Το Κράτος στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης
του Θανάση Τσακίρη
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
Για να είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε τη θέση και το μέλλον του κράτους στην σημερινή εποχή της «παγκοσμιοποίησης» θα πρέπει πρώτα να δούμε τι είναι αυτό το φαινόμενο για το οποίο όλοι εκφράζουν το θαυμασμό ή την απέχθειά τους προς αυτό.
Στη συνηθισμένη δημοσιογραφική γλώσσα παγκοσμιοποίηση είναι μια διαδικασία που ενθαρρύνεται από (αλλά και που καταλήγει σε) αύξηση των διασυνοριακών ροών αγαθών, υπηρεσιών, χρημάτων, ανθρώπων, πληροφοριών και πολιτιστικών στοιχείων.[1] Ας δούμε τις αντιπαραθέσεις επί του θέματος στο χώρο των κοινωνικών επιστημών για να διαμορφώσουμε μια άποψη για τις μη μαρξιστικές και τις μαρξιστικές αναλύσεις του φαινομένου.
Πρώτα απ’ όλα θα αναφερθούμε στον Άντονυ Γκίντενς που κυριαρχεί στη μη μαρξιστική συζήτηση. Η βασική του προσέγγιση στηρίζεται στην έννοια της αποσύνδεσης του χρόνου από το χώρο. [2] Αυτή είναι και η αρχή της παγκοσμιοποίησης στο έργο του Μάνιουελ Καστέλς, ο οποίος μιλάει για τη «συμπύκνωση του χωροχρόνου» με αποτέλεσμα τη «σμίκρυνση του κόσμου».[3] Ο James Mittelman δεν θεωρεί ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ενιαίο φαινόμενο αλλά μάλλον ένα «σύνδρομο διαδικασιών και δραστηριοτήτων: ένα σύνολο ιδεών και ένα πλαίσιο πολιτικών». Η παγκοσμιοποίηση ωθείται από ένα μεταβαλλόμενο καταμερισμό εργασίας και εξουσίας που εκδηλώνεται με ένα νέο ρετζιοναλισμό και αμφισβητείται από ανθηρά κινήματα αντίστασης. Όμως, μια πιο πλήρης προσέγγιση προϋποθέτει να συνεκτιμώνται οι πολιτιστικές διαστάσεις της παγκοσμιοποίησης και οι απόψεις όσων πλήττονται από αυτήν και όσων της αντιστέκονται.[4] Στην «συμπίεση του χωροχρόνου» ως χαρακτηριστικό στοιχείο της εποχής της παγκοσμιοποίησης αναφέρεται κι ο μαρξιστής γεωγράφος David Harvey[5] τονίζοντας ότι πρόκειται για τη διαδικασία επαναστατικοποίησης των αντικειμενικών ιδιοτήτων του χώρου και του χρόνου. Έτσι, καλύπτεται η ανάγκη υπέρβασης των χωρικών συνόρων, του ανοίγματος και της δημιουργίας νέων αγορών, επιτάχυνσης των κύκλων παραγωγής και μείωσης του χρόνου ανακύκλυσης (turn-over) του κεφαλαίου.
Η Έκθεση Εμπειρογνωμόνων του Προγράμματος Δημόσιας Διοίκησης και Οικονομικών του ΟΗΕ επισημαίνει ότι η παγκοσμιοποίηση επιδρά ιδιαίτερα έντονα στο κράτος, στους θεσμούς, στις λειτουργίες και τους λειτουργούς του. Όσον αφορά την προστασία και την προώθηση των φτωχών και μη προνομιούχων στρωμάτων το κράτος χάνει την αποκλειστική αρμοδιότητα και εξουσία του σε αυτό τον τομέα. Ένα τμήμα των αρμοδιοτήτων και λειτουργιών του παραχωρείται σε άλλους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς θεσμούς. Οι ίδιοι ερευνητές διαπιστώνουν ότι όσο πιο ενσωματωμένο οικονομικά είναι ένα κράτος τόσο ανοιχτό είναι στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την εκχώρηση εξουσιών και αρμοδιοτήτων σε διεθνή όργανα λήψης αποφάσεων (π.χ. Ε.Ε., ΟΟΣΑ κλπ). Κατ’ αυτούς, στο στάδιο της μετάβασης αυτά τα κράτη αντιμετωπίζουν βραχυπρόθεσμα προβλήματα, όπως απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας λόγω της εξόδου των επιχειρήσεων ή της μείωσης των εισοδημάτων ορισμένων ομάδων εργαζομένων καθώς ξένα προϊόντα και υπηρεσίες είναι πιο ανταγωνιστικά από υψηλού κόστους εγχώρια προϊόντα και υπηρεσίες.
