Η κοινή γνώμη (του Θανάση Τσακίρη)

 Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ

 

του Θανάση Τσακίρη

 

-         Κοινή γνώμη είναι το άθροισμα ατομικών γνωμών, απόψεων και στάσεων πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα που εκφέρεται από ένα σημαντικό ποσοστό των μελών της κοινωνίας.

-         Ας δούμε τις λέξεις «κοινή» και «γνώμη» (“public” και “opinion”).

-          Η λέξη «γνώμη» έχει δύο έννοιες: «άποψη» και «κρίση».

-         Η λέξη «κοινή» αφορά το λαό ως εκπροσωπούμενο σώμα απόψεων.

-         Ως σύνθετος όρος η «κοινή γνώμη» άρχισε να διαδίδεται στη δημόσια σφαίρα μετά τον 17ο αιώνα καθώς είναι παρούσες βασικές προϋποθέσεις:

-         Αύξηση του αριθμού των εγγράμματων ανθρώπων΄

-         Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση

-           Κυκλοφορία εντύπων σε πιο μαζική κλίμακα ως αποτέλεσμα της βελτίωσης των εκτυπωτικών μηχανών.

-         Άνοδος της «μεσαίας τάξης» των αστών εμπόρων που συχνάζουν σε καφενεία και σαλόνια.

-         Διάδοση των ιδεών του Φιλελευθερισμού

-         Καθιέρωση βασικών ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

-         Ιστορικά μπορούνε να διακρίνουμε καταστάσεις που ομοιάζουν με «κοινή γνώμη». 

-         Στη Βαβυλωνία υπήρχε ο θρύλος ενός χαλίφη που μεταμφιεζόταν σε απλός άνθρωπος και αναμιγνυόταν με το λαό για να μαθαίνει τι λέει για την κυβέρνηση και την πολιτική της.

-         Οι προφήτες του αρχαίου Ισραήλ ορισμένες φορές προσπαθούσαν να δικαιολογούν στους ανθρώπους  τις πολιτικές της κυβέρνησης ενώ σε άλλες περιπτώσεις  προσπαθούσαν  να δικαιολογούν τις εκκλήσεις προς αυτούς να εξεγερθούν.   Σε κάθε περίπτωση προσπαθούσαν να αλλάξουν τις προδιαθέσεις και τις αντιλήψεις του πλήθους. Στις αρχαίες κοινωνίες μόνον στις ελληνικές πόλεις-κράτη και ιδιαίτερα στην κλασική Αθηναϊκή «άμεση δημοκρατία» απαντάται η έννοια της «κοινής γνώμης». Στην περίπτωση της αρχαίας Αθηναϊκής δημοκρατίας όπου τα πάντα εξαρτώντο από την άποψη του λαού που αποφάσιζε με μορφές άμεσης δημοκρατίας στην Εκκλησία του Δήμου υπήρχε η ανάγκη να πεισθεί με το λόγο ο λαός.

Ο πρώτος πολιτικός που δημοσιοποίησε αυτόν τον όρο που έμελλε να κυριαρχήσει στην εποχή μας ήταν ο Jacques Necker, ο υπουργός οικονομικών του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ που έγραψε ότι η κοινή γνώμη επιδρούσε στη συμπεριφορά των επενδυτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές του Παρισιού.  Με την πτώση του βασιλιά τόσο οι δημοκρατικοί όσο και οι απολυταρχικοί μοναρχικοί αντίπαλοί τους θεώρησαν ως βασικό πεδίο μάχης την διαμόρφωση της κοινής γνώμης που θα συντελούσε στην άνοδό τους και στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Στην άλλη πλευρά του στενού της Μάγχης ο φιλόσοφος του ωφελιμιστικού ρεύματος Jeremy Bentham ισχυριζόταν ότι η κοινή γνώμη είναι σημαντική δύναμη για τον κοινωνικό έλεγχο της κακής διακυβέρνησης αλλά και της «οχλοκρατίας». Επομένως, είναι  σημαντική βάση της δημοκρατίας. Η κοινή γνώμη στην Ευρώπη συχνά θεωρήθηκε ως βασικό όπλο της λεγόμενης «μεσαίας τάξης» και «ευγενές» σπορ των πλούσιων μορφωμένων αστών. Στο έργο του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ η κοινή γνώμη απέκτησε μια «υπερφυισική» διάσταση ως έκφραση της κοινής «γενικής βούλησης». Η Γενική Βούληση ανακαλύπτεται μέσω του εμπεριστατωμένου διαλόγου και πλαισιώνεται ως ένα ισχυρό νέο βήμα (δικαστήριο) για τιν έλεγχο των πράξεων του κράτους. 

