Παιδιά Στρατιώτες

Υπάρχει ένας καθρέφτης σε μια γωνιά του χαμόσπιτου. Είναι παλιός. Ήταν της γιαγιάς μου – ό,τι απέμεινε απ’ αυτην. Ήμουν μικρός όταν την έβλεπα να κοιτάζεται με αυταρέσκεια παρά τα πολλά της χρόνια. Έπιανε κότσο τα μαλλιά της, έσιανε το φουστάνι της κι έβαφε τα χείλη και τα μάτια της. Έπειτα χαμογέλαγε κι έβλεπα τα νεφελώδη μάτια του ειδ ώλου της να με κοιτούν, κι εγώ απορούσα. Λοιπόν αυτά τα μάτια του ειδώλου έχουν στοιχειώσει στον καθρέφτη. Όταν κοιτάζομαι σε αυτόν βλέπω ακόμη τα μάτια εκείνης, γιατι τα δικά μου μάτια τα έβαλαν να κοιτούν σε είδωλα, ποτέ στην αλήθεια, ποτέ στην αγάπη. Ο καθρέφτης είναι ραγισμένος, ραγίζει ακριβώς έτσι, ώστε να χωρίζει το κεφάλι μου σε δύο μέρη, εκεί που χωρίζεται ισομερώς ο εαυτός μου σε παιδί και ... ΔΟΛΟΦΟΝΟ!!
Έζησα στον πόλεμο της Μοζαμβίκης και έζησα τον πόλεμο της Μοζαμβίκης. Τον ένιωθα ηδονικο να σέρνεται επάνω μου, αφήνοντας πάνω στο κορμί μου ένα αισχρό υγρό, σαν δηλητήριο, που με ωθούσε να μεγαλώσω. Τώρα συνειδητοποιώ πως ήταν αυτό το δηλητήριο που δίχασε τον εαυτό μου σε δύο μέρη. Δύο ζωές ανήκουν σε κάθε άνθρωπο. Η μία πλανάται γύρω του και η άλλη – η εσωτερική – ρέει μέσα του. Λοιπόν, η ψυχρή ανάσα του πολέμου έκανε τα αγνά ύδατα, που έκαναν το αίμα μου ζεστό, να στερέψουν. Ξαφνικά, έμεινα άδειος και ξέρω τώρα τι είναι να χάνεις αυτή τη δεύτερη ζωή, την «εσωτερική», αφήνεις απλώς την άλλη να σε δένει με αιμάτινα νήματα και να σε σέρνει απαλό κι ελαφρύ, σα να ήσουν νεφέλη. Κάθε μέρα κόβει κι από ένα νήμα, ώστε στο τέλος να σ’ αφήσει ανυποψίαστα να πέσεις στο κενό, χωρίς να παραπονεθείς, χωρίς καν να συνειδητοποιήσεις.

Αν λοιπόν ένας εαυτός αντιστοιχεί σε μία ζωή, εγώ έχω δύο εαυτούς που προσπαθούν να αναπνεύσουν εγκλωβισμένοι, σε μισή ζωή, πνίγομαι ...

 

Αχ! Ο πόλεμος της Μοζαμβίκης. Τελείωσε. Τελείωσε;

 

Ήρθε η νύχτα. Και δεν ξανάφυγε ήρθε κι εγκαταστάθηκε για πάντα στη ζωή μου. Τ’ άστρα εκείνης της νύχτας δεν έχουν αλλάξει θέση, ούτε όνομα, ούτε αριθμό, ούτε λάμψη. Έχουν παγώσει εκεί. Σα να έχει πέσει επάνω τους μια μαρμάρινη ταφόπλακα και να υλοποιεί και ν’ αμαυρώνει την χάρη κι ανεξαρτησία του άυλου. Δε κινούνται. Όπως και ο εφιάλτης που με ξύπνησε εκείνη  νύχτα, δεν έφυγε, έμεινε εκεί, μένει εκεί σαν άστρο που καταστράφηκε, αλλά μένει για να σου υποδεικνύει κάτι που έγινε και δε σβήνει απ’ τον ουρανό σου. Για πάντα εδώ θα μείνει, εύκολα δε μπορώ να το αγνοήσω. Το φως έρχεται κοντά και όλο πιο κοντά ... μικρή έκρηξη στα μάτια.

