Η επικαιρότητα της σκέψης του Α. Γκράμσι για τα εργατικά συνδικάτα σε συνθήκες «νεοφιλελεύθερης Ηγεμονίας» και «παγκοσμιοποίησης»
Το ερώτημα στο οποίο προσπαθεί να απαντήσει –έστω και ανολοκλήρωτα προς το παρόν- η ανακοίνωση αυτή είναι το κατά πό σο το έργο του Αντόνιο Γκράμσι μπορεί να μας χρησιμεύσει σήμερα στην πολιτική ανάλυση και ιδιαίτερα στο πεδίο της εργατικής συνδικαλιστικής δράσης.
Οι βασικές του συνεισφορές στην πολιτική σκέψη ήταν οι εξής:
α) η έννοια της πολιτισμικής «ηγεμονίας» ως μέσου διατήρησης της κυριαρχίας του καπιταλιστικού κράτους,
β) ο τονισμός της ανάγκης για την μόρφωση των εργατών ώστε να δημιουργηθούν οι «οργανικοί διανοούμενοι» της εργατικής τάξης και να γίνει δυνατή η επίτευξη της εργατικής ταξικής «ηγεμονίας»,
γ) η διάκριση μεταξύ πολιτικής κοινωνίας (αστυνομία, στρατός, νομικό σύστημα κ.α.), που κυριαρχεί άμεσα και κατασταλτικά, και κοινωνίας πολιτών (οικογένεια, εκπαιδευτικά συστήματα, συνδικάτα κ.α.), όπου η κυριαρχία του καπιταλιστικού κράτους συγκροτείται μέσω της ιδεολογίας ή μέσω της συναίνεσης,
δ) η πρωταρχική σημασία του «ιστορικισμού», δηλαδή της ανάλυσης μιας κοινωνίας και της εξήγησης των ιδεών με αναγωγή στο συγκεκριμένο κάθε φορά ιστορικό της πλαίσιο, και
ε) η κριτική του οικονομικού ντεντερμινισμού.
Υποστήριξε ότι το κράτος δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τη βία και την καταστολή ή τη δικτατορική επιβολή ως μέσα επιβίωσής του αλλά η σχέση του με την κοινωνία βασίζεται στο σχηματισμό και τη διάδοση/διάχυση πολιτιστικών, ιδεολογικών και ηθικών/διανοητικών συστημάτων αξιών και πεποιθήσεων. Ο Γκράμσι διαπίστωσε ότι στη Δυτική Ευρώπη, χοντρικά από το 1870 και ύστερα, υποχωρούσε η κατασταλτική πολιτική έναντι της ιδεολογικής ηγεμονίας που δημιουργούσε τους όρους της ταξικής συναίνεσης προς τις κυρίαρχες τάξεις. Αυτή, όμως, η συναίνεση δεν είναι κάποια στατική κατάσταση αλλά βρίσκεται διαρκώς υπό αναδιαπραγμάτευση, οπότε η εκάστοτε κυρίαρχη τάξη ή μερίδα τάξης που επικρατεί στο ηγεμονικό μπλοκ νοιώθει υποχρεωμένη να επιδιώκει συνεχώς την εκ νέου απόσπαση της συναίνεσης. Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα της στρατηγικής του «μεταμορφισμού» που υλοποίησε ο φιλελεύθερος πρωθυπουργός Τζουζέπε Τζολίτι για να εντάξει στο πολιτικό παιχνίδι τους σοσιαλιστές και τα συνδικάτα για να τα αφοπλίσει πολιτικά,
Έτσι, η ιδεολογική κυριαρχία έχει ως αποτέλεσμα να σκεφτόμαστε για τον κόσμο σύμφωνα με τη δική της λογική και αντίληψη. Έτσι ο Γκράμσι άλλαξε τις μαρξιστικές αντιλήψεις για τι κράτος και την κοινωνία και της μεταξύ τους σχέσης. Η κοινωνία των πολιτών είναι, τρόπον τινά, το πεδίο άσκησης της ελευθερίας και της δημιουργίας των όρων και προϋποθέσεων της συναίνεσης και της πειθούς αλλά είναι εξίσου και το πεδίο κοινωνικών συκρούσεων στο πολιτιστικό, ιδεολογικό, θρησκευτικό και οικονομικό επίπεδο. Είναι, δηλαδή, η αρένα όπου συγκρούονται οι πάσης φύσεως ενώσεις και οργανώσεις, επίσημες ή ανεπίσημες από τα συνδικάτα και τα πολιτικά κόμματα ως τις εκκλησίες, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια και όλες τις ομάδες συμφερόντων και ενδιαφερόντων. Αυτή η συνύφανση πολλαπλών επιπέδων και οργανώσεων στις δυτικές καπιταλιστικές δημοκρατίες ή «κοινοβουλευτικές δικτατορίες» της εποχής του ήταν που δυσκόλευαν τις σοβιετικού τύπου επαναστάσεις.
Οι «οργανικοί διανοούμενοι» του Γκράμσι είναι οι σκεπτόμενοι και οργανωτικοί άνθρωποι που αποτελούν μέρη μιας από τις δύο βασικές κοινωνικές τάξεις και προωθούν ενεργά τις ιδέες και τις απόψεις της τάξης τους. Οι οργανικοί διανοούμενοι δεν διακρίνονται τόσο για την επαγγελματική τους υπόσταση αλλά από το ρόλο που παίζουν ως προωθητές και υπερασπιστές των ταξικών συμφερόντων της εργατικής ή της αστικής τάξης. Όσον αφορά την εργατική τάξη οι οργανικοί διανοούμενοί της επιδιώκουν να συμβάλουν στην ανάδειξη της ταξικής της ιδεολογίας και στην υπέρβαση των κατακερματισμένων συντεχνιακών και οικονομίστικης χροιάς αγώνων των επιμέρους στρωμάτων.
