Αντικαπνιστικόν !
Ήμουν που λέτε τις προάλλες στο πολύ συμπαθητικό καφέ «η Πόλη μας», σε πολύ κεντρικό δρόμο, και ρέμβαζα απέναντι από μια γιγάντια φωτογραφία του γίγαντα δημάρχου μας. Συγκεκριμένα είχα προβληματιστεί αν το μέικ απ στη φωτογραφία του ήταν το αντιγηραντικό – συσφικτικό giordani gold της oriflamme ή το affinit one με βιταμίνη Ε της Maybelline. Κι επειδή κάθε σοβαρό πρόβλημα σηκώνει τσιγάρο, βγάζω κι εγώ ένα χρυσό 12άρι Dunhill από την τσάντα μου (Gucci γκρι καφέ με χρυσή αλυσίδα, 990 €, αλλά δεν το κάνω θέμα...) και κάνω να πιάσω το βαρύ, ολόχρυσο DuPont αναπτήρα μου, όταν ... τσακ!
Μια κοτζαμάν φλόγα σαν ολυμπιακή δάδα άναψε δίπλα στο μάγουλό μου, σχεδόν λιώνοντας το δικό μου μέικ απ! «Όχι ρε π...» πήγα να πω, αλλά θυμήθηκα την ευγενική μου καταγωγή και αυτομάτως ένα “Oh, mon Dieu…” βγήκε από τα άψογα βαμμένα χείλη μου. Το χέρι που κρατούσε το δαυλί ήταν μελαψό, μυώδες και αρρενωπό... Λίγωσα...
Η εικόνα του Χασάν, του μαύρου θερμαστή από το Τζιμπουτί, που είχα παλιά στη βίλα μου για τις κρύες νύχτες του χειμώνα, πέρασε σαν αστραπή από μπροστά μου. Σήκωσα τα βαριά μου βλέφαρα προς τα πάνω : Αντί για τη μαύρη μούρη του Χασάν, αντίκρυσα ένα πλατύ πρόσωπο πλαισιωμένο με πατομπούκαλα να μου χαμογελά. Δεν άναψα από τη φωτιά του, μόνο τον κοίταξα κατάματα.
«- Ευχαριστώ πολύ, κύριε...» του πέταξα την πάσα.
« - Δημήτρης. Στις υπηρεσίες σας...» μου τη γύρισε κρατώντας ακόμη τη φωτιά του αναμμένη.
« - Μου φαίνεστε γνωστός. Κάπου σας έχω ξαναδεί...» συνέχισα
Ο άγνωστος Δημήτρης διέκοψε το τρυφερό τετ – α - τετ μας, γύρισε προς την ανατολή και άρχισε να σταυροκοπιέται μπροστά στη φλόγα του αναπτήρα του, κάνοντας μια - δυό γρήγορες μετάνοιες, ενώ μουρμούριζε ευχαριστίες προς το θεό που τον φώτισε να κολλήσει, λέει, κάτι αφίσες. Όρκο δεν παίρνω, αλλά τον άκουσα που έλεγε κάτι για Άγιο Κωνσταντίνο και Αγία Μαρίνα... Θεοσεβούμενο παιδί...
Ξαναγύρισε προς το μέρος μου χαμογελώντας δειλά, ξυπνώντας μέσα μου κύματα μητρικής γλύκας... Σα να μην έφταναν όλα αυτά, ο αναπτήρας εξαφανίστηκε από τα χέρια του άγνωστου νέου (λέμε τώρα...) και στη θέση του εμφανίστηκε ένα μικρό (λίγο μαραμένο) γλαστράκι, το οποίο άφησε με αβρότητα μπροστά στα ξώφτερνα Balenciaga μου (850 € το ζευγάρι, αλλά δεν το κάνω θέμα...) σαν τον ιππότη που απιθώνει την καρδιά του μπροστά στα πόδια της αγαπημένης του.