 

Ο Alexis de Tocqueville, ο οποίος συσχέτισε την άνθηση της δημοκρατίας στις ΗΠΑ της δεκαετίας 1830-1840 με τις αξίες, τις στάσεις και τις συμπεριφορές των πολιτών τους: «Να ασχολούνται με την κυβέρνηση της κοινωνίας και να συζητούν γι’ αυτήν είναι η πιο σημαντική απασχόληση και, ούτως ειπείν, η μοναδική απόλαυση των Αμερικανών».[1]

 

Το 1918 ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Charles Horton Cooley τόνισε ότι η κοινή γνώμη είναι περισσότερο μια διαδικασία αλληλεπίδρασης και αμοιβαίας επιρροής παρά μια κατάσταση ευρείας συμφωνίας. [2]  Ο επίσης Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας V.O. Key διατύπωσε το 1961 την ερμηνεία ότι η κοινή γνώμη είναι «οι απόψεις που έχουν τα άτομα  και τις οποίες οι κυβερνήσεις θεωρούν φρόνιμο να λαμβάνουν υπ’ όψη.».[3]  Σύμφωνα με τον Key, η κοινή γνώμη  συνδέεται με ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος  θέτει τα όρια της δημόσιας πολιτικής που μπορούν να αποδεχτούν  οι πολίτες. Ορισμένες φορές μια κυβέρνηση βρίσκει πιο σημαντικές τις γνώμες μιας μερίδας μελών της κοινωνίας από κάποιας άλλης.  Τέλος η γνώμη διαφέρει από την κρίση.

 

AΓΑΜΟΙ ΘΥΤΑΙ – ΠΡΕΖΑ ΟΤΑΝ ΠΙΕΙΣ

ΣΤΙΧΟΙ Αιμίλιος Σαββίδης, Σαβαίμ, Βοσπορινός

Μουσική: Σώσος Ιωαννίδης, Ψυριώτης

 

Η πολιτική κουλτούρα διαφέρει από τη γνώμη. Η πολιτική κουλτούρα αφορά τις παλιές αξίες, συμπεριφορές και ιδέες τις οποίες μαθαίνουν οι άνθρωποι και τις ενστερνίζονται και με βάση αυτές πορεύονται πολιτικά και κοινωνικά.[4] Η κοινή γνώμη ως έννοια διαθέτει μια μακρά ιστορία.  Στη διάρκεια της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η κοινή γνώμη διαμορφωνόταν στους ανοιχτούς υπαίθριους χώρους στις αγορές, στα φόρουμ των πολιτών των πλατειών και στους χώρους της εκκλησίας του δήμου και των άλλων θεσμικών φορέων της πολιτείας. Στη διάρκεια των νεότερων χρόνων του Διαφωτισμού στη δυτική και τη βόρεια Ευρώπη κι αργότερα στη Βόρεια Αμερική, η διαμόρφωση της κοινής γνώμης ελάμβαναν  χώρα σε κλειστούς χώρους όπως ήταν τα αγγλικά καφενεία, οι αμερικανικές εκκλησίες της Νέας Αγγλίας και τα σαλόνια της Γαλλίας. Μέσα σε αυτούς τους ανοιχτούς κύκλους υψώνονταν νέες προσδοκίες, γεννιούνταν νέες ιδέες, εκκολάπτονταν νέου τύπου ηγέτες. Τέθηκαν τα θέματα του περιορισμού των εξουσιών του απόλυτου μονάρχη και της επέκτασης των εξουσιών των εκπροσώπων των πολιτών στη διαδικασία της διαβούλευσης και λήψης πολιτικών αποφάσεων στις εθνοσυνελεύσεις και στα κοινοβούλια, της λαϊκής κυριαρχίας και της γενικής θέλησης.