 

Είμαι 6 χρονών. Νύχτα. Το κρεβάτι κρύο, ψυχρό το αίμα μου βράζει, τρέχει φόβος μέσα του. Παρακαλώ τους γονείς μου να με αφήσουν να κοιμηθώ κοντά τους μα μ’ αποτρέπουν λέγοντάς μου «είσαι μεγάλος πια». Μεγάλος;

 

Νιώθω τη φωτεινάδα των ματιών μου στο σκοτάδι. Ξαφνικά ένας κρότος, είναι η πόρτα. Να ‘ναι ο άνεμος; Όχι δεν είναι, ο άνεμος δεν έχει βήματα. Κοκκαλώνω εκεί, κλείνω τα μάτια μη τύχει και φωτίσουν τίποτα και σβήνω την αναπνοή μου. Ακούγονται άλλοι κρότοι, είναι έπιπλα που σπάνε. Κι όλο ανεβαίνουν τα βήματα, έρχονται κοντά και πιο κοντά. Νιώθω την καυτή, μανιώδη ανάσα είναι στο πρόσωπό μου, χέρια καρβουνισμένα με πιάνουν βάναυσα απ’ τις μασχάλες κι ύστερα μια τσιρίδα, μάλλον ήταν η δική μου. Κι ύστερα άλλη μια, μάλλον ήταν της μητέρας μου. Ακούγονται ξυλοδαρμοί. Όχι δε θ’ ανοίξω τα μάτια. «Όχι, έλεος, αφήστε το παιδί μου», «Σκότωσε τη σκύλα!», «Όχι το παιδί, ΠΑΡΤΕ ΕΜΕΝΑ». Ακούγεται πυροβολισμός, μια ανάσα σβήνει. Για πάντα. Κι ήταν πολύ γνώριμη. Σχεδόν δική μου. Ο αλλαλαγμός όμως συνεχίζεται. Ανοίγω για πρώτη φορά τα μάτια. Βλέπω τον πατέρα μου στον τοίχο, εξασθενημένος, αίματα παντού. Σκοτεινές φιγούρες τον χτύπαγαν ανελέητα. Ξαφνικά τα παντα σταμάτησαν. Τα πάντα κοιτούσαν προς το μέρος μου. Αυτός που με κρατούσε με άφησε κάτω. «Τον βλέπεις;» μου λέει. «Είναι δειλός. Κι όλοι οι δειλοί πεθαίνουν. Όπως κι αυτή ...» είπε κι έδειξε τη μάνα μου, ήταν αμίλητη, ακούνητη ... νεκρή! Κι αυτή δειλή ήταν, έπρεπε να πεθάνει. Τη βοηθήσαμε, την κάναμε γενναία έτσι, βλέπεις; Δε μίλαγα, τον κοίταζα. «ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ» μου είπε. «Όχι! Όχι! ΠΟΤΕ», «Είναι δειλός! Οι δειλοί δεν ανήκουν στον κόσμο μας. Σκότωσέ τον. Καλό θα του κάνεις»
«Όχι»
«Είσαι άντρας, πρέπει να το κάνεις! Είσαι μεγάλος πια. Μεγάλος». Η λέξη κουδούνισε στ’ αυτιά μου. ΜΕΓΑΛΟΣ, ΔΕΙΛΟΣ. Το μυαλό μου θολώνει. Κρατάω όπλο! Χαϊδεύω τη σκανδάλη «ΜΕΓΑΛΟΣ, ΕΙΝΑΙ ΔΕΙΛΟΣ, ΚΑΝ’ΤΟ, ΣΚΟΤΩΣΕ, ΣΚΟΤΩΣΕ, ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ». Πατάω τη σκανδάλη. Ακούγεται ο κρότος. Μια κραυγή πόνου κι ύστερα η απόλυτη σιωπή, το απόλυτο χάος.

 

Με πήγαν σ’ ένα στρατόπεδο, ήταν κι άλλοι πολλοί, παιδιά στην ηλικία μου ή και μεγαλύτερα. Ήταν και κορίτσια, μέσα σ’ αυτά ήταν και μια γειτονοπούλα, που παίζαμε. Έκλαιγε. Στην αρχή καθόμασταν όλη τη μέρα εκεί, χωρίς φαί, μ’ ελάχιστο νερό, χωρίς στέγη και κυρίως χωρίς ... αγάπη. Έρχονταν κάτι άνθρωποι, σκοτεινοί, σαν αυτούς που με άρπαξαν και μας μιλούσαν. Δεν καταλάβαινα στην αρχή και πολλά, μοναχά λέξεις που έκρουαν βίαια κάθε φορά στο μυαλό μου. «Μεγάλος», «Άντρας», «Δειλοί», «Σκοτώνουμε». Για τους γονείς μου ποτέ δεν έκλαψα, οι λέξεις έρρεαν στο οξυγόνο που ανέπνεα, φιλτράρονταν κι αυτές στα πνευμόνια μου. Πονούσαν αρχικά, έκαναν τα μάτια μου να τσούζουν, να δακρύζουν, ο λαιμός μου πνιγόταν. Μετά από λίγο άρχισα να καπνίζω. Οι «εκπαιδευτές» μας – έτσι αυτοαποκαλούνταν – μας μάθαιναν σημάδι, κάποιους τρέξιμο γιατί θα γίνονταν αγγελιαφόροι, και όλοι είχαμε στο νου μας το μυστικισμό και το θάνατο. «Αθόρυβα ... Σκοτώνω! Κι ύστερα κρύβομαι γιατί έχω και άλλους να σκοτώσω».