Αν θέλουμε να δούμε το θέμα από μια άλλη κατηγοριοποίηση θα μπορούσαμε να σταθούμε στο κριτήριο του βαθμού αποδοχής της όρου «παγκοσμιοποίηση» και των αναλύσεων που γίνονται με βάση αυτό το κριτήριο. Έτσι θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την τάση των hyperglobalists, την τάση των σκεπτικιστών, την τάση της «πολυσύνθετης παγκοσμιοποίησης και, τέλος, την τάση της «νέας θεσμικής ανάλυσης».[6]
Η πρώτη τάση είναι αυτή των όσων υποστηρίζουν ότι η παγκοσμιοποίηση είναι αναπόφευκτη διαδικασία και ότι εκεί όπου μέχρι προ μιας εικοσαετίας ή τριακονταετίας κυριαρχούσαν τα έ[7]θνη-κράτη στον παγκόσμιο οικονομικό χάρτη, σήμερα κυριαρχεί η αγορά «χωρίς σύνορα». Βασικοί υποστηρικτές αυτής της άποψης είναι ο Ρόμπερτ Ραιχ, πάλαι ποτέ Υπουργός Οικονομίας της κυβέρνησης Κλίντον, και ο Κενίτσι Ομέ[8] Αυτή η θεωρία βλέπει από ένα οικονομίστικο πρίσμα τον κόσμο και, συνεπώς, την παγκοσμιοποίηση ως προϊόν κατά κύριο λόγο της δράσης των οικονομικών δυνάμεων και μηχανισμών. Αναφέρεται στην υπεραυξημένη κυκλοφορία και ροή αγαθών, κεφαλαίου, εργασίας και πληροφοριών διαμέσου και πέραν των εθνικών συνόρων που καταργούνται ντεφάκτο και δια παντός. Το κύριο οικονομικό στοιχείο αναφοράς είναι οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις, δηλαδή οι επενδύσεις των επιχειρήσεις μιας χώρας σε τρίτη ή τρίτες χώρες (π.χ. το έτος 1982 ανέρχονταν σε 59 δισεκ. δολάρια ενώ το 2002 σε 651 δισεκ., που είναι αύξηση της τάξης του 1.103%). Βοηθούσης και της νέας πληροφορικής τεχνολογίας ο κόσμος είναι απείρως μικρότερος σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, καθώς το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο αντικαθιστά το παραδοσιακό (snail mail) και το διαδίκτυο αντικαθιστά την εφημερίδα, το περιοδικό και το βιβλίο. Έτσι, υποστηρίζουν, οδηγούμαστε στο «τέλος της γεωγραφίας».[9] Κι αυτό γιατί, κατ’ αυτούς, σε έναν κόσμο χωρίς σύνορα, οι εταιρείες είναι εκείνες που επιλέξουν και θα αποφασίσουν πού θα επενδύσουν δίχως να υπολογίζουν τη γεωγραφία και συνήθως η επιλογή τους είναι η προσφυγή σε χώρες όπου διαβλέπουν τεράστια περιθώρια κερδών λόγω ύπαρξης πάμφθηνων εργατικών χεριών και φθηνών από άποψη κόστους ενεργειακών πηγών, και λόγω φορολογικών κινήτρων, ελαφρύνσεων και απαλλαγών. Πιέζονται, έτσι, οι εθνικές κυβερνήσεις να χαμηλώνουν τα μέτρα και σταθμά της φορολογίας, της εργασιακής νομοθεσίας και να ρίχνουν το επίπεδο ζωής και το επίπεδο του φυσικού περιβάλλοντος. Αλλάζει συντριπτικά ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων και εξουσίας μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων σε βάρος των κατώτερων λαϊκών