 

Οι κοινωνικοί επιστήμονες με τις έρευνες κοινής γνώμης προσπαθούν να ανακαλύψουν σε γενικές γραμμές «ποιος πιστεύει τι στην πολιτική». Προσπαθούν να αναδείξουν το «εξέχον», αυτό που ξεχωρίζει όσον αφορά είτε τη σπουδαιότητα κάποιων θεμάτων για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης είτε τα χαρακτηριστικά του κοινού που φέρει διάφορες απόψεις.

Oι πολιτικοί επιστήμονες κι ορισμένοι ιστορικοί έτειναν να δίνουν έμφαση στο ρόλο της κοινής γνώμης στην κυβέρνηση και στην πολιτική μελετώντας την επιρροή της στην χάραξη κι εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής. Πράγματι, ορισμένοι  πολιτικοί επιστήμονες θεωρούσαν την κοινή γνώμη ισοδύναμη με τη γενική θέληση που σημαίνει ότι μπορεί να υπάρχει μόνο μία κοινή γνώμη σε μια δεδομένη στιγμή. Αντιθέτως, οι κοινωνιολόγοι αντιλαμβάνονταν την κοινή γνώμη ως προϊόν κοινωνικής διάδρασης και επικοινωνίας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη δεν μπορεί να υπάρχει μία κοινή γνώμη  σε ένα ζήτημα παρά μόνο  αν τα μέλη του κοινού μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους.  Ακόμη κι αν οι ατομικές τους απόψεις είναι αρκετά παρόμοιες οι πεποιθήσεις του δεν θα συνιστούν μια κοινή γνώμη μέχρι να αυτές μπορούν να μεταδοθούν σε άλλους με κάποιο τρόπο είτε μέσω του έντυπου τύπου, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, του διαδικτύου είτε με την πρόσωπο με πρόσωπο. συνομιλία ή με το τηλέφωνο. Από την άλλη οι κοινωνιολόγοι θεωρούν ότι είναι ενδεχόμενο να υπάρχουν πολλές κοινές γνώμες για ένα ζήτημα την ίδια στιγμή. Παρότι ένα σώμα γνώμης ενδεχομένως να είναι κυρίαρχο ή να είναι αντανάκλαση της κυβερνητική πολιτική αυτό δεν σημαίνει πως αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπάρχει μια σειρά άλλων σωμάτων γνώμης πάνω σε πολιτικά θέματα, ή ακόμη να υπάρχουν κοινές γνώμες με όχι τόσο στενά πολιτικά θέματα. Η ίδια η φύση της κοινής γνώμης  είναι διαδραστική, πολυδιάστατη και συνεχώς μεταβαλλόμενη σύμφωνα με τον Αμερικανό ερευνητή  Irving Crespi.[5] Τέσσερις προϋποθέσεις υπάρχουν για να μιλάμε για κοινή γνώμη. 1) Η ύπαρξη ζητήματος/διακυβεύματος 2) Ύπαρξη σημαντικού αριθμού ατόμων που εκφράζουν απόψεις για το διακύβευμα. 3) Πρέπει να υπάρχει ένα είδος συναίνεσης σε ένα μεγάλος μέρος των ερωτώμενων και απόψεων και 4) αυτή η συναίνεση πρέπει άμεσα ή έμμεσα να ασκεί επιρροή.

