατηρούσε τη διαδικασία εκτέλεσης των διαφόρων εργασιών, αναζητώντας τον άριστο τρόπο πραγματοποίησής τους.  Επεδίωκε να βελτιωθεί η αμοιβή του εργαζόμενου με παράλληλη αύξηση της παραγωγικής απόδοσής τους. Οι εργαζόμενοι έπρεπε να εκτελούν την εργασία τους πιο έξυπνα και πιο συνειδητά. Μέθοδος «η επιστημονική οργάνωση της εργασίας» n Γενικός στόχος: Η μεγιστοποίηση του κέρδους n Επιμέρους στόχοι: μείωση των άσκοπων καθυστερήσεων και της σπατάλης του χρόνου με μελέτη του χρόνου και των κινήσεων. Ο εργάτης αντιμετωπίστηκε ως εργαλείο της παραγωγής, το οποίο αφού γίνει γνωστό σε κάθε λεπτομέρειά του μπορεί με τις κατάλληλες επεμβάσεις, οι οποίες προκύπτουν από τις συγκεκριμένες έρευνες, να αποδώσει τα μέγιστα. Παρά τον εργαλειακό χαρακτήρα τους, αυτές οι έρευνες στα πλαίσια της οργανωτικής θεωρίας ανέδειξαν τον παράγοντα εργασιακή συμπεριφορά σε ένα ακόμη στοιχείο της οργανωτικής δομής. n Ο Harry Braverman ασκώντας κριτική θεώρησε ότι ο Τεϋλορισμός είναι «ο καπιταλιστικός τρόπος διοίκησης». Σημαντικό στοιχεί στη θεωρία του Taylor αποτελεί η έννοια του ελέγχου. Δυσπιστία απέναντι στις προθέσεις και τη δράση των εργατών. Η διοίκηση δεν πρέπει να εμπιστεύεται τον εργάτη γιατί μεταξύ αυτού και του εργοδότη υπάρχει συγκρουσιακή κατάσταση που πηγάζει από την προτεραιότητα του κέρδους στον καπιταλισμό σε σχέση με την ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου.  Άμεση συνέπεια της εστίασης και της προβολής του ελέγχου ήταν ο διαχωρισμός του σχεδιασμού από την εργασία και της πνευματικής από την χειρωνακτική εργασία. Διαχωρισμός και υποβάθμιση της εργασίας σε ένα μονότονο σύνολο με την ταυτόχρονη αναβάθμιση του διοικητικού έργου=>αποειδίκευση του εργάτη. 

 

