Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

 

 

Η εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 μας υποχρεώνει να σκύψουμε ξανά στις θεωρητικές μας αναλύσεις για να προσπαθήσουμε να συγκροτήσουμε τα κατάλληλα εργαλεία σκέψης ώστε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικότερα τις επιθέσεις της άρχουσας τάξης και της ιδεο λογίας της. Μέσω του Τύπου και των ΜΜΕ διαχέονται διάφορες απόψεις και σε ορισμένες περιπτώσεις ανασύρονται παλιότερες αντιδραστικές και συντηρητικές θεωρίες που, κακώς, νομίζανε πολλοί πως είχαν ξεχαστεί σε κάποιο σκουριασμένο «χρονοντούλαπο της ιστορίας» (π.χ. στον Ελεύθερο Τύπο της 21/12/2008,ο Καθηγητής του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας Δημήτρης Καιρίδης κατηγορεί τον Υπουργό Εσωτερικών Προκόπη Παυλόπουλο γιατί «ομολόγησε ότι χωρίς θύματα δεν μπορεί να ελέγξει τον όχλο»). Πολλοί μιλούν για «ταραχές», δηλαδή για «συλλογική βία» κατά της ιδιοκτησίας και συχνά εναντίον ανθρώπων της εξουσίας. Ορισμένες εξ αυτών φτάνουν στο σημείο να αμφισβητούν ακόμα και την έννοια της συλλογικής δράσης, πόσο μάλλον δε την έννοια του κοινωνικού κινήματος. Για να δούμε, λοιπόν, ποιες ήταν αυτές οι θεωρίες. 

 

Η πρώτη θεωρητική σχολή που αναδείχθηκε στη προσπάθεια της μελέτης της συλλογικής δράσης ήταν αυτή που αναφερόταν στο πλήθος (“crowd approach”).  Στηρίχτηκε σε προγενέστερες θεωρητικές κατασκευές, πολιτικά και ιδεολογικά δόγματα.  Από τα τέλη του 18ου ως τα τέλη του 19ου αιώνα  τα επαναστατημένα πλήθη κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής ιστορίας θεωρούνταν από τις άρχουσες τάξεις ως «τρελαμένος εγκληματικός όχλος» . Ο όχλος θεωρείτο ως μια μη παραγωγική, ανήθικη μειοψηφία που ήταν έκφραση της εχθρότητας των κρατούντων  για όσους εμπλέκονταν σε καταστάσεις μαζικής δράσης. Η έννοια αυτή κατέστη συνθετότερη με την ταυτόχρονη σχεδόν εκδήλωση τριών πνευματικών ρευμάτων, της ιδέας της εθνικής ζωτικής ενέργειας που μπορούσε να εκφραστεί με μορφές μαζικής βίας, του κοινωνικού δαρβινισμού και της θεωρίας του πλήθους. Ο κοινωνικός δαρβινισμός χρησιμοποίησε την έννοια της εκφυλισμένης τάξης που αναγνωρίζει μια ομάδα της οποίας τα χαρακτηριστικά και η κοινωνική σύνθεση μοιάζουν με την παλιότερη χρήση της έννοια του όχλου. Ενώ παλιότερα ο όχλος είχε επικίνδυνες και εγκληματικές τάσεις που οφείλονταν στο περιβάλλον ή στην έλλειψη ηθικής, οι κοινωνικοί δαρβινιστές ανακάλυψαν κληρονομικά γνωρίσματα και φυλετικά χαρακτηριστικά ανοίγοντας το δρόμο στο ρατσισμό. Παλιότερα, επίσης, η δράση του όχλου αποτελούσε τη συνολική έκφραση του χαρακτήρα και των σκοπών των ατόμων που αποτελούσαν τον όχλο. Όμως, οι θεωρητικοί του πλήθους διέκριναν μεταξύ της ατομικής συμπεριφοράς και της συμπεριφοράς των ατόμων μέσα στο πλήθος. Διαχώρισαν το ζήτημα των κινήτρων, των ροπών και των στόχων των κοινωνικών ομάδων προτού συγκροτήσουν το πλήθος από τη συμπεριφορά τους ως πλήθος. Ως το τέλος του 18ου αιώνα ως όχλος δεν θεωρείτο μια μειοψηφία αλλά σχεδόν όλος ο κόσμος, η έκφραση του ασταθούς κοινού ανθρώπου (mobile vulgus).


