Έκτωρ Κακναβάτος, ένας Ποιητής Υψικάμινος

Mέσα στην εκλογική παμφωνία αναχώρησε στις 9/11/2010 ο ποιητής Έκτωρ Κακναβάτος, σαν να θέλησε με την κορύφωση της σιωπής του, μ’ αυτή την ευθυτενή παύση, να ενορχηστρώσει τη χαοτική περ ιδίνηση της εποχής. Όπως έκανε πάντα και με την ποιητική του φωνή. 

Φωνή αμάλγαμα ακατάλυτης εφηβείας και καταλυτικής σοφίας. Ένα εκρηκτικό μείγμα πίστης και πίκρας. Οργής κι επιθυμίας. Είναι ο ποιητής που  «σφαγμένη εντός του μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει» .
Μια φωνή γεμάτη σύμφωνα που κονταροχτυπιούνται (όπως κάνουν και στο ιδιόνομά του τα «κάπα» και τα «ταυ»), γεμάτη εκθαμβωτικές παραφυάδες συμβόλων, ιστορίας και γλώσσας, γεμάτη σπινθήρες και αριστοτεχνικά άλματα από τις κορυφογραμμές του νου στο ζέον υποσυνείδητο, και από εκεί στην «πάμφωτη αταξία» του υπερκείμενου και υποκείμενου των πάντων χάους.
Υπερρεαλιστής που δεν υπέκυψε ωστόσο ποτέ στους ανερμάτιστους συνειρμούς του ασυνειδήτου. Αντίθετα εκτόξευσε τη λάβα του πάνω στη συνείδηση για να την φωτίσει και να την οπλίσει. «Η ποίηση –λέει- όχημα εκ βαθέων, παραβιάζοντας τα σύνορα του ελεγχόμενου λόγου, αναγγέλλει τον παφλασμό του θαύματος.» Και αλλού: «Ποιητική ζωή = πλάτεμα της συνείδησης, κατάδυση στο υπόστρωμά της, στο μάγμα της και στην κίνησή του προς τη μορφογένεση.»
Η εκπληκτική λεκτική του ελευθερία, η τολμηρή του ακροβασία στα ακρότατα όρια της γλώσσας ήταν πάντα στοχευμένη και εύστοχη. Η γλώσσα, όπως και ο κόσμος, στην ποίησή του είναι ένα μαγικό βουνό που αλλάζει διαρκώς μορφές, σπηλιές, ξέφωτα και μονοπάτια, γκρεμούς και κορυφές. Ένα παλλόμενο σύμπαν ανεξιχνίαστων νοημάτων. Και ο ποιητής είναι ο προφήτης που κατοικεί στα έγκατά του και σκάβει μέχρι να βγει στο φως. «Δεν είναι που υπάρχουν τα πράγματα έτσι που υπάρχουν, αλλά που μπορούν να υπάρχουν και αλλιώς χάρη στους ποιητές.» Αυτό έκανε ο Κακναβάτος. Δεν έπαιζε με την ποίηση. Ιερουργούσε. Λόγος υψικάμινος. Λόγος υπερβατικός. Λόγος ανυπότακτος, που βράζει πάνω στο καζάνι της ανθρώπινης ύπαρξης –«ρωτώ γι’ αυτά και τα’ άλλα που αποσιωπήθηκαν / για την πληγή μας / που έγινε ακατοίκητη» -, και μετατρέπεται σε ριπή. Σε βλέμμα σαρωτικό και αποκαλυπτικό των μύχιων του Κόσμου -«με τρεις σφαίρες στην κοιλιά / έβγαλ’ από μέσα μου το χαοτικό καλντερίμι» -, για να καταλήξει «μόνο τον αγέρα λέω αγέρα / γιατί μόνον ελόγου του μπορεί και είναι ο μύθος του» . Κι εσύ, ο αναγνώστης, ο συνομιλητής του «Άκουγες το πάλεμα που εντός του κάνανε οι λέξεις / ίσαμε που ‘βγαινε καπνός απ’ τις σιωπές του…»
Γιατί ο Κακναβάτος δεν παραδόθηκε ποτέ. Σε τίποτα και σε κανέναν. Ούτε στις σειρήνες της δημοσιότητας, ούτε στους «κύκλους» που απονέμουν τα βραβεία και τους τίτλους, ούτε καν καλά-καλά στον έκθαμβο αναγνώστη του «μιας κι ήταν όλος έξω του αγέρα / μιας κι ήταν πέρα» .
Γι’ αυτό είναι από τις μεγαλύτερες τιμές της ζωής μου –ίσως η μεγαλύτερη- οι λίγες κουβέντες του στο τηλέφωνο, όταν του ταχυδρόμησα, με δέος και χτυποκάρδι το πρώτο μου βιβλίο, ζητώντας τη γνώμη του: «Αυτό είναι ποίηση! Θέλω πολλά να σας πω… μπράβο σας!» Η συγκίνησή μου δεν με άφησε να αρθρώσω πολλά. Το μόνο που κατάφερα ήταν να τον παρακαλέσω για μια επίσκεψη, για να τον γνωρίσω από κοντά, αλλά η υγεία του δεν του το επέτρεπε «Δεν πηγαίνω πια στο γραφείο μου… έχω κινητικά προβλήματα… ίσως αργότερα…», μου είπε. Αλλά αυτό το «αργότερα» δυστυχώς δεν ήρθε… Τον πρόλαβαν τα κουπιά του Ηράκλειτου :


«Το λιοπύρι ανάσκελα στην άμμο
στο πεζούλι της Νίσυρος
αφημένο το εσώρουχο της θάλασσας

Και ξάφνου όρθια
Κι ακίνητα τα κουπιά του Ηράκλειτου
… που αν χτυπήσουν πάλι τα νερά
θα ‘ναι που
θα ‘χουν πια διαβεί τα μάτια σου
και το σάστισμα θα ‘χει κοπάσει»

Διάβηκαν πια τα μάτια του, αλλά μας έμεινε η ευλογία του:
 

«Σκοπός της ζωής μας είναι η αχανής εμβέλεια της κάθε μας ευχής».

Όσο για μένα, δεν μπορώ να κρύψω ούτε τη λύπη, ούτε το θαυμασμό, ούτε την ευγνωμοσύνη μου. Ο Κακναβάτος δεν ήταν απλώς ένας ακόμη καλός –ή έστω μεγάλος- ποιητής. Ήταν για μένα μύστης. Μετά τον Κάλβο, που ξεκλείδωσε στα παιδικά ακόμη μάτια μου τον θαυμαστό κόσμο της ποίησης, ο Κακναβάτος -μαζί με τον Σεφέρη και τον Ελύτη-, ήταν αυτός που μου μίλησε σε μια γλώσσα που πίστεψα έκτοτε σαν τη μοναδική αληθινή. Ήταν αυτός που με μαχαίρωσε μια για πάντα με τη φωνή του:

«………
Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ‘παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.»

Το λιγότερο λοιπόν που μπορώ να κάνω σήμερα, που η απώλειά του γίνεται μαύρη κηλίδα στη ζωή μας, είναι να πω σ’ αυτούς που χάσανε το δρόμο τους, στους πολυεδρικούς, τους φωνακλάδες, τους διεφθαρμένους, πως εκείνος:


Ήτανε ποταμός σαράντα οργιές του βάθους,

που κύλαε τα ίσα πάνου.


Μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.


(Εκτενέστερη αναφορά στη ζωή και το έργο του μπορείτε να βρείτε στο μπλογκ μου:  kerasi.blogspot.com)


Αγγέλα Αποστολοπούλου


 

Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0