Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (μέρος 11ο και τελευταίο) του Θανάση Τσακίρη
Η Ελευθερία συνήλθε από το πρώτο σοκ για να πέσει σε δεύτερο: «Ώστε έτσι, ε; Οι συμβιβασμοί οι δικοί σου είναι ‘χρυσοφόροι’. Με τις τραπεζίτες και τους όρους τους καλά για να μην μπορούν να πάρουν τα κεφάλαια και φύγουν γι’ άλλες πολιτείες και με τους δικούς σου ανθρώπους με τους δικούς σου όρους για είναι του χεριού σου. Βάζεις νερό στο κρασί σου, μόνο που είναι ήδη νοθευμένο. Έχω μάθει να δίνω μάχες κι έχω μάθει και να χάνω. Σπανίως αποφεύγω τις μάχες, όταν, όμως, ξέρω ότι το πεδίο είναι ναρκοθετημένο και δεν έχουν όλοι την εμπειρία του ναρκαλιευτή, όντως αλλάζουν στόχους. Αφού, λοιπόν, θέλεις να διαλύσεις το υπάρχον Κόμμα για να φτιάξεις ένα άλλο στα δικά σου μέτρα, ο δρόμος είναι ανοιχτός. Εμένα θύμα σου δεν θα με κάνεις. Θέλεις να το παίξεις Προκρούστης; Παίξε μόνη σου. Εγώ φεύγω, όντως, για άλλες πολιτείες που θα είναι πιο καθαρές. Να το χαίρεσαι το κόμμα σου και τους και τους υποτακτικούς σου. Γεια χαρά.»
Αυτά είπε η Ελευθερία κι έκλεισε το τηλέφωνο με οργή. Ένα γκαρσόνι ήλθε διστακτικά κοντά της.
«Μαντάμ, θέλετε κάτι άλλο;»
«Μαντάμ; Άκου εκεί μαντάμ; Από ταινία της δεκαετίας του ’60 βγήκες άνθρωπέ μου;»
«Συγνώμη που σας ενόχλησα, κυρία.»
«Όχι καλέ μου άνθρωπε, εμένα συγχώρα με. Δε φταις εσύ που η κυρία υποψήφια πρωθυπουργός, που ίσως την ψηφίσεις αύριο δεν ξέρει από ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό ξέχασέ το και φέρε ένα καραφάκι ακόμα και το λογαριασμό.» είπε η Ελευθερία κι άρχισε να πληκτρογραφεί τον αριθμό του κινητού της Λίνας: «Αγαπούλα μου, αύριο έρχομαι αύριο με την πρώτη πτήση για Ρώμη. Έλα κι εσύ για τριήμερο. Μη ρωτάς τι έγινε. Θα σ’ τα πω με το νι και με το σίγμα. Ένα μόνο θα σου πω. Έφυγα από το Κόμμα για λόγους τιμής και αξιοπρέπειας.»
ΤΕΛΟΣ