Έτσι, λοιπόν, η συλλογική δράση εθεωρείτο παράλογη και ανώμαλη. Η προσέγγιση ήταν αυτή του «μύθου του τρελαμένου πλήθους»: τα πλήθη έχουν νοοτροπία που βρίσκεται εκτός ορίων, εκτός, δηλαδή, του πλαισίου των ομαλών και συνηθισμένων ανθρωπίνων κινήτρων και εμπειριών.  Το πλήθος αποκτά ένα «συλλογικό νου» και κάθε άτομο του πλήθους κυριεύεται από σκέψεις και συναισθήματα τέτοια που το ωθούν σε πράξεις εντελώς διαφορετικές από εκείνες που θα μπορούσε να διαπράξει κατά μόνας. Άρα, κατά τη θεωρία αυτή, τα πλήθη είναι επιρρεπή στη βία. Ακόμη και οι πιο πολιτικές μορφές κινητοποίησης διαμαρτυρίας (απεργίες, συγκεντρώσεις κλπ) θεωρούνται ότι στηρίζονται σε βασικά στοιχεία της ψυχολογίας του πλήθους (φήμες, πανικός κλπ). Οι ταραχώδεις διαμαρτυρίες των εργατών της βιομηχανικής επανάστασης (π.χ. λουδίτες) αποδίδονταν αποκλειστικά στον παράλογο χαρακτήρα του πλήθους.

 

Αυτές οι ερμηνείες της συλλογικής συμπεριφοράς είναι, ως επί το πλείστον, ψυχολογικού χαρακτήρα και έχουν την τάση να ανάγουν τη διαμαρτυρία στην απελευθέρωση καταπιεσμένων υστερήσεων. Τα αναποφάσιστα και ανήσυχα μέλη του πλήθους απλώς μιμούνται το ένα το άλλο χωρίς να διαθέτουν συνεκτικό εναλλακτικό σχέδιο. Μεταδίδεται έτσι μια «κυκλική διαντίδραση». Ο κυρίαρχος ρόλος του κοινωνικού πλαισίου σ’ αυτή την προσέγγιση αφορά στην εξήγηση των μη κανονικών συνθηκών - π.χ. μαζική κοινωνία ή εντάσεις προκαλούμενες από την ραγδαία κοινωνική μεταβολή (αγρότες που γίνονται εργάτες ή άνεργοι, ανειδίκευτοι εργάτες που απολύονται μαζικά) – που επιτρέπουν την περιοδική έκρηξη συλλογικής «τρέλας».  H «ορθόδοξη» από τις θεωρίες μέσης κλίμακας είναι αυτή της «συλλογικής συμπεριφοράς» (collective behavior theory) που ήταν η επικρατούσα κατά τις δεκαετίες 1940 και 1950. Η βασική θέση των υποστηρικτών των απόψεων αυτών είναι ότι τα κοινωνικά κινήματα αποτελούν ημι-ορθολογικές αποκρίσεις ατόμων και ομάδων στις μη κανονικές συνθήκες (abnormal conditions) που προκύπτουν σε φάση δομικής έντασης μεταξύ των κύριων κοινωνικών θεσμών.  Αυτή η δομική ένταση που προκαλεί τη δυσλειτουργία ολόκληρου του κοινωνικού συστήματος, καθώς έρχονται σε σύγκρουση οι ομαδικές επιθυμίες με τους όρους ύπαρξης των ατόμων. Η ιδιαίτερη συνεισφορά στην ανάπτυξη της θεωρίας αυτής είναι ότι περιέγραψε το μηχανισμό που τίθεται σε λειτουργία βοηθώντας την ανάδειξη και δραστηριοποίηση των κοινωνικών κινημάτων.  Η θεωρία της «μαζικής κοινωνίας» τονίζει ότι υπάρχει έλλειψη δεσμών με τις ενδιάμεσες ομάδες και τους αντίστοιχους θεσμούς δημιουργώντας το υπόστρωμα για την ανάπτυξη μαζικών διαμαρτυριών.

Το πρόβλημα με τις προηγούμενες θεωρίες είναι ότι είτε θεωρούν αδιανόητη την ύπαρξη τάσεων διαμαρτυρίας στην ομαλή καθημερινή ζωή  είτε περιγράφουν το «συλλογικό νου» με ψυχολογικούς όρους και παραμελούν την κουλτούρα, τις στρατηγικές και την πραγματική ψυχολογική δυναμική στο επίπεδο των ατόμων. Και βεβαίως δεν υπάρχουν ανταγωνίστριες κοινωνικές τάξεις που να μάχονται υπέρ της διατήρησης ή της ανατροπής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Υπάρχει όμως μια τάση η οποία, αντί να βλέπει τα κοινωνικά κινήματα και τη συλλογική δράση ως παραλογισμούς, υπογραμμίζει τη δημιουργικότητα των συμμετεχόντων.  Γι’ αυτήν αλλά και για τις άλλες τάσεις που επέφεραν τομές στη θεωρία των κοινωνικών κινημάτων θα μιλήσουμε σε επόμενο άρθρο.