Κατά τον Γκράμσι είναι οι ίδιες οι μάζες που κάνουν την ιστορία να κινείται αρκεί να αντιληφθούν ότι πρέπει να δράσουν για να αποφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Έτσι, ενώ θεωρούσε ότι οι δομές της εκάστοτε κοινωνίας δομούν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές των ατόμων, δεν ήταν της άποψης ότι αυτός ο καθορισμός αυτόματα θα οδηγούσε σε επαναστατική δράση. Απέρριπτε, επομένως, όσους μαρξιστές θεωρούσε «ντετερμινιστικούς, φαταλιστές και μηχανιστικούς». Επειδή, όμως, οι εργάτες δεν ήταν σε θέση από μόνοι τους να αναπτύξουν την ιδεολογία και την ταξική συνείδησή τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να προχωρήσουν μαζικά σε μια κοινωνική επανάσταση, ο Γκράμσι θεωρούσε αναντικατάστατο το ρόλο των «οργανικών διανοουμένων».
Τα εργατικά συμβούλια
«Η λήξη του συνεδρίου της CGL στο Λιβόρνο ανοίγει μια νέα περίοδο στην ιστορία της Ιταλικής εργατικής τάξης. Ένα νέο σύστημα δυνάμεων έχει εγκαθιδρυθεί: αντιπαρατίθενται δύο σχέδια, τα οποία ενσαρκώνονται σε δύο ξεχωριστές παρατάξεις που κάθε μία μπορεί να αναπτυχθεί και να εδραιωθεί μόνο σε βάρος της άλλης. Η νέα περίοδος θα είναι γεμάτη με σκληρούς αγώνες και έντονες αντιπαραθέσεις και δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς προφήτης για να προβλέψει ότι οι πιο μεγάλοι αγώνες και οι πιο σκληρές αντιπαραθέσεις θα εξαπολύονται για τα εργοστασιακά συμβούλια και για τον έλεγχο της παραγωγής.»[1]
Ο Γκράμσι ασχολήθηκε συγκεκριμένα με τα εργατικά συνδικάτα και τα εργατικά συμβούλια. Τα συμβούλια ήταν η μετεξέλιξη των προπολεμικών (Α΄ Παγκόσμιος) εργοστασιακών απεργιακών επιτροπών των μεγάλων εργοστασίων, ιδίως του βορρά της Ιταλίας. H ταξική σύνθεση του πληθυσμού των βόρειων περιφερειών της Ιταλίας ευνοούσε την ανάπτυξη απεργιακών αγώνων καθώς ολοένα και διευρυνόταν η βιομηχανική εργατική τάξη με την ανάπτυξη των βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Το τρίγωνο Μιλάνου, Τορίνου και Γένοβας ήταν η βιομηχανική καρδιά της χώρας με ραγδαία αναπτυσσόμενες αυτοκινητοβιομηχανίες, τσιμεντοβιομηχανίες, κλωστοϋφαντουργίες, χημικές βιομηχανίες, βιομηχανίες ηλεκτρικών ειδών κλπ. Επίσης, στη ριζοσπαστικοποίηση του εργατικού πληθυσμού συνετέλεσε η λήξη του πολέμου και η ήττα της Ιταλίας που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της παραγωγής, την ανεργία, την έλλειψη τροφίμων, την αύξηση των τιμών και του πληθωρισμού και την κάθετη πτώση των τιμών της λιρέτας και τη γενικότερη απαξίωση των επενδύσεων σε πάγια κεφάλαια. Έτσι, το απεργιακό κύμα φούσκωνε μέρα με την ημέρα. Το 1920 έγιναν 1.881 απεργίες με 1.267.953 απεργούς και 16.398.227 χαμένες ημέρες εργασίας, σπάζοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ
Αυτή την περίοδο ο Γκράμσι, έχοντας εγκαταλείψει το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ως μέσο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, αρχίζει να περνά από το επίπεδο της θεωρίας στο πεδίο της πράξης. Ταυτόχρονα στο θεωρητικό πλαίσιό του εντάσσει τις θεματικές της συνείδησης, της αλλοτρίωσης και της συλλογικής αυτοδραστηριοποίησης. Αυτές τις ιδέες τις ενσωματώνει και στο δομικό πλαίσιο των εργατικών συμβουλίων και διαμορφώνει τη θεωρία του εργατικού ελέγχου και της προλεταριακής δημοκρατίας σε μια κατεύθυνση αυτοδιαχείρισης. Ο Γκράμσι ασχολήθηκε συνειδητά με αυτή την υπόθεση και ίδρυσε μαζί με άλλους «οργανικούς διανοούμενους» και συνδικαλιστές εργάτες την εφημερίδα L’ Ordine Nuovo που ταυτόχρονα καθοδηγούσε τους εργατικούς αγώνες των συμβουλίων και δεχόταν την από κάτω προς τα πάνω πληροφόρηση. σύντομα έγινε η «φωνή των εργοστασιακών συμβουλίων». Ο Γκράμσι και η ομάδα του υποστήριζαν ότι τα εργοστασιακά συμβούλια πρέπει να αφορούν όλους τους εργάτες, να τους εντάξουν όλους στις γραμμές τους και να λειτουργήσουν όπως τα αντίστοιχα σοβιέτ στην μπολσεβίκικη επανάσταση στη Ρωσία, ώστε πέρα από τα άμεσα συμφέροντά τους να υποστηρίζουν τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας και να αποτελέσουν τα κύτταρα της αυτοδιαχείρισης της νέας κοινωνίας. Οι ιδέες αυτές έγιναν σε μεγάλο βαθμό πράξη όταν συγκρούστηκε η εργατική τάξη του Μιλάνου –αλλά στη συνέχεια και της υπόλοιπης Ιταλίας- με τους εργοδότες το 1920 με αφορμή την απεργία των μεταλλεργατών. Στο μεταξύ άδειαζαν οι γραμμές του Σοσιαλιστικού Κόμματος από εργάτες, όπως και η συνομοσπονδία CGL. Ως συνέπεια, αυξήθηκαν σε 1.000.000 από 100.000 τα μέλη της Ιταλικής Συνδικαλιστικής Ένωσης (USI) που αρχικά εμπνέονταν από τις αντιλήψεις της Α΄ Εργατικής Διεθνούς. Η αρχή του κινήματος σηματοδοτείται με την εκλογή 32 εκπροσώπων των 2.000 εργατών της ΦΙΑΤ το Σεπτέμβριο του 1919 και τη σύσταση ενός εργατικού συμβουλίου που θα αποτελούσε την πρώτη πρωτοβουλία της συγκρότησης του ευρύτερου συστήματος των συμβουλίων. Ένα μήνα αργότερα θα συνερχόταν η πρώτη συνέλευση των συμβουλίων στο Τορίνο και θα εκπροσωπούσαν 30.000 εργάτες. Οι προγραμματικοί στόχοι τους ήταν η άμεση δημοκρατία στους χώρους παραγωγής, η ενίσχυση της ταξικής εργατικής αλληλεγγύης και η συλλογική αυτοδιαχείριση των εργοστασίων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο Γκράμσι, παρ’ ότι συμμεριζόταν αρκετές από τις αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις, κρατούσε σαφείς αποστάσεις από τους αναρχοσυνδικαλιστές θεωρώντας πως ο αυθορμητισμός τους εμπόδιζε τη διαρκή πολιτική εκπαίδευση των εργατών και, ουσιαστικά, την πολιτική δραστηριότητα. Στη διάρκεια της Κόκκινης Διετίας 1918-1920, οι εργάτες καταλάμβαναν τα εργοστάσια και συνέχιζαν αυτοδιαχειριζόμενοι την παραγωγή με τη λειτουργία σε καθημερινή βάση των εργατικών συμβουλίων. Συνολικά 2.000.000 εργάτες συμμετείχαν στο συγκεκριμένο αγώνα. Η εξέλιξη όμως ήταν διαφορετική. Τα συμβούλια ηττήθηκαν και ο έλεγχος των συνδικάτων πέρασε σε πιο μετριοπαθείς συνδικαλιστές.
Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, ο Γκράμσι θεωρούσε ότι τα συνδικάτα έπρεπε να ξεφύγουν από τον παραδοσιακό ρόλο που τους επιφύλασσαν οι οικονομίστικες εκδοχές του μαρξισμού και να αναπτύξουν μια στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού. Η άποψή του ήταν ότι το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, καθώς επεκτεινόταν, δημιουργούσε ένα ολοένα και μεγαλύτερο στρώμα αξιωματούχων που αποσπάτο από τις μεμονωμένες επιχειρήσεις, το προσωπικό των οποίων εκπροσωπούσε, και ουσιαστικά εργαζόταν ακολουθώντας τους νόμους του εμπορίου, διαπραγματευόμενο την τιμή του εμπορεύματος της εργασίας με τους εργοδότες και εγγυάτο την πειθαρχία των εργατών στους όρους και τις διατάξεις της συλλογικής σύμβασης που υπογραφόταν με τους εργοδότες.[2] Με άλλα λόγια, ήταν εντελώς αδιάφορο για τους συνδικαλιστές αν στο παρελθόν ξεκίνησαν ως οικοδόμοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι γραφείου, βιομηχανικοί εργάτες ή τεχνικοί, δημόσιοι υπάλληλοι ή μισθωτοί επιστήμονες. Αρκεί που γνώριζαν πώς να διαπραγματεύονται με τους εργοδότες και ως αντισυμβαλλόμενοι να υπογράφουν τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Έτσι δεν χρειαζόταν η γνώση των ειδικών κανόνων και τεχνικών του συγκεκριμένου επαγγέλματος αλλά μόνο του εργατικού δικαίου που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Αυτή η κατάσταση παγιώθηκε με τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων και τη διεθνοποίηση των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνται. Κι όμως, ο Γκράμσι θεωρούσε ότι το συνδικάτο δεν είναι ένα προκαθορισμένο πολιτικό φαινόμενο αλλά αποτελεί, σε τελευταία ανάλυση, εργαλείο των ίδιων των μελών του που έχουν τις δυνατότητες να καθορίζουν τη στρατηγική και τακτική του είτε μαζί είτε και ενάντια στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Αυτή η συμβολή του στη συζήτηση για τα συνδικάτα συνδυάζεται με την αντιπρότασή του για την επέκταση των εργατικών συμβουλίων και των αρμοδιοτήτων τους με βάση το πρότυπο των αυτοκινητοβιομηχανιών της Βόρειας Ιταλίας. Απέναντι στους εργοδότες, σύμφωνα με τον Γκράμσι, τα συνδικάτα εμφανίζονται πειθαρχημένα γιατί πρέπει να υπερασπίσουν την εργασιακή νομιμότητα που κατέκτησαν με τους συγκεκριμένους αγώνες τους επιβάλλοντας τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Πρόκειται για έναν συμβιβασμό «που πρέπει να υποστηριχθεί μέχρις ότου ο συσχετισμός δυνάμεων ευνοήσει την εργατική τάξη». Τα εργατικά συμβούλια, όμως, είναι η επαναστατική «άρνηση της νομιμότητας» και επιδιώκουν «να οδηγήσουν την εργατική τάξη στην κατάκτηση της βιομηχανικής εξουσίας». Λόγω του «επαναστατικού αυθορμητισμού τους» τα εργατικά συμβούλια «μπορούν ανά πάσα στιγμή να προκαλέσουν ταξικό πόλεμο» ενώ τα συνδικάτα λόγω της «γραφειοκρατικής μορφής τους» έχουν την τάση να τον εμποδίζουν ή να τον αποτρέπουν.
Η σημερινή κατάσταση
Ποια είναι η σημερινή κατάσταση στην οποία ζουν και δουλεύουν οι εργαζόμενοι και στα πλαίσια της οποίας δρουν τα σύγχρονα εργατικά συνδικάτα;
Σήμερα ζούμε στις συνθήκες της κατάρρευσης του διπολισμού, της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, της παγκοσμιοποίησης των αγορών, της συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας, της ιδιωτικοποίησης των δημοσίων επιχειρήσεων, της αύξησης των ελαστικών μορφών εργασίας και της μακροχρόνιας ανεργίας, καθώς και του περιορισμού της συλλογικής εκπροσώπησης στα όργανα λήψης αποφάσεων.
Ειδικότερα, όσον αφορά την ευελιξία των σχέσεων εργασίας αυτή αναλύεται στα παρακάτω:
· ευελιξία αμοιβών εργασίας
· εξωτερική ποσοτική εργασιακή ευελιξία
· ανάθεση εργασιών και υπηρεσιών σε τρίτους
· εσωτερική ποσοτική ευελιξία της εργασίας
· ποιοτική ή λειτουργική ευελιξία της εργασίας.