 

Δε θυμάμαι πότε συμμετείχα για πρώτη φορά σε πόλεμο ή πόσο χρονών ήμουν, θυμάμαι όμως πως πρώτα σκότωσα έναν άντρα που με ρώτησε αν χρειάζομαι βοήθεια, να βρω τη μάνα μου. Ύστερα σκότωσα άντρες πισώπλατα ή και προς στα μάτια τους. Τρεφόμουν με εκείνη την αίσθηση της εκδίκησης χωρίς συγκεκριμένο λόγο, τρεφόμουν με εκείνη την έκπληξη στα μάτια αυτών των ηλιθίων, των δειλών, πριν τον υπέροχο θάνατό τους, γιατί δεν ήξεραν πως είμαι ΜΕΓΑΛΟΣ!

 

Σιγά σιγά γινόμουν τέλειος στο σημάδι. Προπονούμουν σε αντικείμενα που βάζαμε πάνω στα κεφάλια νεοφερμένων παιδιών. Πόσο μ’ άρεσε εκείνη η τρομοκρατημένη έκφρασή τους! Μια μέρα η σφαίρα πέτυχε το κεφάλι ενός παιδιού και δε θυμάμαι αν έγινε κατά λάθος ή αν το ‘κανα για πλάκα. Δεν έχει σημασία, εγώ γινόμουν άντρας, δυνατός και περήφανος ... αήτητος!

 

Ήμουν κάπου δεκαέξι χρονών όταν είδα ξανά τη παλιά γειτονοπούλα μου, είχε αλλάξει τόσο, μα την αναγνώρισα απ’ τα μάτια. Ήμασταν μαζί παιδιά όλη την ώρα. Παιδιά; Όχι, ποτέ! Κάτι άρχισε να θολώνει στα μάτια μου, όταν εκείνη μου χαμογέλασε αμιδρά. Την άρπαξα απ’ τα μαλλιά και κάτι φούσκωνε μέσα μου όταν είδα τον τρόμο να ζωγραφίζεται στα μάτια της. Δε μπορούσε να αντισταθεί, γιατί εγώ ήμουν πολύ δυνατός! Της έσκισα με μανία τα ρούχα. Αυτή ούρλιαζε, μα εγώ ένοιωθα με ικανοποίηση να χαλάω το σώμα της, να το μετατρέπω από γάλα σε βρώμικο χώμα. Πονούσε και μ’ άρεσε. Όταν τέλειωσα, άφησα τη σάρκα της στο έδαφος κι έφυγα θριαμβευτικά.

 

Ο πόλεμος συνεχιζόταν, κι εγώ μέρα με τη μέρα αντάλλασα τη παιδικότητά μου με δύναμη, σιγά σιγά γινόμουν ένας απίστευτα καθαρός καθρέφτης των βασανιστών μου. Οι ακτίνες ανάκλασης όμως ήταν ... σκοτάδι! Σιγά σιγά μετατρεπόμουν σε τέλεια δολοφονική μηχανή, που παρήγαγε στάχτη, λάσπη, κλάμα, θάνατο.

 

Μέχρι που μια νύχτα ... ονειρεύτηκα! Ήμουν στον κήπο του παλιού μου σπιτιού. Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια άκουσα μουσική, κι ήταν πουλιά! Παρακολουθούσα μια σπουργίτα να μαθαίνει τα παιδιά της να πετάνε και ξαφνικά ένα απ’ αυτά έπεσε. Το άκουγα να κρόζει ανήμπορο στο έδαφος, μα δε μ’ ενδιέφερε, γύρισα το κεφάλι αλλού. Όπως κάθε όνειρο, θα τέλειωνε κι αυτό. Μέχρι που ... εμφανίστηκε μια λάμψη, τόσο ξαφνική μες στο σκοτάδι μου, που μ’ έκανε ν’ ανοίξω τα μάτια! Κινήθηκα προς το σπουργίτι, το πήρα και προσπάθησα να το περιθάλψω τυλίγοντας τη σπασμένη του φτερούγα.
Εκείνο το φως ... πρέπει να ήταν η μητέρα μου!