τάξεων. Λόγω των φορολογικών κινήτρων και απαλλαγών χάνονται έσοδα που θα χρησιμοποιούνταν για την ενίσχυση δημοσίων επενδύσεων στους κοινωνικούς τομείς του κράτους πρόνοιας και ιδιαίτερα για την υγεία και την παιδεία. Μαζί με το «τέλος της γεωγραφίας» ήλθε και το «τέλος των εθνικών κρατών», σύμφωνα με τη διατύπωση του Ομέ. Συνοψίζοντας, σύμφωνα με τα λόγια του εκλαϊκευτή δημοσιογράφου Τόμας Φρίντμαν η παγκοσμιοποίηση είναι «η αναπόφευκτη ολοκλήρωση των αγορών, των εθνών-κρατών και των τεχνολογιών σε βαθμό που ποτέ δεν είχαμε ποτέ βιώσει κατά τρόπο που καθιστά ικανά τα άτομα, τις επιχειρήσεις και τα έθνη-κράτη να κυκλοφορούν στον κόσμο όσο πιο μακριά, γρήγορα, βαθύτερα και φτηνότερα από ποτέ πριν».[10]
Αν οι παραπάνω λάτρεις της παγκοσμιοποίησης έχουν φτάσει στο σημείο να αφήνουν την τύχη του κράτους στα χέρια των εργολάβων κηδειών, υπάρχουν και οι σκεπτικιστές που κάνουν πως δεν βλέπουν -και κάποιοι εξ αυτών δε μπορούν να δουν- τις όποιες αλλαγές έχουν συντελεστεί. Προχωρούν τόσο πολύ ώστε να θεωρούν ότι στην πραγματικότητα η παγκόσμια οικονομία είναι πιο κλειστή και από την προ-1984 περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ούτε θεωρούν ότι υπάρχει υψηλότερο επίπεδο ολοκλήρωσης όπως τότε. Τέλος, αμφισβητούν την άποψη για την ύπαρξη κόσμου χωρίς σύνορα. Θεωρείται ότι υπό το μανδύα της παγκοσμιοποίησης επιχειρείται να επιβληθεί ως αναπόφευκτη η σκόπιμη ιδεολογικά διαδικασία της οικονομικής φιλελευθεροποίησης που υποτάσσει τα κράτη και τα άτομα στις ολοένα και πιο επιθετικές δυνάμεις της αγοράς.[11]Υπάρχει και μια ακόμη άποψη στην τάση αυτή που δέχεται ότι έχουν γίνει βήματα προς την παγκοσμιοποίηση αλλά δεν ήταν τόσο στέρεα με αποτέλεσμα σε κάθε αποτυχία να υπάρχει η αντίστροφή πορεία προς το «τέλος της παγκοσμιοποίησης».[12]Οι εμπορικές και επενδυτικές ροές απέχουν πολύ από το να είναι παγκόσμιες. Αντιθέτως, σε πολύ υψηλό βαθμό συγκεντρώνονται στο τρίγωνο Βόρεια Αμερική-Ευρώπη-Ιαπωνία, αφήνοντας απ’ έξω τις αναπτυσσόμενες χώρες για τις οποίες υπάρχουν μόνο ψίχουλα: μόνο 16% των άμεσων ξένων επενδύσεων πήγαν στα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού στις αρχές της περασμένης δεκαετίας. Οι επιχειρήσεις δεν πηγαινοέρχονται ανενόχλητες από χώρα σε χώρα γιατί το κόστος απεγκατάστασης/αποεπένδυσης, από μια χώρα όπου μια επιχείρηση έχει επενδύσει πολύ χρόνο και χρήμα σε ουσιαστικές δαπάνες όπως η εκπαίδευση του προσωπικού, στην πραγματικότητα μπορεί να είναι υψηλότερο από το κέρδος λόγω διαφοράς φορολογίας. Επομένως, αυτές οι επιχειρήσεις δεν είναι πραγματικά παγκόσμιες αλλά λειτουργούν με μια ξεχωριστή και ισχυρή εθνική βάση.
