
email:v.varotsakis[at]otesat-maritel.com
Η Θεατρική Ομάδα Ηλιούπολης στις 15-16-17& 18 Νοεμβρίου παρουσίασε στο Θέατρο του Δημαρχιακού Μεγάρου Ηλιούπολης το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο “Έτσι είναι εάν έτσι νομίζετε” σε σκηνοθεσία Γιώργου Σίσκου.
Ο μεγάλος Ιταλός δραματουργός σπουδάζει Νομικά, Φιλολογικά και Γλωσσολογία στο Παλέρμο, στη Ρώμη και στη Βόννη και το 1903 προσπαθώντας να ανταπεξέλθει από την οικονομική καταστροφή της οικογένειάς του, ακολουθεί σταδιοδρομία φιλολόγου και ποιητή αναδεικνύοντας την ευαισθησία της ψυχής του δημοσιεύοντας λυρικά ποιήματα πάνω στο πρότυπο των Ρωμαϊκών ελεγείων του Γκαίτε. Το 1904 το μυθιστόρημά του “Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ” του άνοιξε το δρόμο της αναγνώρισης και της επιτυχίας. Η ευαισθησία του αυτή γρήγορα τον οδηγεί στον κόσμο του Θεάτρου και σε μικρό χρονικό διάστημα γίνεται παγκοσμίως γνωστός.
Ο Πιραντέλλο κουβαλάει μαζί του τα πάθη της εποχής του, αυτοσαρκάζεται-είμαι παιδί του χάους όχι αλληγορικά αλλά πραγματικά- παίζοντας με την γέννησή του (1867) στη βίλα “Χάος” στον Ακράγαντα της Σικελίας και όπως ο ίδιος ομολογεί κουβαλάει μέσα του την Ελλάδα. Ίσως, κουβαλάει μέσα του στοιχεία από τους τραγικούς μας ποιητές που ο ίδιος γνωρίζει καλά. Το Πιραντέλλο εξάλλου δεν είναι τίποτε άλλο από την φωνητική παραφθορά του Πυράγγελος. Ο ίδιος το ομολογεί το 1934 σε μια συνέντευξή του στον Κώστα Ουράνη την εποχή που βραβεύεται με το βραβείο Νόμπελ για την συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο “Χάος”. Πενήντα χρόνια αργότερα, το 1984 ορισμένα από αυτά τα διηγήματα γίνονται ταινία με τον ίδιο τίτλο από τους αδελφούς Ταβιάννι.
Τα αρχικά θεατρικά του έργα γράφονται υπό το βάρος του θανάτου της μητέρας του και της διανοητικής αρρώστιας της συζύγου του. Αυτές τις σκιές της προσωπικής του οδύνης τις μεταφέρει στα πρώτα του έργα ( Έτσι είναι εάν έτσι νομίζετε, η Ηδονή της τιμιότητας, Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, Να ντύσουμε τους γυμνούς..κ.ά.) στα οποία βρίσκει κανείς τον ίδιο ρεαλισμό των ποιητικών του συλλογών και διηγημάτων.
Ο συγγραφέας ξεκάθαρα παίζει με τις αντιθέσεις, την τάση για ενδοσκόπηση ενώ διακρίνει κανείς την ευφυΐα των ρόλων του και το λεπτό του χιούμορ. Πεθαίνει το 1936 αφήνοντας σημαντικό κλασσικό έργο στην ποίηση, την λογοτεχνία και το Θέατρο.
Την φιλοσοφία του έργου του την μεταφέρουν έξυπνα και δουλεμένα στο μικρό καλαίσθητο τους πρόγραμμα η Θεατρική ομάδα Ηλιούπολης. Και δεν είναι διόλου αμελητέο. Και εάν ξαφνιάζει κάποιους γιατί ξεκινάω από το πρόγραμμα ίσως γιατί αυτό δείχνει ότι αυτή η ομάδα έχει πάρει πολύ σοβαρά τον ρόλο της. Έχω γράψει και παλαιότερα ότι ο Γιώργος Σίσκος πρώτα απ’ όλα είναι δάσκαλος και καθοδηγητής και μετά σκηνοθέτης. Και το γράφω αυτό εντελώς συνειδητά αφού είχα την τύχη να παρακολουθώ την πορεία αυτής της Θεατρικής – όχι ομάδας – οικογένειας τα τελευταία χρόνια.
Το έργο μόνον εύκολο δεν είναι. Οι αντιθέσεις του έργου αποτελούν δοκιμασία ακόμα και για τους πιο έμπειρους ηθοποιούς. Και εδώ προσωπικά πιστεύω ότι αυτοί οι νέοι ηθοποιοί τα κατάφεραν περίφημα. Με την σκηνοθετική ματιά του Γιώργου Σίσκου αλλά και με τον τρόπο που ο ίδιος διδάσκει τους ρόλους, αυτές οι αντιθέσεις έγιναν αντιληπτές από όλους τους ηθοποιούς του, αναδεικνύοντας με τον καλύτερο τρόπο το έργο του Πιραντέλλο.