 Το όλο πνεύμα της προσέγγισης του Taylor έχει έναν έντονα εμπειρικό χαρακτήρα και κυριαρχείται από το ευρύτερο θετικιστικό μοντέλο στο πλαίσιο του οποίου η ανθρώπινη συμπεριφορά, άρα και η εργασιακή συμπεριφορά, κυριαρχείται από κανονικότητες, νομοτέλειες και νόμους που, αν ανακαλυφθούν με τη βοήθεια των επιστημονικών μεθόδων (παρατήρηση και πείραμα), μπορούν να κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά στην άριστη επίτευξη του καθήκοντος. Η ύπαρξη αντικειμενικών τρόπων μέτρησης μπορεί να οδηγήσει στην διατύπωση των νόμων που κατευθύνουν και προδιαγράφουν την ανθρώπινη εργασιακή συμπεριφορά. => Βασική θέση του Taylor είναι ότι υπάρχει «ο ένας καλύτερος τρόπος (the one best way), ένας άριστος τρόπος εκτέλεσης κάθε καθήκοντος, κάθε εργασίας, κάθε διαδικασίας. Σ’ αυτή τη λογική, το άτομο και η θέση αποκτούν μια θέση αλληλεξάρτησης και συμπληρωματικότητας. Η κάθε θέση, ο κάθε εργασιακός ρόλος, είχε ως προαπαιτούμενο συγκεκριμένα, καταγεγραμμένα προσόντα και δεξιότητες. n Δημιουργία κανονιστικών κριτηρίων επιλογής προσωπικού => γραφειοκρατική, κανονιστική, τυποποιημένη χροιά στην εργασιακή διαδικασία => κατασκευή ενός σκληρού οργανωτικού πυρήνα που εξασφαλίζει την αποπροσωποποίηση και την αντικειμενική στελέχωση και αναπαραγωγή της παραγωγικής διαδικασίας.  Εξαφάνιση αβεβαιότητας στην εκτέλεση του καθήκοντος.  Ο εργάτης δεν είχε καμία δυνατότητα να πράξει σύμφωνα με την επιλογή του. Ο εργασιακός του ρόλος προσδιόρισε λεπτομερειακά κάθε ενέργειά του, με αποτέλεσμα η όλη του εργασιακή συμπεριφορά να είναι πλήρως προβλέψιμη και κατευθυνόμενη.  Κάθε λειτουργία που απαιτείτο για να παραχθεί ένα αντικείμενο ή ένα μέρος του αναλύθηκε και μελετήθηκε με σχολαστική ακρίβεια και όλες οι περιττές κινήσεις καταργήθηκαν.  Τηρούντο αρχεία για τις επιδόσεις των εργατών και υιοθετήθηκαν κανόνες για κάθε ενέργεια και λειτουργία. n Οι πρώτες έρευνες κατέληξαν σε ταχύτερους ρυθμούς εργασίας και καθιέρωση περιόδων παύσεων για ξεκούραση.  Εισαγωγή κινήτρων για την κινητοποίηση του ανθρωπίνου δυναμικού. Έτσι εγκαινιάστηκε η πριμοδότηση των εργατών με οικονομικά κίνητρα => αύξηση ποσότητας και ποιότητας της εργασίας. Προσπάθησε να τονώσει την εργασιακή συμπεριφορά προσφέροντας περισσότερα χρήματα ανάλογα με την προσφορά εργασίας (μισθός με το κομμάτι). n Διαμόρφωσε ένα μέσο όρο μισθού, που δινόταν σε κάθε εργαζόμενο κι από εκεί και πέρα ανάλογα με την συνεισφορά του καθενός στην αύξηση της παραγωγικότητας, πρόσφερε ένα επιπλέον χρηματικό ποσό.

 

Δύο παράμετροι: μέθοδος μέτρησης της εργασίας που προσφέρει κάθε εργαζόμενος σε ωριαία ή ημερήσια βάση•σύστημα ανταμοιβής σχεδιασμένο έτσι ώστε α) να πληρώνει τον εργάτη όσο έχει εργαστεί, και, παράλληλα, β) να τον παροτρύνει να εργασθεί περισσότερο προκειμένου να κερδίσει περισσότερα. 

 

ΦΟΡΝΤΙΣΜΟΣ

 

Αλυσίδα συναρμολόγησης (Assembly line) n Η γραμμή παραγωγής είναι μια διαδικασία μεταποίησης στην οποία ανταλλάξιμα μέρη προστίθενται σε ένα προϊόν κατά τρόπο αλληλοδιάδοχο ώστε να δημιουργηθεί ένα τελικό προϊόν. n Μέχρι το 19ο αιώνα, οι τεχνίτες κατασκεύαζαν κάθε κομμάτι του προϊόντος ξεχωριστά, τα συναρμολογούσαν, κάνοντας αλλαγές στα κομμάτια ώστε να ταιριάζουν (αποκαλούμενο και Αγγλικό σύστημα μεταποίησης). n Η γραμμή παραγωγής πρωτοεισήχθη από τον Eli Whitney για την κατασκευή τυφεκίων που παρήγγελνε η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Το 1799 ο Whitney επινόησε το Αμερικανικό σύστημα μεταποίησης χρησιμοποιώντας τις ιδέες του καταμερισμού της εργασίας (division of labor) και του μηχανικού περιθωρίου ανοχής (engineering tolerance) ώστε να παράγονται συναρμολογούμενα προϊόντα από τα μέρη κατά επαναληπτικό τρόπο n Αργότερα, ο Henry Ford εισήγαγε την κινούμενη γραμμή (ταινία) παραγωγής στο εργοστάσιό του παραγωγής αυτοκινήτων ώστε να περικόψει τα έξοδα μεταποίησης και να παράγει φθηνότερο προϊόν. Αυτή η γραμμική διαδικασία συναρμολόγησης (αλυσίδα συναρμολόγησης) επέτρεψε σε σχετικά ανειδίκευτους εργάτες να προσθέτουν απλά κομμάτια σε ένα προϊόν. Καθώς τα μέρη είχαν ήδη κατασκευαστεί το μόνο που απέμενε ήταν η συναρμολόγησή τους. n Παρ’ όλο που η ποιότητά τους δεν ήταν αυτή των χειροποίητων προϊόντων, η σχεδίασή τους με τη χρήση της διαδικασίας της αλυσίδας συναρμολόγησης απαιτούσε λιγότερες γνώσεις και, συνεπώς, θα μπορούσαν να κατασκευαστούν με χαμηλότερο κόστος. n Ο Henry Ford εγκατέστησε την πρώτη κινούμενη αλυσίδα συναρμολόγησης την 1η Δεκεμβρίου 1919 στο πλαίσιο μιας σειράς καινοτομιών με σκοπό την περικοπή κόστους και την εξασφάλιση μαζικής παραγωγής. Η ιδέα ήταν προσαρμογή του συστήματος που χρησιμοποιούσαν στα εργοστάσια επεξεργασίας κρεάτων του Chicago και των ταινοδρόμων που χρησιμοποιούσαν στους αλευρόμυλους. Με τη μεταφορά των μερών στους εργάτες υπήρξε σημαντική εξοικονόμηση χρόνου. Συνεπώς ο Φορντισμός είναι συνέχεια και προσαρμογή του Τεϋλορισμού.