Σημειώσεις:
  Βλ. Le Bon, G. (1895/1960) The Crowd : A Study of the Popular Mind. NY: Viking Press.  
  Βλ. Hays P. (1992) The People and the Mob: The Ideology of Civil Conflict in Western Europe. Westport: Praeger Publications.
  Rudé George (1964) The Crowd in History: A Study of Popular Disturbances in France and England, 1730-1848 New York: Wiley.
  Για συνοπτική κριτική παρουσίαση των σχολών για τη συλλογική δράση, βλ. Jasper, J. (1997). The Art of Moral Protest: Culture, Biography, and Creativity in Social Movements. Chicago: Chicago University Press. 
  Τη θεωρία αυτή ασπάζονται, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, κοινωνιολόγοι της Σχολής του Chicago όπως οι Park, E.R. & Burgess, W.E. (1924). Introduction to the Science of Sociology, Chicago, University of Chicago Press, ο  Blumer, H. (1986). Symbolic Interactionism. Perspective and Method, Berkley, University of California Press, οι Turner, H.R. and Killian, L. (1987). Collective Behavior. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall, o T. Parsons με τη δομική λειτουργική ανάλυση, και ο Smelser, N. (1963). Theory of Collective Behavior. ΝΥ: Press of Glencoe. Επίσης εκτενής αναφορά στις απόψεις αυτές γίνεται στο Αλεξανδρόπουλος Στ. (2001), Θεωρίες για τη συλλογική δράση και τα κοινωνικά κινήματα. Τόμος Α΄ Κλασικές θεωρίες, Αθήνα, εκδ. Κριτική. σελ.115-278.
  Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας - προερχόμενοι, οι περισσότεροι, από τη γενιά που έζησε στο πετσί της το ναζισμό και το φασισμό από τη μια μεριά και το σταλινισμό από την άλλη – συνέδεσαν τα κινήματα με τις «ταραχές», τα «πλήθη» και τη «μαζική υστερία» [Για το φαινόμενο του «ολοκληρωτικού κινήματος» και της «μαζικής κοινωνίας» και τις δύο σχολές σκέψης που αναπτύχθηκαν, δηλαδή της «αριστοκρατικής κριτικής» και της «δημοκρατικής κριτικής» της «μαζικής κοινωνίας, βλ. Αλεξανδρόπουλος Στ. (2001), ο.ε.π., σελ.177-306]. Ταυτόχρονα η σκέψη τους συνδιαμορφώθηκε και από την τάση του κομφορμισμού της δεκαετίας του ’50 – αποδοχή του «ορθολογικού υποδείγματος» και του «νεοθετικισμού» - με αποτέλεσμα να τονίζουν υπέρμετρα τις «παράλογες διαστάσεις» των κινημάτων και να τα αντιμετωπίζουν συνήθως ως δυνητικά επικίνδυνες εκτροπές της κατά τα άλλα ομαλής λειτουργία του κοινωνικού συστήματος. 
  Κατά ένα γενικό τρόπο μπορούμε να εντάξουμε εδώ και τη θεωρία του Emil Durkheim που διαπιστώνει την ένταση που προκαλείται στο επίπεδο της κοινωνίας από τη μεταβολή των κοινωνικών αναγκών όταν αυτή δεν συνοδεύεται από την αντίστοιχη του είδους των ηθικών σχέσεων με αποτέλεσμα τη δημιουργία συνθηκών «ανομίας» και τη συγκρότηση κινημάτων κοινωνικής «επανόρθωσης» και προτείνει ένα είδος πολιτικού-κοινωνικού κορπορατισμού. Βλ. Durkheim, E. (1983), Pragmatism and Sociology. Cambridge: Cambridge University Press καθώς και Αλεξανδρόπουλος Σ. (2001), ο.ε.π., σελ. 91-114.
  Βλ. Turner, H.R. and L. Killian (1987), ο.ε.π.


Θανάσης Τσακίρης
http://tsakiris.snn.gr
http://tsakthan.blogspot.com
http://tsakthan.wordpress.com
http://antiracistes.wordpress.com
http://homoecologicus.wordpress.com
http://leftypedia.wordpress.com
http://greekunions.wordpress.com
http://femininmasculin.wordpress.com
http://ilioupoli.wordpress.com

Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0