(Σημειώσεις για μια ριζοσπαστική προσέγγιση της οικολογικής κρίσης)
του Πάνου Τότσικα
1. ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (1)
Η όξυνση της οικολογικής κρίσης που αντιμετωπίζουμε τις τελευταίες δεκαετίες σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει οδηγήσει σε μια αυξανόμενη περιβ αλλοντική ευαισθητοποίηση και στην ανάπτυξη ποικιλόμορφων οικολογικών κινημάτων. Τα διάφορα οικολογικά κινήματα, παρά τις όποιες τους ανεπάρκειες συνέβαλαν ώστε να τεθούν μια σειρά σοβαρών φιλοσοφικών, κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων, όπως η σχέση άνθρωπου-φύσης, η σημασία της κυρίαρχης ανθρωποκεντρικής κοσμοαντίληψης, η αντίληψη της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση, τα όρια της κοινωνικό-οικονομικής ανάπτυξης και η σχέση του κυρίαρχου σήμερα καπιταλιστικού συστήματος με τη ραγδαία υποβάθμιση και καταστροφή του περιβάλλοντος.
2. ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ
Η μηχανιστική αντίληψη της σχέσης ανθρώπου-φύσης που διαμορφώθηκε κατά τον 16ο και 17ο αιώνα στα πρώτα στάδια ανάπτυξης του καπιταλισμού, εξακολουθεί να κυριαρχεί μέχρι σήμερα και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την υποβάθμιση ή και την καταστροφή της φύσης κατά τους τελευταίους αιώνες. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η φύση αποτελεί μια εξωτερική σε σχέση με τον άνθρωπο πραγματικότητα, το σύνολο του μη ανθρώπινου κόσμου, που αποτελεί παθητικό αντικείμενο προς κατάκτηση και κυριαρχία από τον άνθρωπο. (2) Η κυρίαρχη ανθρωποκεντρική αντίληψη συνήθως υποκρύπτει μια ταξική κυριαρχία πάνω στον άνθρωπο και συνδέεται άμεσα με την αντίληψη για κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση και τις καταστροφικές της συνέπειες.
Διακρίνουμε δύο κατηγορίες ανθρωποκεντρισμού:
α) Τον υποκειμενικό ανθρωποκεντρισμό («σκέφτομαι άρα υπάρχω» - «παραγωγή της φύσης από τον άνθρωπο»), ο οποίος συνδυάζεται με μια απόρριψη της διαλεκτικής της φύσης, αποδίδοντας εγγενή αξία μόνο στα ανθρώπινα όντα.
β) Τον αντικειμενικό και ήπιο ανθρωποκεντρισμό, ο οποίος αναγνωρίζει απλώς την καθοριστική (και όχι κατ’ ανάγκη αρνητική) επίδραση του ανθρώπινου πολιτισμού στο περιβάλλον και αντιλαμβάνεται συνολικά και διαλεκτικά την ενότητα της φύσης που περιλαμβάνει βεβαίως τον άνθρωπο.
Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση θα πρέπει να κατανοηθεί όχι με στατικό και μεταφυσικό τρόπο, αλλά ως σχέση κοινωνική, ιστορική και διαλεκτική. Στα πλαίσια της κοινωνικής και παραγωγικής διαδικασίας, ο άνθρωπος μετασχηματίζει, αλλάζει τη φύση και μερικά «δημιουργεί φύση». Τα όρια και η έκταση της ανθρώπινης παρέμβασης διευρύνονται διαρκώς. (3)
Η διαλεκτική αντίληψη της σχέσης ανθρώπου-φύσης περιλαμβάνει την κατανόηση ότι οι εγγενείς αντιθέσεις της φύσης, της κοινωνίας και της σχέσης κοινωνίας-φύσης αποτελούν την κινητήρια δύναμη της φυσικό-κοινωνικής διαλεκτικής εξέλιξης. Η διαλεκτική αντίληψη της σχέσης ανθρώπου-φύσης συλλαμβάνει συνολικά και ολοκληρωμένα την οργανική αλληλεπίδραση του μέρους με το όλο.
3. ΕΡΓΑΣΙΑ - ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
Ο Μαρξ έθεσε την ανθρώπινη εργασία στο κέντρο της σχέσης ανθρώπου-φύσης, ως διαμεσολαβητική εργασία για την απόσπαση από την φύση των αναγκαίων προϊόντων (αξιών χρήσης) ή την επίτευξη σκόπιμων αποτελεσμάτων και χαρακτήρισε τη διαμεσολάβηση αυτή ως «μεταβολισμό», θέλοντας να δείξει ότι πρόκειται για μια φυσική διαδικασία. Ο Μαρξ θεώρησε ότι η εργασιακή διαδικασία στις βασικές υλικές της πλευρές, αποτελεί μια αιώνια αναγκαιότητα που επιβάλλεται από τη φύση. Ο άνθρωπος και η φύση γενικότερα ή η εργασία και η γη ειδικότερα, αποτελούν τα αναγκαία υλικά στοιχεία κάθε παραγωγικής διαδικασίας, ανεξάρτητα από την κοινωνική της οργάνωση.