Συμπεραίνουν, λοιπόν, οι σκεπτικιστές, ότι πρόκειται για μια «ανοιχτή διεθνή οικονομία που ακόμη, στη βάση της, χαρακτηρίζεται από συναλλαγές μεταξύ σχετικά ξεχωριστών εθνικών οικονομιών και όπου πολλά αποτελέσματα, όπως η ανταγωνιστική επίδοση των επιχειρήσεων και των τομέων, καθορίζονται ουσιαστικά από διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στο εθνικό επίπεδο.[13]Όσον αφορά το μέλλον του κράτους θεωρούν ότι η αναγγελία του θανάτου του ιστορικού αυτού θεσμού είναι «πρώιμη» ή «ανεπαρκώς θεμελιωμένη», καθώς ακόμη και στη δεκαετία του 1990, όταν όλα ιδιωτικοποιούνταν στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το μερίδιο των κυβερνητικών δαπανών ως προς το ΑΕΠ ανερχόταν σε μέσους όρους σε 47% έναντι 21% στην προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου περίοδο.[14]
Οι θεωρητικοί της τάσης της «πολυσύνθετης παγκοσμιοποίησης» τονίζουν ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μια παγιωμένη κατάσταση αλλά μια διαδικασία εν τω γίγνεσθαι. Συμφωνούν με τους σκεπτικιστές ότι το εμπόριο και οι επενδύσεις δεν ρέουν παρά μόνο στο τρίγωνο Βόρεια Αμερική-Ευρώπη-Ιαπωνία αλλά τονίζουν ότι η άνοδος των εμπορικών περιφερειακών μπλοκ αποτελεί μέρος της ευρύτερης διαδικασίας παγκοσμιοποίησης.[15] Από αυτή την άποψη, χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ε.Ε. που απαιτεί το άνοιγμα των αγορών των κρατών που έχουν ζητήσει να ενταχτούν σε αυτήν και την υιοθέτηση των νεοφιλελεύθερων επιλογών πολιτικής. Συμφωνούν, επίσης, ότι ο βαθμός ολοκλήρωσης των οικονομιών βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με αυτό των αρχών του 20ού αιώνα μόνο που τώρα είναι πολύ βαθύτερη καθόσον δεν πρόκειται απλώς για το άνοιγμα των αγορών για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες αλλά για την παραγωγή τους στις τρίτες χώρες. Π.χ. η παραγωγή των αυτοκινήτων της Ford γίνεται μόνο κατά το ¼ στις ΗΠΑ ενώ τα ¾ στις χώρες του τρίτου κόσμου και είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα μοντέλο δόθηκε η ονομασία Mondeo. Αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν σύνορα. Υπάρχουν ακόμη σημαντικές ανισότητες στον παγκόσμιο οικονομικό χάρτη και κάθε δραστηριότητα «γειώνεται» σε συγκεκριμένο τόπο. Πρόκειται, λοιπόν, για μια αναδιαμόρφωση της εξουσίας και των συσχετισμών δύναμης σε όλα τα επίπεδα.[16] Άλλοι συγγραφείς αυτής της τάσης εξετάζουν τις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης σε πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο και όχι μόνο στο οικονομικό, όπως κάνουν οι globalists. Ένα βασικό στοιχείο που διαμορφώνεται στη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών είναι η δημιουργία και αφύπνιση μιας «παγκόσμιας συνείδησης», κάτι που φαίνεται με τις παγκόσμιου χαρακτήρα κινητοποιήσεις για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση, για τις παγκόσμιες αντιπολεμικές πορείες, τις οικολογικές εξεγέρσεις εναντίον της επιδείνωσης της περιβαλλοντικής κρίσης που εντείνεται με την ανεξέλεγκτη δράση πολυεθνικών εταιριών, όπως για παράδειγμα οι διεθνείς κινητοποιήσεις εναντίον των μεταλλείων χρυσού.