« - Πρέπει να πας να κοιταχτείς γιαυτό το θέμα με το ρομαντισμό, Δημήτρη μου...» του είπα, σπάζοντας τον πάγο
« - Άσε, μετά τις εκλογές...» δίστασε λίγο. «Αγαπημένη...» πρόσθεσε.
Η κλωτσιά πέτυχε τον άγνωστο καβαλιέρο μου στα μαλακά, τινάζοντάς τον δυό μέτρα μακριά!
« - Ποιές εκλογές, ρε διασπαστή! Μετά τις εκλογές θα σε κλαίνε οι ρέγγες!» ακούστηκε μια φωνή από κάποιο απροσδιόριστο βάθος, κι ένας αξύριστος νέος (λέμε τώρα...) μ’ ένα κράνος του Mετρό εμφανίστηκε μπροστά μου, κρατώντας ένα κοντό ματσούκι σα σκήπτρο.
Με μια απότομη κίνηση ο νεοφερμένος άναψε το ματσούκι, που δεν ήταν άλλο από ένα πράσινο πυροτέχνημα που φώτισε το χώρο και το έτεινε προς το μετέωρο τσιγάρο μου ικετευτικά.
« - Άσε κάτω το χρίσμα, ρε δοτέ κοψοχέρη !» όρλιαξε ο άγνωστος Δημητρης τρίβοντας τα πονεμένα του καπούλια και όρμηξε να αρπάξει το ολόφωτο ματσούκι από τον αντίπαλό του. Δεν πρόσεξε όμως κι έφαγε μια κατακέφαλα, ενώ πράσινες σπίθες σκόρπισαν τριγύρω στο δωμάτιο, όμως πρόλαβε κι έριξε μια ξεγυρισμένη καλαμιά στον αξύριστο.
Το μικρό, καφέ είχε ματατραπεί σε πεδίο μάχης, με τους δυο άντρες να μαλλιοτραβιούνται και να μπινελικώνονται (μα τί λέω η τρελλή...) όταν μια άγρια φωνή αντήχησε :
« - Πίσω ρε ξεπλένηδες, αφήστε τη συναγωνίστρια!» Δε θα το πιστέψετε, αλλά στο μικρό καφέ «Η πόλη μας» είχε μπουκάρει ο Ζορρό, τυλιγμένος στην κάπα του, και με το καπέλο χωμένο χαμηλά ως τα μάτια. Μόνο το άσπρο μουστάκι του πρόλαβα να δω, γιατί μετά το βλέμμα μου μαγητίστηκε από το άλογό του, ένα παρδαλό ξύλινο άτι με δυό κεφάλια, που το ένα κοιτούσε στην Ανατολή και το άλλο στη Δύση, ενώ πάνω από το κεφάλι του ανέμιζε ένα χάρτινο Αλέξη-κέραυνο σπαθί που έγραφε «Συμμετοχικός Προϋπολογισμός». Κάνοντας με το στόμα «κλιπιτικλόπ – κλιπιτικλόπ» ο Ζορρό γονάτισε θεατρικότατα πάνω στο χαλί όπου σερνόταν η απλωμένη φούστα μου (Elie Saab, Collection 2010, 1500€, αλλά γιατί να το κάνω θέμα...) και ψάχτηκε για φωτιά. Ο αναπτήρας του ήταν ένα πολύχρωμο θαύμα της τεχνολογίας, μόνο που... «Τσακ!» , «τσακ!», «τσακ!», ρε ξανα «τσακ!». Αφλογιστία...