Στον τραπεζικό τομέα η κατάσταση έχει και τις δικές της ιδιαιτερότητες και οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις επέρχονται με ραγδαίους ρυθμούς. Την ίδια ώρα τα συνδικάτα αδυνατούν να προλάβουν τις εξελίξεις και συχνά βρίσκονται «με την πλάτη στον τοίχο» δίνοντας μάχες οπισθοφυλακής. Τα βασικότερα θέματα εργασιακών σχέσεων και εργασιακών προτύπων είτε τίθενται υπό αμφισβήτηση από την εργοδοσία είτε γίνεται προσπάθεια επιβολής τους και είναι τα ακόλουθα:
· επιμήκυνση χρόνου λειτουργίας των τραπεζών σε ημερήσια ή εβδομαδιαία βάση
· βελτίωση διαδικασιών επαγγελματικής κατάρτισης
· διατήρηση ή κατάργηση των αυστηρά ιεραρχικών διοικητικών δομών
· ικανότητα αποτελεσματικής χρησιμοποίησης των Η/Υ από τους εργαζόμενους
· εξωτερίκευση εργασιών
· επέκταση εφαρμογών των Η/Υ και των τηλεπικοινωνιών
· υποκίνηση εργαζομένων με σκοπό την ανάπτυξη πρωτοβουλίας
· ανάθεση ευθυνών στις κατώτερες βαθμίδες της εργασιακής ιεραρχίας
· απλοποίηση στην οργάνωση των εργασιών
· σύνδεση αμοιβής και εργασιακής επίδοσης
· καταλληλότητα και σαφήνεια επιχειρησιακών στόχων
· ευελιξίες εσωτερικής και εξωτερικής αγοράς εργασίας
· μερική απασχόληση
· συμβάσεις ορισμένου χρόνου
· ανάπτυξη νέων συστημάτων υπηρεσιακής αξιολόγησης προσωπικού
· ευελιξία χρόνου εργασίας
· σύνδεση αμοιβών προσωπικού με τα αποτελέσματα της επιχείρησης
· αποσύνδεση καριέρας από το χρόνο προϋπηρεσίας
· ύπαρξη ηθικών κινήτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας και της ποιότητας των προσφερομένων υπηρεσιών
· μη μονιμότητα της απασχόλησης
· αποσύνδεση της δραστηριότητας από τον κύριο χώρο εργασίας
· προσέλκυση «έτοιμων στελεχών» από την αγορά εργασίας και αποδυνάμωση των εσωτερικών αγορών εργασίας
· μείωση χρόνου εργασίας με, ή χωρίς, μείωση αποδοχών.
Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε και τις προσλήψεις ενοικιαζόμενων εργαζομένων με χαμηλότερες αμοιβές και λιγότερα δικαιώματα σε σχέση με το εναπομείναν μόνιμο προσωπικό.
Επιπλέον, στην ημερήσια διάταξη των σύγχρονων «κοινωνιών της γήρανσης» τίθεται επιτακτικά το λεγόμενο «ασφαλιστικό» πρόβλημα.
Σε αυτές τις συνθήκες, τα συνδικάτα, τα μέλη και οι ηγεσίες τους προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους, τη στρατηγική και την τακτική προστασίας και διεύρυνσης των δικαιωμάτων τους, καθώς και να εντάξουν στις γραμμές τους τις νέες κατηγορίες εργαζομένων που δουλεύουν με ελαστικές σχέσεις εργασίας. Ταυτόχρονα, εντοπίζουμε μια μεγάλη διαφορά στην οργάνωση και λειτουργία των συνδικάτων που σχετίζεται τόσο με τη γραφειοκρατική δομή και νοοτροπία όσο και με την τεχνοκρατική διάσταση που ολοένα και μεγαλώνει με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την έκρηξη των γνώσεων (χαρακτηριστική είναι η ίδρυση των Ινστιτούτων Εργασίας ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ, ΟΤΟΕ και άλλων δευτεροβάθμιων οργανώσεων).
Πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι εργαζόμενοι την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα. Η έλλειψη μεγάλων σειρών δεδομένων κοινωνικών ερευνών περιορίζει τη χρήση ποσοτικών μεθόδων για την ανάλυσή μας. Έτσι θα σταθούμε μόνο σε ορισμένες έρευνες που διενήργησε το Ινστιτούτο VPRC.
Από τις απαντήσεις διαπιστώθηκαν τα εξής:
1. Όσον αφορά το σημερινό τραπεζοϋπαλληλικό συνδικαλισμό, βλέπουμε ότι ανεξαρτήτως ηλικίας και τράπεζας η συντριπτική πλειοψηφία είναι μέλη των συλλόγων προσωπικού των τραπεζών, που σημαίνει ότι ακόμη δεν έχει εμφανιστεί η τάση αποσυνδικαλιστικοποίησης που διαπιστώνεται σε άλλους κλάδους. Εξ όσων δήλωσαν ότι δεν είναι μέλη κάποιου συλλόγου 21,7% απάντησαν ότι δεν τους ενδιαφέρει, ούτε τους απασχολεί ούτε το σκέφτονται, 11,1% ότι δεν προσφέρει τίποτα. Από όσους απάντησαν ότι δεν υπάρχει σωματείο οι περισσότεροι θεωρούσαν τη μελλοντική ίδρυση σωματείου πράξη ρεαλιστική, μοντέρνα και απαραίτητη αλλά υπάρχει μεγάλη αμφιβολία ως προς την αποτελεσματικότητά της.
2. Ως προς τον τρόπο επίλυσης των προβλημάτων που απασχολούν τους εργαζόμενους υπάρχει συντριπτική πλειοψηφία που αποδέχεται την ενιαία ρύθμιση για όλους τους τραπεζοϋπάλληλους. Υπάρχει όμως διαφοροποίηση και οι εργαζόμενοι σε ιδιωτικές και μεγάλες δημόσιες τράπεζες είναι υπέρ της ενιαίας ρύθμισης ενώ το ποσοστό αυτό μειώνεται σημαντικά στις ειδικευμένες και στην Τράπεζα της Ελλάδος.
