ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΟΥ..
Νέοι με όνειρα και φιλοδοξίες, ευτυχώς, ευδοκίμησαν και ευδοκιμούν σε κάθε γενιά που περνάει και κάθε γενιά που έρχεται. Ίσως, όμως, είναι αυτή η τωρινή νέα γενιά που θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη. Και αυτό με κάποιο τρόπο πρέπει να αλλάξει.
Το Πολυτεχνείο ζύμωσε μια γενιά με έναν καλώς εννοούμενο φανατισμό. Έναν δημοκρατικό φανατισμό. Ήταν η πρώτη γενιά, που στους εκπροσώπους της βρήκε εφαρμογή για πρώτη φορά το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος: Στον πατριωτισμό των Ελλήνων επαφίεται η προάσπιση του Συντάγματος της χώρας. Και ίσως όχι μόνο αυτό, αλλά και τα ιδανικά και τα όνειρα εκεί στηρίζονται. Στον πατριωτισμό μας. Όχι στην σοβινιστική του μορφή, αλλά στην αγάπη και την φροντίδα που θρέφουμε για μια πατρίδα που γαλουχήθηκε από τους πολέμους και γαλούχησε τα παιδιά της με μια προσμονή για το αύριο.
Αυτό το αύριο κάποια στιγμή έφτασε. Κι εκείνοι που το κατέκτησαν δεν ήθελαν να δουν το παρελθόν ποτέ ξανά μπροστά στα μάτια τους. Δεν ήθελαν τα παιδιά τους να ζήσουν όσα έζησαν εκείνοι, οι πατεράδες τους και οι παππούδες τους. Έτσι, μεγαλώσαμε όλοι με μια παράξενη λογική. Με μια λογική που δεν συνάδει ούτε με την ιδιομορφία της πατρίδας μας, ούτε με τις δυνατότητές της.
Μεγαλώσαμε με τη λογική της ευκολίας. Το κατοχικό και το χουντικό σύνδρομο οδηγούσε τις επιλογές των τωρινών μπαμπάδων: Κανείς δεν ήθελε να δει το παιδί του τεχνίτη κι ας είχαν θρέψει οικογένειες και οικογένειες οι τέχνες. Όλοι έπρεπε να γίνουμε επιστήμονες. Θεμιτό. Αλλά αδύνατον. Το αποτέλεσμα ήταν να γεμίσει κάθε παρυφή αυτής της Χώρας με ένα ΤΕΙ. Ό,τι είδους. Αρκεί να υπήρχε ΤΕΙ και οι φοιτητές να αφήνουν τα χρήματα των γονιών τους, σε μια λογική ανακύκλωσης της οικονομίας και των χρημάτων.
Μία και μόνη βαριά βιομηχανία είχαμε, αυτή του τουρισμού κι έμεινε να ρημάζει, μαζί με τις επιδοτήσεις που χάθηκαν. Ο αγρότης μεγαλούργησε με τα πακέτα Ντελόρ, αλλά νιώθει ντροπή να καλλιεργήσει τη γη το παιδί του.
Η κακοδιαχείριση έγινε γάγγραινα. Στο βωμό της εθνικής συμφιλίωσης, ο αέρας της αλλαγής του ’81 έγινε σιγά σιγά ανεμοθύελλα και θυσίασε την όποια αναγκαιότητα για να τεθούν βάσεις. Στο βωμό της ΟΝΕ και των Ολυμπιακών Αγώνων θυσιάστηκε η αξιοπρέπειά μας για την εθνική μας υπερηφάνεια.
Ο κατάλογος μακρύς. Άλλο τόσο και οι ευθύνες. Η αγανάκτηση ξέχειλη, αλλά ας ντυθούμε για λίγο το χιτώνιο της λογικής και ας σκεφτούμε: Πού μπορεί να οδηγήσει? Ή μάλλον, μπορεί να οδηγήσει κάπου??
Σίγουρα είναι θεμιτό που ένας κόσμος αντιδρά. Έξω και πέρα από κομματικές σημαίες και φλάμπουρα ζητά πίσω τη ζωή που του χαρίσανε και τώρα την παίρνουν κομματάκι κομματάκι.
Δυστυχώς, όμως, ιστορικά, κανένα κίνημα διαμαρτυρίας δεν πέτυχε. Γιατί η διαμαρτυρία έχει εγγενώς ένα στοιχείο ελλείπον. Και εν προκειμένω είναι το στοιχείο της αντιπρότασης.
Είναι μία λύση να φύγουν οι 300. Και ποιοι θα έρθουν? Μάλλον άλλοι 300. Είναι μία λύση να φύγει το Μνημόνιο. Και τι θα έρθει? Μάλλον ένα άλλο.
Στις δημοκρατικές κοινωνίες, τη λύση μπορούν να την δώσουν μόνο οι εκλογές. Μήπως όμως, ενδόμυχα, αυτό το ενδεχόμενο μάς φοβίζει λίγο;; Γιατί αν αυτό το κίνημα των αγανακτισμένων, όπως θέλει να αυτοαποκαλείται είχε δομημένες αρχές και κατεύθυνση, σίγουρα θα μπορούσε δώσει λύση. Δημοκρατική.
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι το μαρξιστικό. Επανάσταση.
Ο καπιταλισμός δημιουργεί κρίσεις. Και αυτή που βιώνουμε τώρα, αναπόφευκτη ήταν. Η ανάγκη για μεγιστοποίηση του κέρδους δημιουργεί υπεραξίες, που κάποια στιγμή ξεφουσκώνουν. Και σκάνε. Σκάνε μέσα στα χέρια μας και μας αφήνουν ενεούς, να ατενίζουμε ένα μέλλον που βουλιάζει. Αυτό υφίσταται η νέα γενιά. Μια γενιά που τη γαλούχησε η γενιά του Πολυτεχνείου και της εμφύσησε τη βολική λογική. Έναν κακώς εννοούμενο προστατευτισμό που της έκοψε τα φτερά της δημιουργίας. Για να μη ζήσει τα ίδια με την προηγούμενη. Και τι κατάφερε? Να είναι η πρώτη που θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη..
Γράφει ο Θοδωρής Κ. Παναγιώτου Δικηγόρος