Σύμφωνα με τον Μαρξ, κινητήρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης αποτελεί η διαλεκτική αντίθεση (αλλά και ενότητα) των παραγωγικών σχέσεων (δηλαδή των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων οι οποίες προκύπτουν από την συγκεκριμένη τους ένταξη στην παραγωγική διαδικασία) με τις παραγωγικές δυνάμεις (άνθρωπος και μέσα παραγωγής).
Οι σχέσεις ιδιοκτησίας, από τότε που αναπτύχθηκαν ιστορικά, αποτελούν βασικό συστατικό και συμβάλλουν καθοριστικά στην ταξική διαμόρφωση των παραγωγικών σχέσεων. Η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής οδηγεί σε έναν ταξικό διαχωρισμό της κοινωνίας και με την επέκταση της μισθωτής εργασίας δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
4. ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
Η ραγδαία ανάπτυξη και επέκταση του κεφαλαίου στην εποχή μας, έχει πλέον ανατρέψει την οικολογική ισορροπία σε πλανητικό επίπεδο και τείνει να υπερβεί ορισμένα όρια κρίσιμης σημασίας για την επιβίωση του οικοσυστήματος και του ίδιου του ανθρώπου.
Ενώ για τους φυσιοκράτες η «φύση» ήταν άμεση πηγή αξίας, η διαδικασία εκβιομηχάνισης του καπιταλισμού δεν οδήγησε μόνο στην υποβάθμιση, αλλά και στην κοινωνικό-θεωρητική απαξίωση της φύσης. Η αλλοτρίωση του ανθρώπου που ξεκινά με την ανάπτυξη του θεσμού της ιδιοκτησίας και συνεπάγεται την απόσπαση των μέσων παραγωγής και των φυσικών συνθηκών επιβίωσης από την πλειοψηφία των άμεσων παραγωγών, το σπάσιμο δηλαδή της ενότητας ανθρώπου-φύσης, φθάνει με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στο απόγειο της. Έτσι δημιουργείται μια νέα μεταφυσική της φύσης ως εξωτερικού παράγοντα.
• Στην πρώτη φάση της ιστορίας του καπιταλισμού (που εκτείνεται από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης του μέχρι περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1960), το κεφάλαιο συσσωρεύεται χωρίς ουσιαστικά φυσικά, περιβαλλοντικά όρια, αξιοποιώντας την φύση και τους φυσικούς πόρους χωρίς ουσιαστικό κόστος και ως «δωρεά προς το κεφάλαιο». Τα όποια περιβαλλοντικά προβλήματα ή φυσικά εμπόδια στην ανάπτυξη του κεφαλαίου είχαν κατά κανόνα περιορισμένες διαστάσεις, αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό τη συγκεκριμένη διάρθρωση των παραγωγικών και ιδιοκτησιακών σχέσεων και μπορούσαν μερικά τουλάχιστον να αντιμετωπίζονται με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, την αναδιάρθρωση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και τη σχετική ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους.
• Η δεύτερη φάση της ιστορίας του καπιταλισμού (που εκτείνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 μέχρι το απροσδιόριστο χρονικά μέλλον του καπιταλισμού), αφορά μια περιοριζόμενη ανάπτυξη του κεφαλαίου. Η φάση αυτή αντιστοιχεί στην εντατική ανάπτυξη του κεφαλαίου (αντί της εκτατικής της πρώτης φάσης), στην ουσιαστική υπαγωγή της φύσης στο κεφάλαιο (αντί της τυπικής), και στην απόσπαση σχετικής υπεραξίας (αντί της απόλυτης). Επισημαίνεται ότι η επιδίωξη απόσπασης σχετικής υπεραξίας από το κεφάλαιο, υπήρξε και στην πρώτη φάση και αποτελεί σε μεγάλο βαθμό απάντηση του κεφαλαίου στα φυσικά όρια που συναντά κατά τη διαδικασία συσσώρευσης.
5. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ
Η «τεχνολογία» στα πλαίσια μιας ταξικής κοινωνίας, δεν μπορεί να έχει γενικά απελευθερωτικό χαρακτήρα για τον άνθρωπο ή την φύση, αλλά στοχεύει κυρίως στην κυριαρχία και την εκμετάλλευση της άρχουσας κοινωνικής μειοψηφίας πάνω στις κυριαρχούμενες τάξεις και την φύση.
Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας της τεχνολογίας που αναπτύσσεται στον καπιταλισμό, μπορεί να μην θεωρείται γενικά ως η αιτία για την αλλοτρίωση του ανθρώπου και τη ραγδαία οικολογική καταστροφή, όμως ευθύνεται σε μεγάλο μέρος, για την υποβάθμιση και την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Πέρα όμως από τον χαρακτήρα της τεχνολογίας, μια βασικότερη ακόμα αιτία για τη βαθμιαία καταστροφή του περιβάλλοντος έγκειται στη μετατροπή της παραγωγής αξιών-χρήσης, σε μια γενικευμένη παραγωγή ανταλλακτικών αξιών στον καπιταλισμό και στον εγγενή ανταγωνιστικό και εκτατικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
6. «ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ»
Η αλματώδης ανάπτυξη του καπιταλισμού ιδιαίτερα κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, που πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά πάνω στη βάση μιας ελεύθερης και ανεξέλεγκτης αξιοποίησης της γης και των φυσικών πόρων, είχε ως συνέπεια τη ραγδαία υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την εκτεταμένη καταστροφή της φύσης. Η διαδικασία αυτή οδήγησε σε μία γενικότερη αναγνώριση της ανάγκης βιωσιμότητας του συστήματος και σε μία εκτεταμένη αποδοχή της αντίληψης για μία «βιώσιμη ανάπτυξη». Παράλληλα και καθώς γίνεται πλέον φανερό ότι η κατασπατάληση και υποβάθμιση των δυνάμεων της φύσης προσεγγίζει κάποια φυσικά ή κοινωνικά όρια, εξελίχθηκε μία εκτεταμένη προσπάθεια για την πρακτική αντιμετώπιση του προβλήματος και μία οικολογική («πράσινη») ανασυγκρότηση του καπιταλισμού.
Η αντίληψη της «βιώσιμης ανάπτυξης» αναπτύσσεται ως ένας ποσοτικός σε μεγάλο βαθμό συμβιβασμός ανάμεσα στην ανάπτυξη (μεγέθυνση) και τους φυσικούς περιορισμούς. Ο μηχανισμός της αγοράς και η επέκτασή του (ακόμη και η παραπέρα ιδιωτικοποίηση των φυσικών πόρων), θεωρούνται κατάλληλα μέσα από ακαδημαϊκούς και θεωρητικούς ανθρώπους, μη κυβερνητικές οργανώσεις αλλά και επιχειρηματικούς φορείς, για την αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού προβλήματος.
Αρκετοί πιστεύουν ότι η ανασυγκρότηση του καπιταλισμού και μια κατάλληλη στρατηγική περιβαλλοντικής διαχείρισης, μπορούν να διασφαλίσουν έστω και με κάποιο κόστος τη βιωσιμότητα του συστήματος. Το ερώτημα όμως που γεννάται είναι: μακροπρόθεσμα, είναι βιώσιμός ο καπιταλισμός;
Στην προσπάθεια οικολογικής ανασυγκρότησης του κεφαλαίου και διασφάλισης βιωσιμότητας, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει στοιχεία ρεαλισμού, τα οποία σε έναν περιορισμένο βέβαια βαθμό υπερβαίνουν τη στενή ταξική θεώρηση της πραγματικότητας και ως τέτοια αποτελούν μάλλον στοιχεία που παραπέμπουν σε έναν ιστορικά επόμενο τρόπο παραγωγής. Τα στοιχεία ,όμως αυτά δεν θα μπορούσαν να διασφαλίσουν μια πλήρη αναγνώριση της σημασίας του περιβάλλοντος και της φύσης, καθώς και μια πραγματική συμφιλίωση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά ούτε τη βιωσιμότητα του ίδιου του καπιταλισμού.