Πριν προλάβει να δοκιμάσει άλλη φορά, το χαλί τραβήχτηκε ξαφνικά κάτω από τα πόδια του, ρίχνοντάς τον στο πάτωμα, ενώ πίσω από την πλάτη του είδα μια νέα (λέμε τώρα...) γυναίκα να γελάει σαρδόνια. Κάπου από το βάθος άρχισε ν’ ακούγεται μια χορωδία να τραγουδάει αντάρτικα, την ίδια στιγμή που η γυναίκα, ζωσμένη με φυσεκλίκια άρχισε να βαδίζει απειλητικά προς το μέρος μου κραδαίνοντας ένα παμπάλαιο καρυοφύλλι με μια κόκκινη παντιέρα δεμένη στην άκρη του. Ευτυχώς το μακρύκανο ντουφέκι σφήνωσε στο χαμηλό δοκάρι του μπαρ, όμως αυτή συνέχιζε να πρώχνει προς τα μπρος με απελπισμένη μανία, χωρίς ούτε να σκεφτεί να υποστείλει το καρυοφύλλι - σημαία του αγώνα και να ξεμπλοκαριστεί. Ανάσανα...
Ενώ η στρουμπουλή ανταρτοπούλα ξεστόμιζε κατάρες εναντίον του Μάαστριχτ, βρήκα καιρό να ανασυνταχτώ. Αρκετές ήταν οι εμπειρίες για μια μόνο ημέρα...
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένας νέος (μην τα ξαναλέμε τώρα...) άντρας, μ’ ένα μυστρί κι ένα κουβαδάκι (αυτό που στη μακρινή Φλωρεντία το λένε κουβέλι...) μπούκαρε στο μικρό καφέ «Η πόλη μας» μιλώντας στο κινητό του ... στ’ αρβανίτικα! Κοίταξε γύρω του σα χαμένος. Λέω μέσα μου «Κοίτα να δεις που θα’ρθει κι αυτός να μου ανάψει το τσιγάρο...» Πριν καλά καλά τελειώσω τη σκέψη μου, ο άγνωστος κοίταξε το πράσινο βεγγαλικό του αξύριστου να καθρεφτίζεται μονάχο του, μέσα στα σπασμένα γυαλιά του άγνωστου Δημήτρη, το Ζορρό ανακούρκουδα δίπλα στο πολύχρωμο δικέφαλο άτι του και τη μπολσεβίκα να κάνει σημειωτόν μπλοκαρισμένη κάτω από την κόκκινη παντιέρα της και μονολόγησε «Μμμμ... Χρώμα στην πόλη!». Βγάζοντας έναν ροζ – πράσινο αναπτήρα απ’ το κουβέλι του ξεκίνησε προς το μέρος μου. «Το τρίτο μάτι σου τ’ αλλήθωρο, ρε παλιο...» ξεκίνησα να λέω,όμως ξεστόμισα μόνο ένα αποκαμωμένο “Mon Dieu”...
Ο άγνωστος πήρε με ήρεμες κινήσεις ζεν πρεμιέ το τσιγάρο από τα μισάνοιχτα χείλη μου, το έβαλε στα δικά του και ανάβοντάς το, τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά κοιτώντας με με νόημα...
« - Ιέπ! Σι τσάκωσα!» ακούστηκε η φωνή του Δημάρχου, ενώ ακουγόταν ο ξερός ήχος από τη χειροπέδα που έκλεινε γύρω από τον καρπό του αποσβολωμένου γόη. «Διεν ξέρ’ς ουρέ ζαγάρ, ότι απαγουρέβιτι του κάπνισμα στους κλειστούς χώρ’ς; Ε;» έσκουξε ο Δήμαρχος τραβολογώντας τον έξω από το μαγαζί.
« - Συγνώμ’ κυρ Νωματάρχα μ’ , είμαι νέους κι άφθαρτος ο καψερός...» ακούστηκε ο πληγωμένος ζεν πρεμιέ, ενώ πίσω τους έκλεινε η πόρτα από το καφέ «Η πόλη» μας.
Γύρω μου, οι καραβοτσακισμένοι αντίπαλοι κοιτάζονταν με απορία...
Hasta la vista, babies!
Υ.Γ. Παρέλειψα κανα δυο κομπανιέρος, αλλά επιφυλάσσομαι (που να σας προλάβω όλους η Roufiana…)