Ρυθμός, ατμόσφαιρα, ευαισθησία, κορύφωση ήταν τα στοιχεία που έκαναν ένα γεμάτο θέατρο να παρακολουθεί τα δρώμενα με νεκρική σιγή. Ένα έργο που κινιόταν σε μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην ψευδαίσθηση, ανάμεσα στην αλήθεια- όπως αυτήν την αντιλαμβάνεται κανείς – και στην τρέλα.
Και αυτό καταρχήν οφείλεται σε δύο πολύ καλούς, κατ’εμέ, ηθοποιούς, στον Λεωνίδα Παπαγιαννόπουλο στον ρόλο του ΠΟΝΖΑ και στην Κατερίνα Ρέτζου στον ρόλο της ΦΡΟΛΑ. Εδώ θα ζητήσω συγγνώμη που αναφέρομαι μόνο στην Κατερίνα Ρέντζου και όχι στη Λουκία Γεωργίου που ερμήνευσε τον ίδιο ρόλο, γιατί δυστυχώς στις διπλές διανομές γράφεις γι’ αυτόν που βλέπεις την δεδομένη στιγμή. Τα σχόλια όμως που έχουν ακουστεί για τους ηθοποιούς των διπλών διανομών ήταν εξίσου θετικά.
Ο Λεωνίδας Παπαγιαννόπουλος τα τελευταία δύο χρόνια ξετυλίγει σταθερά το ερμηνευτικό του ταλέντο σε ρόλους τόσο κωμικούς όσο και δραματικούς. Εδώ στον ρόλο του ΠΟΝΖΑ κινείται προσεκτικά και μετρημένα ανάμεσα στην ταραχή και στην σχιζοφρένεια. Η Κατερίνα Ρέτζου με τη σειρά της ερμήνευσε με ιδιαίτερο τρόπο το δύσκολο ρόλο της ΦΡΟΛΑΣ, μιας γυναίκας που ισορροπεί εύθραυστα στην αξιοπρέπεια και στην προσπάθεια κατευνασμού του ΠΟΝΖΑ. Οι δύο αυτοί ηθοποιοί αριστοτεχνικά δημιούργησαν την ατμόσφαιρα που απαιτεί ο Πιραντέλλο.
Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στην ερμηνεία του Γιώργου Σκούρα στον ρόλο του ΑΓΚΑΤΣΙ. Σπάνια βρίσκει κανείς ηθοποιό με τέτοια ερμηνευτική άνεση. Η φυσικότητα των κινήσεων και εκφράσεών του αποδεικνύει βαθιά μελέτη του ρόλου και κατανόηση του ύφους του Πιραντέλλο. Θαρρώ ότι ο Γιώργος Σκούρας διανύει μια “μεστή” θεατρική πορεία βάζοντας ερμηνευτική παρακαταθήκη για το μέλλον.
Ο ΛΑΟΥΝΤΙΤΖΙ του Στέφανου Χωνιανάκη στέκεται στο ύψος του…συγγραφέα. Στην ουσία είναι ο ίδιος ο Πιραντέλλο που στέκεται υπερβατικά και με ιδιαίτερο επικριτικό ύφος στην αναζήτηση της πραγματικότητας απέναντι στους άλλους ρόλους στην ουσία όμως απέναντι στην κοινωνία. Μέσα από τον ρόλο του ανιχνεύει τις καταστάσεις που γεννιόνται επί σκηνής, είτε είναι τραγικές, είτε κωμικές.
Στις καλές ερμηνείες του έργου άξια στέκονται οι Εύη Χρυσοφού και η Ματούλα Αιβαλιώτη ενώ θετική έκπληξη ο από…μηχανής ΝΟΜΑΡΧΗΣ Eduardo Lucena.
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί – και τους ζητώ συγγνώμη που δεν τους αναφέρω ονομαστικά γιατί αυτό το άρθρο δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ – συντέλεσαν με τη σειρά τους στην ατμοσφαιρική ροή του έργου στέκοντας και στηρίζοντας επάξια τους προαναφερόμενους ρόλους. Θα ήταν δε άδικο να μην αναφερθεί κανείς στην καλή μουσική της Νεκταρίας Φρονίμου και στα εξαιρετικά κουστούμια.
Νομίζω ότι αυτή η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί όχι μόνον γιατί είναι στο σύνολο της εξαιρετική, αλλά γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι τον Πιραντέλλο τον ανακαλύπτει κανείς συνέχεια. Στέκεται, σου χαμογελάει αινιγματικά και σου ψιθυρίζει στο αυτί την ώρα που φεύγεις μαγεμένος από το θέατρο…έτσι είναι αν έτσι νομίζετε…….
Βαγγέλης Βαροτσάκης
21-11-2012