 

Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες διαδραματίζουν έναν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη απόψεων και στάσεων. Πιο διάχυτη είναι η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος: της οικογένειας, των φίλων, της γειτονιάς, του χώρου εργασίας, της εκκλησίας, ή του σχολείου. Οι άνθρωποι συνήθως προσαρμόζουν τη στάση τους ώστε να είναι σύμφωνη με εκείνες που είναι πιο διαδεδομένες στις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουν. Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει, για παράδειγμα, ότι αν ένα άτομο στις Ηνωμένες Πολιτείες, που θεωρεί τον εαυτό του φιλελεύθερο περιβάλλεται στο σπίτι του ή στο χώρο εργασίας του από ανθρώπους που πρεσβεύουν τον συντηρητισμό, είναι πιο πιθανό να αρχίζει να ψηφίζει συντηρητικούς υποψηφίους από ό, τι ο φιλελεύθερος του οποίου η οικογένεια και οι φίλοι μοιράζονται τις πολιτικές του απόψεις. Ομοίως, διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου ότι οι άντρες στο στρατό των ΗΠΑ, που μεταφέρονται από τη μία μονάδα στην άλλη συχνά προσαρμόζουν απόψεις τους για να συμμορφώνονται περισσότερο με εκείνες της μονάδας στην οποία μεταφέρθηκαν.

Ο παράγοντας ΜΜΕ (μέσα μαζικής ενημέρωσης/επικοινωνίας) στη σύγχρονη εποχή είναι εξίσου σημαντικός για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Οι εφημερίδες, τα περιοδικά, η τηλεόραση και, εσχάτως, το διαδίκτυο (ιστότοποι, ιστολόγια, κοινωνικά δίκτυα π.χ. facebook, twitter). Ενώ ο παράγοντας  του κοινωνικού περιβάλλοντος συμβάλλει στην αρχική διαμόρφωση των στάσεων και των αντιλήψεων των ατόμων τα ΜΜΕ  συχνά επιβεβαιώνουν και ενισχύουν υφιστάμενες στάσεις και απόψεις. Τα ΜΜΕ, ειδικά τα ειδησεογραφικά, εστιάζουν την προσοχή του κοινού σε συγκεκριμένα άτομα και ζητήματα και ωθούν πολλούς ανθρώπους να διαμορφώνουν άποψη σχετικά με αυτά.  

Πώς μετράμε την «κοινή γνώμη»;