Όμως, παρ’ όλο που η ιδέα μπήκε σε εφαρμογή αρχικά από τον Whitney (τυφέκια και βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές) και τέθηκε σε μαζική εφαρμογή από τον Ford, δεν ήταν καινούργια. Αναπτύχθηκε μερικούς αιώνες νωρίτερα στη Βενετία όπου η παραγωγή πλοίων γινόταν με προκατασκευασμένα κομμάτια, με χρήση αλυσίδων συναρμολόγησης και μαζικής παραγωγής. Το οπλοστάσιο της Βενετίας κατασκεύαζε περίπου ένα πλοίο την ημέρα και στην ουσία αποτελούσε το πρώτο εργοστάσιο στην ιστορία.

 

Ο Φορντισμός διαφέρει από τον Τεϋλορισμό κατά το ότι δεν ασχολείται μόνο με την παραγωγή των προϊόντων αλλά και με την κατανάλωσή τους από το αγοραστικό κοινό. Δεν ήταν μόνο θέμα μείωσης κόστους παραγωγής. Σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν συντονισμένα δίκτυα προώθησης και πώλησης των προϊόντων που επικοινωνούσαν με τους αγοραστές και επηρέαζαν μ’ αυτό τον τρόπο, με τη χρήση των κατάλληλων μεθόδων πώλησης (μάρκετινγκ), τις καταναλωτικές συνήθειες. Μαζική παραγωγή => (και προϋποθέτει) μαζική κατανάλωση. Συνεπώς, ο φορντισμός έγινε ένα μοντέλο ρύθμισης σε γενικότερη βάση των κοινωνικών σχέσεων. Ο εργάτης δεν αντιμετωπίζεται σε αυτό το στάδιο ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος ως απλός φορέας εργατικής δύναμης αλλά και ως καταναλωτής των προϊόντων που ο ίδιος παράγει. n Όμως, η αντίληψη τόσο του Τεϋλορισμού όσο και του Φορντισμού αγνοεί τις ψυχολογικές, κοινωνικές και συναισθηματικές προσεγγίσεις της εργασιακής συμπεριφοράς, μελετώντας την σε εργαστηριακό κενό και με ατομικιστικό τρόπο. Η εστίαση στο τυπικό επίπεδο των οργανωτικών σχέσεων και η εργαλειακή αντιμετώπιση του ανθρώπου ως στοιχείου της παραγωγής, το οποίο στο πλαίσιο της μηχανιστικής λογικής μπορεί να ρυθμιστεί κατά βούληση χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα υπόλοιπα στοιχεία πλην της εργασιακής δυνατότητας, τα οποία συγκροτούν την προσωπικότητά του, προσδίδει μονομέρεια στη συγκεκριμένη θεώρηση της οργάνωσης. Κι αυτό το κενό ήλθε να καλύψει η θεωρία των ανθρωπινών σχέσεων, με πρόδρομο τον Henri Fayol. n Κατά τη μετάβαση από το «φορντιστικό» καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής σε μια άλλη φάση που χαρακτηρίζεται από τον κυριαρχία του «μεταφορντιστικού» ή «νεοφορντιστικού» καπιταλιστικού μοντέλου η συνεχής μεταβολή των οργανωτικών δομών («καπιταλιστική αναδιάρθρωση») είναι η «νόρμα» με χαρακτηριστικά την αναδιοργάνωση (reengineering), την κατάργηση ενδιάμεσων διευθυντικών στρωμάτων (delayering), τη μείωση του μεγέθους και των εργασιών της επιχείρησης (downsizing), την ανάθεση εργασιών σε τρίτους (outsourcing) και τη δημιουργία νέων εργασιακών σχέσεων και μεθόδων εργασίας. Κυρίαρχο στοιχείο αυτής της νέας εταιρικής κουλτούρας είναι η πελατοκεντρική λογική, που διέπει όλες αυτές τις τάσεις σε αντίθεση με τη λογική της μαζικής παραγωγής του «φορντισμού». Τι αντικαθιστά τον Φορντισμό;