3. Τα προβλήματα για τα συνδικάτα του χώρου αρχίζουν όταν ζητείται η αξιολόγησή τους από τους εργαζόμενους, οι οποίοι εντοπίζουν τις αδυναμίες τους. Οι περισσότεροι (56,1%) είναι λίγο έως καθόλου ικανοποιημένοι από τη συνδικαλιστική εκπροσώπησή τους και 36,9 αρκετά έως πολύ ικανοποιημένοι. Οι λιγότερο ικανοποιημένοι είναι στις ιδιωτικές, στις ξένες και τις κρατικές ειδικευμένες τράπεζες. Το ίδιο πάνω-κάτω αποτέλεσμα βρέθηκε όσον αφορά την εμπιστοσύνη που έχουν στα συνδικάτα ότι θα προωθήσουν τα συμφέροντά τους (όχι και τόση έως καμία εμπιστοσύνη 52,8% έναντι 35,1% που δείχνου αρκετή μεγάλη εμπιστοσύνη) Παρ’ όλα αυτά, στην ερώτηση «πιστεύετε ότι οι εργαζόμενοι χρειάζονται σήμερα τα συνδικάτα, ή αυτά δεν τους είναι πια απαραίτητα;», οι απαντήσεις (στο σύνολο του δείγματος) είναι οι ακόλουθες: 88,1% τα χρειάζονται, 9,2% δεν τους είναι πια απαραίτητα, ενώ 2,7% δεν γνώριζαν ή δεν απάντησαν.
4. Η ΟΤΟΕ είναι ακόμα ορατή στους εργαζόμενους. Από το σύνολο των ερωτώμενων ζητήθηκε να απαντήσουν εάν το τελευταίο διάστημα είχαν δει ή ακούσει κάτι στο ραδιόφωνο, ή στις εφημερίδες, σχετικά με την ΟΤΟΕ. Οι απαντήσεις ήταν: 62,1% Ναι, 36,7% Όχι, 1,2% δεν γνώριζαν ή δεν απάντησαν». Οι θετικές απαντήσεις απαντήθηκαν σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίες εκτός από αυτή των 55-64 ετών (48,5% Ναι).
5. Οι εργαζόμενοι στις τράπεζες θεωρούν (οριακά όμως με 50,2%, έναντι 37% που απάντησαν μάλλον όχι) ότι τα σωματεία του χώρου τους μπορούν αν επιβάλλουν στη διοίκηση την ικανοποίηση των αιτημάτων των μελών τους. Τέλος θεωρούν ότι ο πιο κατάλληλος τρόπος για την αντιμετώπιση των εργασιακών προβλημάτων είναι ο διάλογος εργοδοτών/εργαζομένων (79,3%) έναντι 10,2% της κινητοποίησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων, 7,1% των παρεμβάσεων των κυβερνήσεων με νόμους, 3,8% της προσφυγής στη δικαιοσύνη.
Στη γενική έρευνα «Συνδικάτα και εργασία» (Ιούλιος και Δεκέμβριος 2000, 51,5% μισθωτοί ιδιωτικού τομέα, 19,5% δημόσιοι υπάλληλοι, 5,6% υπάλληλοι ΔΕΚΟ και άλλες δημόσιες επιχειρήσειςκαι 2,9% αλλοδαποί/ές που εργάζονται στην Ελλάδα, 12,2% απολυμένοι άνεργοι, 8,4% άνεργοι που ζητούν για πρώτη φορά δουλειά) τα συμπεράσματα ήταν τα εξής:
1. Η μεγάλη πλειοψηφία των ερωτηθέντων (65,6%) δεν ανήκε σε σωματείο, ένδειξη του ότι το συνδικαλιστικό κίνημα αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα στην οργάνωση των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα. Από αυτούς το 28,8% διατύπωσαν «αρνητικές απόψεις για το συνδικαλισμό», το 16,1% απάντησαν ότι σωματείο «δεν υπάρχει»,Το 21,8% είναι μέλος σε σωματείο του επαγγελματικού κλάδου του, το 8,2% ανήκει σε σωματείο της επιχείρησης όπου δουλεύει ή του χώρου δουλειάς του, το 3,6% ανήκει και στα δύο. Από όσους απάντησαν ότι δεν υπάρχει σωματείο οι περισσότεροι θεωρούσαν τη μελλοντική ίδρυση σωματείου πράξη απαραίτητη αλλά είναι έντονα αμφισβητούμενη η αποτελεσματικότητα και η εφικτότητά του. ρεαλιστική, μοντέρνα και αλλά υπάρχει μεγάλη αμφιβολία ως προς την αποτελεσματικότητά της. Ενθαρρυντικό και εδώ είναι το ότι από το σύνολο των ερωτηθέντων το 84,9 % θεωρεί απαραίτητα τα συνδικάτα.2. Η επόμενη ενότητα ερωτήσεων αφορά την ορατότητα της ΓΣΕΕ. «Το τελευταίο διάστημα έχετε δει, ή ακούσει κάτι στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, ή στις εφημερίδες, σχετικά με την ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΓΣΕΕ);(Δεκέμβριος 2000)». Οι απαντήσεις στη συγκεκριμένη ερώτηση είχαν ως εξής: 53,7% ΝΑΙ, 44,5% ΟΧΙ. «Τι εντύπωση σας έκανε αυτό που διαβάσατε ή είδατε για τη ΓΣΕΕ; Οι απαντήσεις στο συγκεκριμένο ερώτημα είχαν ως εξής: 44,9% γενικά θετική, 28,3% γενικά αρνητική, 23,9% ούτε θετική ούτε αρνητική,
3. Ως προς την προώθηση των συμφερόντων των εργαζομένων τα συνδικάτα θεωρούνται οι πιο ικανοί φορείς (60,6%) ενώ τα κόμματα αποδεικνύονται αναποτελεσματικά (7,4%). Στο ερώτημα «Ποιος είναι ο κατάλληλος τρόπος για την αντιμετώπιση των εργασιακών προβλημάτων;» οι προτιμήσεις ήταν υπέρ του διαλόγου εργοδοτών και εργαζομένων (59,7% έναντι 60,9% τον Ιούνιο 2000 και 64,8% το 1995), και ακολουθούσαν με 15,9% «Οι παρεμβάσεις των κυβερνήσεων με νόμους» (έναντι 22,9% τον Ιούνιο 2000 και 6,6% το 1995), 15,8% «Η κινητοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων» (έναντι 8,8% τον Ιούνιο 2000 και 20% το 1995), 5,7% «Η προσφυγή στη δικαιοσύνη» (έναντι 4,5% τον Ιούνιο 2000 και 5,6% το 1995),
4. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απαντήσεις στην ερώτηση σχετικά με τη σχέση ανάμεσα στα συμφέροντα των εργοδοτών και των εργαζομένων: 39,4% διαφορετικά και 35,7% αντίθετα ενώ 12,1% απάντησαν ότι τα συμφέροντα είναι κοινά και 11,5% παρόμοια..