 

Όταν ξύπνησα, ένοιωσα τα μάτια μου ξανά φωτεινά, να πληγώνονται απ’ το βαθύ σκοτάδι. Πήρα το όπλο και κατευθύνθηκα σ’ ένα γκρεμό. Κλώτσησα μανιακά το όπλο και το παρακολούθησα να χάνεται στο χάος. Σκέφτηκα να το ακολουθήσω, μα όχι δε θα πέθαινα γι Αυτούς που με κατέστρεψαν, όχι μ’ αυτό το όπλο. Τώρα θα δώσω τη τελευταία μου μάχη. Τώρα ... θα ζήσω!

 

Κι έτρεξα, έτρεξα. Δίχως να φοβάμαι να δείξω στον εαυτό μου ότι φοβάμαι. Ένα αόρατο χέρι με οδήγησε στο παλιό μου σπίτι. Εκεί έπρεπε να αντιμετωπίσω τη στρογγυλάδα του παρόντος συναρτήσει της κόκκινης γραμμής του παρελθόντος. Μια γριά γειτόνισα αντιλήφθηκε την ύπαρξή μου κι από τότε μου αφήνει κάθε μέρα φαγητό έξω από τη πόρτα, εγώ από τότε δεν έχω βγει καθόλου από δω μέσα. Θάβομαι εδώ μέρα με τη μέρα, γιατί ξέρω δε θα ξεφύγω ούτε και να προσπαθήσω θέλω. Η ζοφερή σιγουριά του μάταιου με τρομάζει. Ας έρθει να με βρει ...

 

Είναι ένα ξύλινο κουτί αυτό το σπίτι, με αέρα γεμάτο από τις εκπνοές που προσπαθούν να βγάλουν τον πόνο από μέσα μου, όμως τα παράθυρα είναι κλειστά, ο αέρας δεν ανανεώνεται, οι εκπνοές δεν βγαίνουν στη Φύση να τις αποσυνθέσει, να τις εξαγνίσει. Κι εγώ τις αναπνέω ξανά και λίγο λίγο ενσωματώνονται μέσα μου. Κι έτσι βρίσκομαι σ’ ένα κουτί γεμάτο νεκρούς. Ελπίζω να μη το περάσει κανείς για μουσικό, γιατί αν το ανοίξει θα ακούσει μοναχά κρότους. Αν ψάξει να βρει κανείς εδώ μέσα χρώμα, πιθανώς να βρει μερικές φωτογραφίες. Αν σας κάνουν πάρτε τις! Ούτε καμμιά θερμοφόρα ή φωτεινή πηγή είναι. Υπάρχει μοναχά μια παλιά σόμπα (που ανοίγω λίγο για να ζεσταίνομαι τα βράδια) και μια λάμπα πετρελαίου που δεν ανάβω σχεδόν ποτέ. Φοβάμαι το βράδυ να κοιτάξω αυτή τη ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα, το τραπέζι, τις σπασμένες καρέκλες. Γιατί κάποτε, κινούνταν, υπήρχε ζωή μες στο σπίτι, ενώ τώρα μοιάζουν όλα τόσο ακίνητα, τόσο νεκρικά. Φαντάσου ένα κόσμο γεμάτο λευκά αγάλματα. Μόνη κίνηση και ζωή, εσύ ... κι ένας φόβος, ότι κάποτε ίσως ξυπνήσουν και μαρμαρώσουν κι εσένα.

 

Ναι, τα παράθυρα είναι κλειστά, για ένα λόγο. Φοβάμαι ν’ αντικρύσω κείνα τα βουνά που περικυκλώνουν το σπίτι. Όταν ήμουν μικρός, νόμιζα πως η Γη τελειώνει στη κορυφή αυτών των βουνών. Κι είναι βάναυσο να μαθαίνεις από έξι χρονών ότι ο κόσμος δεν είναι ο κόσμος σου, ότι υπάρχει ζωή (ή θάνατος) πίσω από τα βουνά.

 

Τώρα όμως θα τρέξω, για την μνήμη όλων εκείνων που πέθαναν και για την μνήμη του εαυτού μου. Θα τρέξω και θα χαράξω ένα στοίχο στο βουνό, όπως έκανε ο πρώτος ποιητής ζωγραφίζοντας τη φωτιά και ορίζοντας Αρχή τη ζωή του ...

 

Εσμεράλδα Γκέκα, 2007
Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0

ΜΕ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ

Gaia Community Μαθήματα Κεραμικής

Gaia Ceramics community
 
ceramics lessons
 
Gaia Ceramics community
 
Gaia Ceramics community