 Ποικιλομορφία καταναλωτικής ζήτησης και ειδικευμένες αγορές

 Επιτάχυνση κύκλου ζωής προϊόντων και ευμεταβλησία παγκόσμιας ζήτησης

 Αποκέντρωση παραγωγής εντάσεως εργασίας και ρουτίνας

 Αύξηση συνεργασιών και συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων

 Αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων

 Πολυ-ειδίκευση και κύκλοι ποιότητας

 Αριθμητικώς ελεγχόμενα και ολοκληρωμένα συστήματα εργοστασιακής κατασκευής με Η/Υ

 Εθνικά ρυθμιστικά συστήματα, έκβαση πολιτικής στρατηγικής και στρατηγημάτων  Έμφαση στην αισθητική της σχεδίασης και στο μάρκετιγκ q Οικονομίες σκοπού και μικρότερες περίοδοι παραγωγής

 Κατατμημένες αγορές

 Νέα χρηματοοικονομικά συστήματα

 Παγκόσμιος φορντισμός 

 Άμεσος (just-in-time) έλεγχος αποθεμάτων

 Επίπεδες ιεραρχίες

 Ευέλικτες ομάδες εργασίας 

 Ευέλικτα μεταποιητικά συστήματα

 Εθνικός τρόπος μεγέθυνσης

 Πλουραλιστικοί τρόποι ζωής

Παραγωγή σε μικρές παρτίδες

 Αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες σε σύγκριση με τη ζήτηση για εμπορεύματα

 Μεταϋλικές ανάγκες

 Παραγωγή γνώσης στις ανεπτυγμένες οικονομίες, βιομηχανική μαζική παραγωγή στην περιφέρεια

 Πόλωση του εργασιακού δυναμικού

 Ιεραρχίες τεχνικής εργασίας

 Γραφειοκρατικοποίηση της επιστημονικής και της διοικητικής εργασίας

 Επαγγελματικοποίηση της εργασίας

 Πληροφορία ως προϊόν και ως διαδικασία

 Πληροφοριακά δίκτυα και «καλωδιωμένες» κοινωνίες

Συγκεντροποιημένος έλεγχος και αποκεντρωμένες μονάδες παραγωγής

Οι αλλαγές του οργανωτικού πλαισίου των επιχειρήσεων

 Υπηρεσίες

 Νέα κοινωνικά κινήματα

 Άνιση παγκόσμια ανάπτυξη

 Νέα τάξη «υπηρετών»

 Γνωσιακές ελίτ

 «Στοχαστική» εργασία

 Επαγγέλματα πληροφορικής

 Πληροφοριακός τρόπος ανάπτυξης

 Πληροφοριακές τεχνολογίες

Πολυεθνικές μεγάλες επιχειρήσεις (MNCs)

Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0

ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

Gaia Community Μαθήματα Κεραμικής

Gaia Ceramics community
 
ceramics lessons
 
Gaia Ceramics community
 
Gaia Ceramics community