Η όποια οικολογική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού μπορεί προσωρινά να αμβλύνει ή να μεταθέσει το πρόβλημα, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει τη βασική τάση μέσα στα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Η αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης, η ριζική αλλαγή της σχέσης ανθρώπου-φύσης και η συμφιλίωση του με το φυσικό περιβάλλον, αποτελούν μείζον πολιτικό ζήτημα στρατηγικού χαρακτήρα, που συνεπάγεται την υπέρβαση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
7. ΤΟ «ΠΡΑΣΙΝΙΣΜΑ» ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ (4)
Η «οικολογικοποίηση» της ανάπτυξης, το «πρασίνισμα» του καπιταλισμού, μπορεί σε έναν περιορισμένο βέβαια βαθμό, σε ορισμένους παραγωγικούς τομείς και λόγω κοινωνικής πίεσης, να επιφέρει ορισμένες περιβαλλοντικές βελτιώσεις, αλλά οι όποιες περιβαλλοντικές απαγορεύσεις στη λειτουργία της παραγωγικής διαδικασίας, το μοντέλο μιας αγοράς με οικολογικές ευαισθησίες, δεν παύουν να αποτελούν μια διαδικασία κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Ο οικο-καπιταλισμός συνιστά εν τέλει ένα μοντέλο επιτρεπτής καταστροφής της φύσης με εργαλείο την τεχνολογία, που επιδιώκει να μετριάσει τις ακρότητες του μοντέλου εκβιομηχάνισης που εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα, εξάγοντας ταυτόχρονα κέρδη από τις συνέπειες του μοντέλου αυτού. Ο οικο-καπιταλισμός αποτελεί τελικά μια ευκαιρία για τις επιχειρήσεις, ώστε να επεκτείνουν με νέες «οικολογικές» επενδύσεις τη συσσώρευση του κεφαλαίου τους.
Η όποια οικολογική ρύθμιση της ανάπτυξης δεν αντιστρατεύεται τον οικονομικό επεκτατισμό, την αυξανόμενη δηλαδή κατανάλωση της φύσης. Η φύση δεν προστατεύεται αναγόμενη σε εμπόρευμα. Μια οικολογία συμβατή με την οικονομία της αγοράς, σε συνθήκες διεθνοποίησης των αγορών, είναι τελικά μια επιλογή για τη συνέχιση της καταστροφής της φύσης. Ο οικο-καπιταλισμός αποτελεί την προσπάθεια για ορθολογικοποίηση και εμπορευματοποίηση των ρυθμών καταστροφής της φύσης, στο βαθμό που έχει ως στόχο την αναζήτηση της μέγιστης απόδοσης, την διαρκή αύξηση της κατανάλωσης και των αναγκών, τη γρήγορη γήρανση αγαθών και παραγωγικών μέσων, που είναι απαραίτητοι όροι για την κερδοφορία του οικολογικού κεφαλαίου. Ανατίθεται δηλαδή στην αγορά, σε συνδυασμό με ορισμένα μέτρα κοινωνικού ελέγχου της, να διαχειριστεί την περιβαλλοντική μεταβλητή, να ενσωματώσει την αντίθεση κεφαλαίου-φύσης στην αναπτυξιακή δυναμική, χωρίς τα περιβαλλοντικά έξοδα να υπονομεύσουν την προτεραιότητα του κέρδους.
8. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ (5)
Τα κοινωνικά αίτια της οικολογικής κρίσης, αποδίδονται ορθά στο ανταγωνιστικό πνεύμα της αγοράς. Η ιδεολογία αυτού του πνεύματος εκφράζεται με το περιβόητο αξίωμα της αγοράς: «αναπτύξου ή πέθανε». Ένα αξίωμα που ταυτίζει την απεριόριστη ανάπτυξη με την «πρόοδο» και την κυριαρχία πάνω στη φύση με τον «πολιτισμό». Τα αποτελέσματα αυτού του διογκωμένου κύματος εκμετάλλευσης και ρύπανσης, είναι αποτρόπαια. Πρόκειται για μια λεηλασία του εδάφους, των δασών, των υδατικών πηγών και της ατμόσφαιρας, που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του είδους μας.
Αυτή η αυθεντική κατάσταση ζούγκλας όπου ισχύει το δίκιο του ισχυρότερου και την αποκαλούμε «ελεύθερη αγορά», είναι μια προβολή του ανθρώπινου ανταγωνισμού πάνω στη φύση. Η κοινωνική οικολογία «ριζοσπαστικοποιεί» την κατανόηση των φυσικών φαινομένων, αμφισβητώντας από οικολογική σκοπιά την εικόνα της φύσης που κυριαρχεί στην οικονομία της αγοράς. Η φύση είναι ένας αστερισμός από κοινότητες. Απαλλαγμένη από όλες τις ανθρωποκεντρικές ηθικές παγίδες, η φύση αποτελεί ένα κόσμο συμμετοχής και αλληλεπίδρασης των μορφών ζωής, που οι πλέον ξεχωριστές ιδιότητες του είναι η γονιμότητα, η δημιουργικότητα, η σκοπιμότητα. Έναν κόσμο που τον χαρακτηρίζει η συμπληρωματικότητα και αποτελεί το υπόβαθρο για μια ηθική της ελευθερίας περισσότερο, παρά της κυριαρχίας.