Το έτος 2006 χαρακτηρίστηκε από αύξηση των συγκρουσιακών επεισοδίων στις σχέσεις κυβέρνησης-εργοδοτών από τη μια πλευρά και εργαζομένων από την άλλη. Η έννοια του «συγκρουσιακού επεισοδίου» αναφέρεται στις φάσεις εκείνες της λαϊκής συλλογικής δράσης κατά τις οποίες υπερισχύει η συγκρουσιακή-διεκδικητική δυναμική σε σχέση με την πρόκριση της συμμετοχής στις διαδικασίες «κοινωνικού διαλόγου και συναίνεσης». Τραπεζικοί υπάλληλοι, εργαζόμενοι στα εργοστάσια παραγωγής λιπασμάτων, ναυτεργάτες και βιβλιοϋπάλληλοι, αλλά και άλλες κατηγορίες εργαζομένων διεκδίκησαν μια σειρά αιτημάτων και προσπάθησαν να αποκρούσουν πολιτικές κλεισίματος εργοστασιακών μονάδων ή κατάργησης των διαπραγματεύσεων για κλαδική συλλογική σύμβαση.. Δύο νέες έρευνες που διενεργήθηκαν με αφορμή τις συγκρούσεις της ΟΤΟΕ με τους τραπεζίτες και την κυβέρνηση για το αν θα διεξάγονται κλαδικές συλλογικές διαπραγματεύσεις στο μέλλον και την απεργία των ναυτεργατών, έδειξαν ότι το κλίμα ενδέχεται να αλλάξει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Τα ερωτήματα και οι απαντήσεις είχαν ως εξής:
1. Γνώμη για τη ΓΣΕΕ:
Α. Γενικά. Θετική εντύπωση 45% Αρνητική εντύπωση% 18 Καμία Εντύπωση 31%
Β. Μισθωτοί Ιδιωτικού Τομέα. Θετική εντύπωση 48% Αρνητική εντύπωση 13%
Γ. ¶νεργοι. Θετική 33% Αρνητική 10% Καμία εντύπωση 47%
2. Γνώμη για την ΑΔΕΔΥ
Α. Γενικά. Θετική 38% Αρνητική 18% Καμία εντύπωση 37%
Β. Μισθωτοί Δημοσίου Τομέα. Θετική 58% Αρνητική 14% Καμία εντύπωση 25%
3. Γνώμη για τα συνδικάτα. Τα χρειάζονται 81% Δεν τους είναι πια απαραίτητα 15%
4. Επίλυση εργασιακών διαφορών που υπάρχουν σήμερα («Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο πιο κατάλληλος τρόπος;
Ο διάλογος μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων 65% Κινητοποίηση των οργανώσεων 14% Παρέμβαση της κυβέρνησης 12% Προσφυγή στη δικαιοσύνη 6%
5. Αναγνωρισιμότητα ΟΤΟΕ (Γνωρίζεται τι είναι η ΟΤΟΕ;)
Ναι, η Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλλήλων Ελλάδος, Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων 45%. Ναι, λάθος απάντηση 13% Όχι, δεν γνωρίζω 41%
6. Το τελευταίο διάστημα έχετε δει, ή ακούσει κάτι στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, ή στις εφημερίδες, σχετικά με την Ομοσπονδία των Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας (ΟΤΟΕ);
Ναι 80% Όχι 29%
7. Πιστεύετε ότι τους επόμενους δύο-τρεις μήνες θα γίνουν αρκετές, ή λίγες απεργίες και κινητοποιήσεις;
Αρκετές 79% Λίγες 10%
8. Πιστεύετε ότι τους επόμενους δύο-τρεις μήνες θα γίνουν αρκετές, ή λίγες απεργίες και κινητοποιήσεις; (Μισθωτοί ιδιωτικός τομέας)
Αρκετές 85% Λίγες 10%
9. Στην άρνηση των τραπεζών να υπογράψουν κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας (σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους), μάλλον πρέπει ή μάλλον δεν πρέπει να παρέμβει η Κυβέρνηση;
Μάλλον πρέπει να παρέμβει η Κυβέρνηση 61% Μάλλον δεν πρέπει να παρέμβει η κυβέρνηση 27% ΔΓ/ΔΑ 12%
10. Σήμερα οι εργαζόμενοι μάλλον χρειάζονται τα συνδικάτα, ή μάλλον αυτά δεν τους είναι πια απαραίτητα;
Τα χρειάζονται 81% Δεν τους είναι πια απαραίτητα 15%
11. Με τη στάση που τηρεί η ΟΤΟΕ στο ζήτημα του ασφαλιστικού των τραπεζών, του ωραρίου λειτουργίας, των εργασιακών σχέσεων και των κλαδικών συμβάσεων στις τράπεζες, θα λέγατε ότι…
Δεν έχω ενημερωθεί 42% Συμφωνώ 17% Διαφωνώ 15% Μάλλον συμφωνώ 13%
Μάλλον διαφωνώ 6%
12. Τον τελευταίο καιρό, οι διοικήσεις των Τραπεζών δεν δέχονται να υπογράψουν συλλογική σύμβαση εργασίας με την ΟΤΟΕ για όλους τους τραπεζοϋπαλλήλους και προτείνουν, κάθε τράπεζα, να υπογράφει σύμβαση μόνον με τους δικούς της υπαλλήλους. Από την άλλη πλευρά, η ΟΤΟΕ προτείνει να υπογραφεί συλλογική σύμβαση, που να ισχύει για τους υπαλλήλους όλων των τραπεζών. Τι θεωρείτε πιο σωστό;
Οι τράπεζες να υπογράφουν κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας με την ΟΤΟΕ 68% Κάθε τράπεζα να υπογράφει σύμβαση με τους δικούς της υπαλλήλους.19%
13. Απ’ όσα έχετε ακούσει, θα λέγατε ότι οι μισθοί των τραπεζοϋπαλλήλων, σήμερα στην Ελλάδα είναι γενικά υψηλοί, μάλλον υψηλοί, μάλλον χαμηλοί, ή χαμηλοί;
Μάλλον υψηλοί 32% Υψηλοί 23% Μάλλον χαμηλοί 18% ΔΓ/ΔΑ 15% Χαμηλοί 11%
14. Σε εσάς προκαλεί θετική, αρνητική, ή καμία εντύπωση η λέξη ΟΤΟΕ;
(Σύνολο απαντήσεων)
Καμία εντύπωση 40% Θετική 35% Αρνητική 16%
(Απαντούν μόνον όσοι έχουν ακούσει, δει, ή διαβάσει κάτι για την ΟΤΟΕ)
Θετική 39% Καμία εντύπωση 37%
15. Η ΟΤΟΕ έχει τη δύναμη να επιβάλλει στις διοικήσεις των τραπεζών τα αιτήματα των τραπεζοϋπαλλήλων;
Μάλλον Ναι 45% Μάλλον Όχι 42%
16. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η πολιτική που ακολουθεί η Κυβέρνηση στα θέματα της οικονομίας θα αποδώσουν κάποια στιγμή σε όφελος των εργαζομένων και των συνταξιούχων; Μάλλον συμφωνείτε, ή μάλλον διαφωνείτε με αυτή την άποψη;
Μάλλον διαφωνώ 61% Μάλλον συμφωνώ 31%
17. Το σημερινό ωράριο λειτουργίας των Τραπεζών, πόσο σας εξυπηρετεί;
Αρκετά 56% Όχι και τόσο 19% Πολύ 15% Καθόλου 7%
Πέρα από την ποσοτική ανάλυση των ερευνών κοινής γνώμης, όπως αυτές της VPRC στις οποίες αναφερθήκαμε, πρέπει να ερευνήσουμε το θέμα της στοχοθεσίας του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στη συγκυρία αυτή. Η ανάλυση δείχνει ότι ένα μεγάλο πρόβλημα, το οποίο δεν είναι σημερινό αλλά είχε προκύψει ήδη από την εποχή της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, είναι η συχνά παρατηρούμενη απόκλιση μεταξύ στόχων και πραγματικών κατακτήσεων του συνδικαλιστικού κινήματος. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 εντοπίζουμε αποκλίσεις διακηρυχθέντων στόχων για διεκδίκηση υψηλών αυξήσεων για να επέλθει συμβιβασμός μεταξύ εργοδοτικών και εργατικών ενώσεων σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Επίσης, στα θεσμικά αιτήματα, όταν προβάλλονταν, κυριαρχούσε η λογική των διαγωνισμών. Αλλά και αυτός ο στόχος επιτεύχθηκε εν μέρει. Η μερικότητα συνίσταται στο ότι ένας αριθμός εργαζομένων και στελεχών συνέχισε να προσλαμβάνεται χωρίς δημόσιο διαγωνισμό με αυθαίρετες αποφάσεις και κρίσεις (περιπτώσεις συμβούλων, «ειδικών», συμβασιούχων κλπ.). Πολλές φορές αυτές οι προσλήψεις είχαν ιδιαίτερα μαζικό χαρακτήρα (π.χ. σύμβουλοι) που επιβάρυναν τα μισθολόγια με υψηλές αποδοχές και, βεβαίως, τα συνταξιοδοτικά ταμεία.
Αρκετές μελέτες δείχνουν χαρακτηριστικά αυτή την απόκλιση. Στην πρώτη μελέτη (Δεδουσόπουλος Απ. (2007) «Διαρθρωτικές αλλαγές και συνδικαλιστικό κίνημα» στο Συλλογικό (2007) Εργασία και πολιτική: Συνδικαλισμός & οργάνωση συμφερόντων στην Ελλάδα 1974-2004. Αθήνα: Εκδ. Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, σελ. 110-142.) υποστηρίζεται ότι η ελληνική συνδικαλιστική ηγεσία δεν μπόρεσε να γίνει κεντρικός πυρήνας ενός κοινωνικού μπλοκ δυνάμεων που να επιβάλλει τη δική του ηγεμονία στην κοινωνία –ειδικά στην περίοδο των κυβερνήσεων του εκσυγχρονιστικού πειράματος με το ΠΑΣΟΚ με την πρωθυπουργία του Κ. Σημίτη. Ο λόγος ήταν ότι από τη μια «η λειτουργία και η δομή των ελληνικών συνδικάτων δεν μπορούσε να σε καθήκοντα αυτού του επιπέδου» και από την άλλη «η ηγεμονία δημιουργείται με την οργανική ενσωμάτωση των συμφερόντων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων στα συμφέροντα του ηγεμόνα», ο οποίος στην τρέχουσα συγκυρία της εκσυγχρονιστικής διακυβέρνησης είναι το εργοδοτικό μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων. Ενώ η ΓΣΕΕ θέτει στόχους και αιτήματα «εθνικού εκσυγχρονισμού» ήδη από την απαρχή της περιόδου αυτής (ΟΝΕ, «Κοινωνικός Διάλογος») ο εργοδοτικός λόγος εμφανίζεται επιθετικός και ο ΣΕΒ διαμορφώνει ουσιαστικά την πολιτική ατζέντα και προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις με αιτήματα προς την εργατική πλευρά και έχει συχνά την πολιτική δύναμη να τα επιβάλει ή να δεχθεί να κάνει ορισμένες ελάσσονες παραχωρήσεις όταν θέλει. Σε πρόσφατη μελέτη, με αναφορά στο συνδικαλιστικό κίνημα των εργαζομένων στις τράπεζες τονίζεται πως παρ’ όλο που ξεκίνησε το 1974 ως ένα πολλά υποσχόμενο κοινωνικό κίνημα με στόχο να εκφράσει τις ριζοσπαστικές διαθέσεις και διεκδικήσεις ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας που ξεπερνούσε τα στενά πλαίσια του κλάδου, έχασε μεγάλο μέρος της δυναμικής του με την πρόσδεσή του στα πολιτικά κόμματα, ιδιαίτερα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία το 1981 και την προσπάθεια θεσμικής και πολιτικής ενσωμάτωσής του σε διάφορα «συμμετοχικά» σχήματα διοίκησης παράλληλα με την διάσπαση, μέσω της κομματικοποίησης-παραταξιοποίησης, της παραδοσιακής συνοχής και αλληλεγγύης που διέκρινε ιστορικά το συγκεκριμένο κλάδο καθώς και με τη γραφειοκρατικοποίηση-συντηρητικοποίηση. Ως αποτέλεσμα αυτής της πορείας τα σωματεία του κλάδου δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν την αυτονομία τους και να χαράξουν γραμμή αποτελεσματικής υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μελών τους, παρ’ όλο που σημαντικές δυνάμεις της αριστεράς και των ανεξάρτητων συνδικαλιστών είχαν στο παρελθόν καταφέρει να επιβάλλουν την υιοθέτηση κοινών αιτημάτων (π.χ. πενθήμερη εργασία, ενιαίο μισθολόγιο, εξομοίωση ασφαλιστικών δικαιωμάτων, βελτίωση της θέσης των γυναικών κ.α.).
Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της δεκαετίας του 1990-2000 ήταν η ίδρυση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ) το 1990. Οι κυρίαρχες παρατάξεις, στα πλαίσια της στροφής που εκδηλώνουν προς τη συνεργασία με τους εργοδότες στον «κοινωνικό διάλογο», ένοιωσαν την ανάγκη να «εκσυγχρονίσουν» τις μεθόδους παρέμβασής τους με την ίδρυση ενός επιστημονικού think-tank παρόμοιου με αυτά των ευρωπαϊκών συνδικάτων. Η επιτυχής λειτουργία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, που συν τοις άλλοις, αποτέλεσε πόλο έλξης πολλών κοινωνικών επιστημόνων, συμβολίζοντας έστω σε μικρογραφία την προσπάθεια συνεργασίας διανοουμένων και εργατών με τη Γκραμσιανή έννοια, είχε ως συνέπεια να υπάρξουν μιμητές σε κλαδικό επίπεδο με τη δημιουργία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ και την αναβάθμιση της λειτουργίας επιστημονικών ομάδων άλλων συνδικάτων (π.χ. ΟΛΜΕ/ΕΛΜΕ, ΔΟΕ κ.α.). Με πλειάδα εκδόσεων εργασιών ελλήνων και ξένων ερευνητών, την έκδοση περιοδικού και δελτίων, την προβολή του έργου μέσω του διαδικτυακού τόπου του καθώς και με τη λειτουργία τοπικών παραρτημάτων (π.χ. Πρέβεζα, Θεσαλονίκη κ.α.) το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ αναδεικνύεται σε σημαντικότατο παράγοντα της πολιτικής ζωής του τόπου. Χαρακτηριστικός είναι ο ρόλος του στην τεκμηρίωση της αντίθεσης του συνδικαλιστικού κινήματος στις αντιασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις που προσπάθησαν να επιβάλουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.
Πού μπορεί να βοηθήσει η Γκραμσιανή λογική στη σημερινή κατάσταση; Θα πρέπει να τονιστεί ότι η θεωρία του Γκράμσι, που διατυπώθηκε υπό διαφορετικές συνθήκες από τις σημερινές, δεν μπορεί να ερμηνεύσει όλα τα σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα και τις συλλογικές συμπεριφορές.
Η ανάδειξη των συνδικάτων σε συλλογικό πολιτικό υποκείμενο των εργαζομένων είναι μία προοπτική που αντλεί στοιχεία από το έργο του Γκράμσι καθώς εντάσσει τον κόσμο της οργανωμένης εργασίας σε μια διαδικασία μέσα από την οποία μπορεί να συνειδητοποιήσει τις δυνατότητες αυτοτελούς παρέμβασής του ως αυτεξούσια οντότητα και για τον καθορισμό της πολιτικής ατζέντας και την αποτελεσματικότερη προώθηση και διεύρυνση των διεκδικήσεων και των δικαιωμάτων του. Η απεμπλοκή των συνδικάτων από μια σειρά παράγοντες που τα κρατούν στο περιθώριο είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για μια τέτοια πορεία. Οι παράγοντες αυτοί είναι η εργοδοσία και ο πολιτικός λόγος της, το κράτος και οι μηχανισμοί του και, τέλος, τα πολιτικά κόμματα που ποζάρουν ως προστάτες ή καθοδηγητές του συνδικαλιστικού κινήματος θέτοντας τους εργαζόμενους ως παθητικούς θεατές στο περιθώριο. Ακόμη, η αναδιάρθρωση των συνδικάτων ώστε να περάσει η λήψη αποφάσεων στα χαμηλότερα επίπεδα οργάνωσης με μεθόδους άμεσης δημοκρατίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν είναι δυνατή μια τέτοια πορεία σήμερα;
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η βάση της σκέψης του Αντόνιο Γκράμσι παραμένει ακόμη και σήμερα επίκαιρη στην εποχή που χρειάζεται μια νέα προσπάθεια για την κατάκτηση της «ηγεμονίας» από την πλευρά του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Κι αυτό γιατί, κατά την άποψή του, «η δράση νικά τα δάκρυα» για την κρίση και την αποσυνδικαλιστικοποίηση, δείχνοντας ότι τίποτε δεν είναι αναπόφευκτο και μοιραίο, όπως μέχρι σήμερα η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού αφήνει στους ανθρώπους να εννοηθεί.
Θανάσης Τσακίρης
[1] Ανυπόγραφο άρθρο, “Unions and Councils” L'Ordine Nuovo, 5 March 1921 το οποίο περιέχεται στο Hoare Q. (ed) (1978) Antonio Gramsci Selections from Political Writings (1921-1926) with additional texts by other Italian Communist leaders. London, UK: Lawrence and Wishart,
http://www.marxists.org/archive/gramsci/1921/03/unions_councils.htm
[2] Βλ. Ανυπόγραφο άρθρο στην L’ Ordine Nuovo, 12/6/1920, Τομ.11 Νο.5.<http://www.marxisme.dk/arkiv/gramsci/1920/06/12-fgfra.htm>