Προεδρικό Διάταγμα επιστροφής στο Μεσαίωνα...
α) Με το νέο π.δ. ορίζεται για τους νέους ανθρώπους έως 25 ετών μείωση κατά 20% του κατώτατου μισθού που προβλέπεται από τη Γενική Συλλογική Σύμβαση. Με τα σημερινά δηλαδή δεδομένα, ο μηνιαίος μισθός ενός πρωτοεμφανιζόμενου στην αγορά εργασίας νέου ανέρχεται στα 592 ευρώ, δεδομένου ότι ο βασικός μισθός που προβλέπει η συλλογική σύμβαση, διαμορφώνεται στα 740 ευρώ. Μάλιστα, με βάση το νέο νόμο, ακόμα κι αυτός ο κατώτατος προβλεπόμενος μισθός, μπορεί να μειωθεί κι άλλο σε περίπτωση σύναψης κλαδικής σύμβασης εργασίας που προβλέπει χαμηλότερη μισθοδοσία.
β) Πραγματοποιείται η «δέσμευση» του Πρωθυπουργού για δημιουργία συμβάσεων «μαθητείας». Αυτή η μαθητεία λοιπόν περιλαμβάνει ένα υποκατάστατο μισθού για παιδιά 15 έως 18 χρονών, το ύψος του οποίου θα αντιστοιχεί στο 70% του κατώτατου μισθού της ΕΓΣΣΕ (γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας), με δυνατότητα επέκτασής της κατά τέσσερα έτη. Νομιμοποιείται έτσι ένα είδος ανασφάλιστης εργασιακής εξαθλίωσης, πριμοδοτώντας μάλιστα τον εργοδότη να προβαίνει σε απολύσεις με την επίκληση του τόσο επίφοβου -λόγω της αοριστίας του- «σπουδαίου λόγου». Εν ολίγοις, προωθείται μια γενική εξίσωση των εργαζομένων προς τα κάτω, καθώς είναι σαφές πως οι «άκακες» αυτές συμβάσεις μαθητείας αποτελούν το Δούρειο Ίππο για τη διάλυση των κεκτημένων ολόκληρου του εργασιακού σώματος.
γ) Καταργούνται στην ουσία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, αφού καταργείται η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των εργαζομένων στη διαιτησία (κάτι που δεν προβλέπεται καν από το μνημόνιο που όπως απολογείται η κυβέρνηση της «έχει δέσει τα χέρια»). Μη έχοντας λοιπόν οι εργαζόμενοι αυτό το διαπραγματευτικό όπλο (μιας κι όταν δεν επερχόταν συμφωνία μεταξύ συνδικάτων-εργοδοτών, οι τελευταίοι αυτοδεσμεύονταν κατά κάποιο τρόπο με τη δυνατότητα προσφυγής των εργαζομένων στη διαιτησία) αναγκάζονται σε απλή συγκατάθεση των επιβαλλόμενων όρων σύναψης σύμβασης εργασίας από τη μεριά των εργοδοτών. Η συλλογική διεκδίκηση δικαιωμάτων δεν υφίσταται πια, ενώ επιστρέφουμε σ' ένα καθεστώς ατομικής διαπραγμάτευσης, ατομικού εκβιασμού και καθολικής υποταγής.
δ) Εν μέσω οικονομικής ύφεσης, η κυβέρνηση «σεβόμενη» και ακολουθώντας «πιστά» τις επιταγές της αρχής του κοινωνικού κράτους, προωθεί την αύξηση του ορίου απολύσεων από 2% στο 4%, με παράλληλη μείωση των αποζημιώσεων. Αν και φαινομενικά η αποζημίωση δεν επηρεάζεται, όπως θέλουν να μας πείσουν ορισμένοι, η μείωση του χρόνου προειδοποιήσεως σηματοδοτεί αυτό ακριβώς. Ενδεικτικά ένας υπάλληλος που έχει υπηρετήσει 20 χρόνια και πάνω σε μια επιχείρηση, για να απολυθεί θα έπρεπε να ειδοποιηθεί 16 μήνες πριν (χρονικό περιθώριο που ουσιαστικά έκανε τη διάταξη ανενεργή). Με το νέο προεδρικό διάταγμα, όμως, ο χρόνος της ειδοποίησης αυτής μειώνεται στους 4 μήνες. Είναι προφανές άρα, ότι με το τρικ της προειδοποίησης, ανοίγει ο δρόμος για την απόλυση εργαζομένων που έχουν πολλά χρόνια στον ίδιο εργοδότη.
Σε κάθε περίπτωση, με οιαδήποτε μορφή κι αν περάσουν τα εν λόγω μέτρα, είτε μέσω της διαδικασίας εκδόσεων προεδρικών διαταγμάτων είτε μέσω της απευθείας ψήφισής τους από τη Βουλή με τη μορφή τυπικού νόμου, είναι βέβαια πως το πλήγμα που θα φέρουν στις εργασιακές σχέσεις θα ‘ναι ανεπανόρθωτο. Γι' αυτό ακριβώς και κατ'εμέ δεν υπάρχει τίποτα προς αντιπρόταση, γιατί πολύ απλά αυτό το έκτρωμα δεν επιδέχεται διορθώσεως παρά μόνο συνολικής απορρίψεώς του.