Η κοινωνία από την πλευρά της, πραγματώνει την “αλήθεια” της, αυτό- πραγματώνεται με τη μορφή ενός πλούσια διαρθρωμένου δικτύου αμοιβαίων ανθρωπίνων σχέσεων, θεμελιωμένου στην κοινότητα, στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας, στην ποικιλία των κινήτρων και των δραστηριοτήτων, στον αυξανόμενο πλούτο της εμπειρίας και στην πολλαπλότητα των καθηκόντων. Είναι ένα απλό εγκεφαλικό εύρημα αυτή η βαθμιαία εξέλιξη της ποικιλομορφίας του οικοσυστήματος σε κοινωνική ποικιλομορφία, η οποία θα βασίζεται σε αποκεντρωμένες κοινότητες ανθρώπινης κλίμακας;
Μπορούμε να ενθαρρύνουμε μια νέα ευαισθησία απέναντι στο” άλλο”, η οποία σε μια μη ιεραρχική κοινωνία βασίζεται περισσότερο στη συμπληρωματικότητα παρά στην αντιπαλότητα καθώς και στις νέες κοινότητες ανθρώπινης κλίμακας, που θα προσαρμόζονται στα οικοσυστήματα όπου είναι τοποθετημένες διασφαλίζοντας μια νέα, αποκεντρωμένη, αυτοδιαχειριζόμενη δημόσια σφαίρα με νέες μορφές ατομικότητας και αμεσοδημοκρατικές μορφές κοινωνικής διαχείρησης.
Σημειώσεις
(1) βλ. Γιώργος Λιοδάκης / περιοδικό «Ουτοπία» Νο 26 (σελ. 79-106)
(2) «…Η αρμονία που οι μεγάλοι ατομικιστές, όπως ο Ρουσώ, είχαν νομίσει πως είχαν ανακαλύψει, ανάμεσα στη φύση και στον άνθρωπο, δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος αγωνίζεται ενάντια στη φύση. δεν πρέπει να μένει παθητικά στο επίπεδο της, να την ατενίζει ή να βυθίζεται ρομαντικά εντός της. πρέπει, αντίθετα, να τη νικήσει, να κυριαρχήσει πάνω της, με την εργασία, την τεχνική, την επιστημονική γνώση, και με τον τρόπο τούτο είναι που αυτός γίνεται ο εαυτός του…». βλ. Ανρύ Λεφέβρ / «Ο Μαρξισμός–Τι γνωρίζω» εκδόσεις Presses Universitaires de France (2006)
(3) «…Ας μην υπερηφανευόμαστε, όμως, υπερβολικά για τις ανθρώπινες νίκες μας πάνω στη φύση. Για κάθε τέτοια νίκη η φύση μας εκδικείται. (…) Έτσι σε κάθε βήμα μας υπενθυμίζεται ότι με κανέναν τρόπο δεν κυβερνούμε πάνω στη φύση όπως ένας κατακτητής σε ξένο λαό, όπως κάποιος που στέκεται έξω από την φύση-αλλά ότι, με τη σάρκα, το αίμα και το μυαλό μας, ανήκουμε στη φύση και υπάρχουμε στο μέσον της και ότι όλη μας η κυριαρχία πάνω σ’ αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι έχουμε το πλεονέκτημα σε σχέση με όλα τ’ άλλα πλάσματα να μπορούμε να μαθαίνουμε τους νόμους της και να τους εφαρμόζουμε σωστά…». βλ. Φρίντριχ Ένγκελς / Μαρξ και Ένγκελς 1974 : 365-66 / περιοδικό «Ουτοπία» Νο 26 (σελ. 83)
(4) βλ. Χάρης Ναξάκης / περιοδικό «Ουτοπία» Νο 26 (σελ. 107-118)
(5) βλ. Μάραιη Μπούκσιν / «Τι είναι η κοινωνική οικολογία» εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος (Αθήνα 2000)
Υστερόγραφο
Το κείμενο αυτό αποτελεί την ομιλία μου στην Ημερίδα που οργάνωσε ο «Παιδαγωγικός Όμιλος» (Παρεμβάσεις-Κινήσεις-Συσπειρώσεις Πρρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης) με θέμα ; «Περιβαλλοντική κρίση και εκπαίδευση» την Κυριακή 24 Φλεβάρη 2008 στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Στο κείμενο περιλαμβάνονται αποσπάσματα από κείμενα του Γιωργου Λιοδάκη,Χάρη Ναξάκη και Μάραιη Μπουκσιν.