Η πιο συνηθισμένη μέθοδος είναι η χρήση «ερωτηματολογίων». Ο υπό μελέτη πληθυσμός είναι μεγάλος και χρειάζεται να ληφθεί «αντιπροσωπευτικό» δείγμα του. Η έρευνα «κοινής γνώμης» πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις «εγκυρότητας», που αφορούν την ποιότητα των ερωτήσεων και του δείγματος του πληθυσμού. Όσο και να μας φανεί παράξενο έχοντας συνηθίσει στην ευκολία που μας παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία της επικοινωνίας, έρευνες «κοινής γνώμης» άρχισαν να διενεργούνται στις αρχές του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ. Ορισμένες εφημερίδες αποσκοπώντας στην διατύπωση προβλέψεων για τα αποτελέσματα επερχόμενων εκλογών ζητούσαν από τους αναγνώστες τους να τους στέλνουν τις ανεπίσημες ψήφους τους τις οποίες καταμετρούσαν και δημοσίευαν τα αποτελέσματα. Αυτή πρακτική διαδόθηκε ευρέως στις αρχές του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα με την δραστηριότητα του Literary Digest. Επρόκειτο για ένα εβδομαδιαίο περιοδικό ποικίλης ύλης  το οποίο ασκούσε μεγάλη επιρροή. Ιδρύθηκε το 1890 από τον Isaac Kaufmann Funk και τελικά συγχωνεύθηκε με άλλα δύο παρόμοια εβδομαδιαία περιοδικά: Public Opinion και Current Opinion. Το Literary Digest διενεργούσε εθνικής κλίμακας «δημοσκοπήσεις» από το 1910 ως 1936. Όμως, στις εκλογές του 1936 έγινε το «αναπάντεχο». Μολονότι το δείγμα της δημοσκόπησης ήταν τεράστιο (2,4 εκατομμύρια ταχυδρομημένα ψηφοδέλτια) τα πραγματικά αποτελέσματα των εκλογών ήταν πολύ διαφορετικά. O Φρανκλίνος Ρούζβελτ πέτυχε την πιο σαρωτική νίκη από την έναρξη του δικομματικού συστήματος την δεκαετία του 1850. Ο Ρούζβελτ κέρδισε σε κάθε πολιτεία εκτός από το Μέιν και το Βέρμοντ, οι οποίες μαζί συνεισέφεραν μόλις 8 εκλεκτορικές ψήφους. Κερδίζοντας 523 εκλεκτορικές ψήφους, ο Ρούζβελτ έλαβε 98,49% των εκλεκτορικών ψήφων, το υψηλότερο ποσοστό μετά από το 1820. Επιπλέον, ο Ρούζβελτ κέρδισε 60,8% των ψήφων σε πανεθνικό επίπεδο, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό από το 1820. Μία εξήγηση για την μεγάλη αποτυχία του Literary Digest ήταν ότι η μαζική προσέλευση φτωχών και ανέργων στις κάλπες για την υποστήριξη της πολιτικής του New Deal δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί καθώς το περιοδικό απευθυνόταν σε εύπορα κοινωνικά στρώματα που ήταν κατά τεκμήριο το αναγνωστικό κοινό του. Αντίθετα από το Literary Digest, o George Gallup κατάφερε, αν και νεοεισερχόμενος στον κλάδο της έρευνας «κοινής γνώμης», να προβλέψει με ακρίβεια τα εκλογικά αποτελέσματα. Γι’ αυτό χρειάζεται καλός σχεδιασμός της έρευνας κοινής γνώμης που πρέπει να εξετάζει την πρόθεση ψήφου σε εθνικό επίπεδο. Το δείγμα πρέπει να αντιπροσωπεύει καταλλήλως τις δημογραφικές κατηγορίες: ηλικία, φύλο, τόπος κατοικίας (αστική ή αγροτική), επάγγελμα, εισόδημα, εκπαίδευση, θρήσκευμα, εθνοτική προέλευση.

Στον Καναδά η εταιρεία Gallup διενήργησε τις πρώτες έρευνες στις αρχές της δεκαετίας 1940-50, κι από τότε τις διενεργεί σε μηνιαία βάση. Εκτός από την Gallup σε μηνιαία βάση διενεργεί έρευνες το Καναδικό Ινστιτούτο Κοινής Γνώμης (CIPO). To CIPO χρησιμοποιεί δείγμα 1000 Καναδών. Διατυπώνονται πολλές ερωτήσεις που ποικίλουν από έρευνα σε έρευνα. Βέβαια, ορισμένες ερωτήσεις παραμένουν ίδιες αλλά ουσιαστικά γίνεται προσπάθεια να εντοπίζεται η εξέλιξη των τάσεων της κοινής γνώμης.

 

 

 

[1] Tocqueville A. de (1835/2003) Democracy in America. London, UK: Penguin σελ. 284.

[2] Horton Cooley Charles (1909):  “The Theory of Public Opinion.” Chapter 12 in Social Organization. New York: Charles Scribner’s Sons, 121-134.

[3] Key B.O. (1961) Public Opinion and American Democracy, New York: Knopf

[4] Roskin Michael G., Robert L. Cord, James A. Medeiros, Walter S. Jones (2008) Εισαγωγή στην πολιτική επιστήμη. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο

[5] Crespi Irving (1997) The Public Opinion Process: How the People Speak. Mahwah, NJ: Lawrence Erlbaum Associates.

 

 

Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0