[17]Όλα αυτά έχουν συνέπειες για το κράτος-έθνος. Οι συγγραφείς της τάσης απορρίπτουν έντονα την άποψη των globalists για το «τέλος του έθνους-κράτους» αλλά δεν παραβλέπουν τις αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο ρόλο του κράτους. Το κράτος δεν παραχωρεί μόνο προς τα πάνω, δηλαδή στις περιφερειακές ενώσεις ή στις διεθνείς ΜΚΟ, δικαιώματα, εξουσίες και αρμοδιότητες αλλά και προς τα κάτω αποκεντρώνοντας τες είτε σε νομαρχίες, δήμους και περιφέρειες είτε σε σε ομάδες της λεγόμενης «κοινωνίας πολιτών» όπως τα επιμελητήρια, τα εργατικά συνδικάτα και οι εργοδοτικές ενώσεις που τους έχουν εκχωρηθεί αρμοδιότητες διαχείρισης και λειτουργίας προγραμμάτων επαγγελματικής επιμόρφωσης και εκπαίδευσης. Πλαγίως δε, εξουσίες και αρμοδιότητες αποκτούν οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις που μπαίνουν στους τομείς της ιδιωτικής εκπαίδευσης και της πληροφορικής. Το πέρασμα εξουσιών στις δυνάμεις της αγοράς σημαίνει πως ασκούνται συνεχείς πιέσεις για την αύξηση της έντασης του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών ώστε να δίνεται έμφαση και προτεραιότητα στην (ανταγωνιστική) οικονομία και όχι στην ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών και στην αναδιανομή του πλούτου.[18] Γι’ αυτό θεωρούν λανθασμένη τη θεωρία των σκεπτικιστών και όσον αφορά την άποψή του για τη «γενναιοδωρία» του κράτους ως προς τις κυβερνητικές δαπάνες που αφορούν το περασμένο στάδιο της ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας το οποίο οι νεοφιλελεύθεροι συρρίκνωσαν σε συνδυασμό με τη δημογραφική πίεση και τη χαμηλή αύξηση των οικονομικών μεγεθών.
Οι θεωρητικοί της «νέας θεσμικής ανάλυσης», όπως λέει το όνομά της, θέλουν να επαναφέρουν την θεσμική ανάλυση στην μελέτη της πολιτική και της οικονομίας και συγκεκριμένα στην έρευνα του φαινόμενου της παγκοσμιοποίησης. Παρ’ ότι όλες οι κοινωνίες του κόσμου αντιμετωπίζουν την ίδια πίεση στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης καθεμία ξεχωριστά την αντιμετωπίζει με διαφορετικούς τρόπους στηριζόμενη στη διαφορετικότητα των θεσμικών και πολιτισμικών πλαισίων μέσα στα οποία λειτουργεί. Οι διαφορετικοί εγχώριοι θεσμοί έχουν τα δικά τους ξεχωριστά χαρακτηριστικά καθιστώντας έτσι το κράτος δυνατό (ή αδύναμο) να αντιμετωπίσει (ή να αντιμετωπίζει αρνητικά ή να υποχωρεί μπροστά) την παγκοσμιοποίηση, τις νέες προκλήσεις και καθήκοντα, και, τελικά, να παράγει διαφορετικά κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα.[19]
Αυτοί οι συγγραφείς θεωρούν ότι το έθνος-κράτος μπορεί να επωφεληθεί από την παγκοσμιοποίηση υπερβαίνοντας τους περιορισμούς που του θέτει. Αυτό συμβαίνει καθότι, κατά τη γνώμη τους, η παγκοσμιοποίηση ευνοεί τη συγκρότηση και εφαρμογή συνεκτικών στρατηγικών -είτε νεοφιλελεύθερων είτε σοσιαλδημοκρατικών. Σε χώρες όπου η σοσιαλδημοκρατία προωθεί συναινετικούς θεσμούς τριμερούς συνεργασίας κράτους, εργοδοτών και εργαζομένων και υπάρχει υψηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, οι επιχειρήσεις κερδίζουν από την επένδυση και όχι λόγω ύπαρξης χαμηλών φορολογικών συντελεστών ή φτηνών χεριών. Έτσι, συμφωνούν με τους σκεπτικιστές όσον αφορά τη δυνατότητα παρέμβασης του κράτους στις οικονομικές και κοινωνικές υποθέσεις αλλά διαφωνούν με αυτούς όσον αφορά την απόρριψη της παγκοσμιοποίησης ως «μύθου» καθώς θεωρούν ότι η παγκοσμιοποίηση είναι κρίσιμης σημασίας παράγοντας και προωθητική δύναμη για την κοινωνική αλλαγή.
Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΩΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΩΝ
Στην καθαρά μαρξιστική συζήτηση η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η απορρύθμιση των διεθνών ροών χρήματος και κεφαλαίων, θεωρείται μέσο για την αναδιοργάνωση του παγκόσμιου καπιταλισμού μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970. Η αναδιοργάνωση αυτή συνεπάγεται την αναδιάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων και των πολιτικών συστημάτων. Γι’ αυτό η παγκοσμιοποίηση γίνεται αντιληπτή ως στρατηγική ταξικής πάλης. Οι μαρξιστές της Σχολής της Ρύθμισης θεωρούν ότι κεντρικός στόχος αυτής της στρατηγικής είναι η διάλυση των πολιτικών δομών και των ταξικών σχέσεων που διαμορφώθηκαν ως χαρακτηριστικά στοιχεία της περιόδου του μεταπολεμικού φορντιστικού μοντέλου καπιταλισμού.[20] Κατά τον M. Aglietta, όπως και για τον Καρλ Μαρξ θεμέλιος λίθος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η «μισθωτή εργασία» που είναι η βάση της εκμετάλλευσης και, ως εκ τούτου, της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η παγκοσμιοποίηση είναι η εδαφική επέκταση της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης σε πλανητικό επίπεδο. Όμως, η παρέμβαση του κράτους είναι προϋπόθεση για την επέκταση του καπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο και δεν είναι δυνατή χωρίς αυτή. Το κράτος διευρύνει την κοινωνία των πολιτών και αναδιαρθρώνει τις νόρμες της με νόμους, καταπίεση, εξαναγκασμό αλλά και κίνητρα. Για το λόγο αυτό προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ισχυρών κρατών που θα εξασφαλίζουν τη διαχείριση των εγχώριων συγκρούσεων αλλά και των μεταξύ τους διαμαχών.[21]
Έχοντας αυτή την προβληματική υπόψη, ας δούμε πώς βλέπει ο μεγάλος μαρξιστής ιστορικός Έρικ Χομπσπωμ την ιστορική εξέλιξη του κράτους στον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση. Στην Εποχή των Επαναστάσεων ο Χόμπσπωμ περιέγραψε την ανάδειξη των κύριων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του σύγχρονου νεωτερικού κράτους: συνεκτική και αδιάσπαστη επικράτεια, που διαθέτει σαφώς καθορισμένα σύνορα κυβερνώμενη από μία και μοναδική κυρίαρχη εξουσία, σύμφωνα με ένα ενιαίο θεμελιακό νομικό και διοικητικό σύστημα. Στην Εποχή του Κεφαλαίου δείχνει πώς αυτή η πολιτική υπερδομή διαδόθηκε και καθιερώθηκε σε όλη την Ευρώπη και πώς αλληλοκαλύφθηκαν συμπληρωματικά η οικοδόμηση του κράτους-έθνους και η ανάπτυξη και διάδοση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στην Εποχή της Αυτοκρατορίας εξιστορεί τη διαδικασία με την οποία ο κόσμος της καπιταλιστικής οικονομίας που διευρυνόταν «ως την άκρη αυτού του κόσμου» τεμαχίστηκε σε εχθρικές εθνικές οικονομίες που ανταγωνίζονταν για τα άμεσα υλικά οικονομικά κέρδη και συμφέροντά τους αλλά και για την εξίσου υλική πολιτική επιρροή στον κόσμο. Εκφράστηκε έτσι το «τέλος» της εντελώς ελεύθερης αγοράς και την ανάπτυξη του προστατευτισμού ως κρατικής πολιτικής και η αρχή της καπιταλιστικής οικονομικής συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης μέσω της κεφαλαιακής συσσώρευσης και, βεβαίως, του ιμπεριαλισμού ως άνοιγμα του δρόμου για την ανάφλεξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της υλικής οικονομικής αυτάρκειας των κρατών που χαρακτήριζε την μεσοπολεμική περίοδο. Στην Εποχή των Άκρων ξεκινά με την οικονομική κρίση, την άνοδο του Φασισμού και του Ναζισμού, τη διεξαγωγή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και καταλήγει με την «παρακμή-διάλυση» της εθνικής οικονομίας και του έθνους κράτους.[22] Συγκεκριμένα, ο Χομπσπωμ έγραψε: «…το εθνικό κράτος βρισκόταν σε άμυνα απέναντι σε μια παγκόσμια οικονομία που δεν μπορούσε να ελέγξει˙ απέναντι σε θεσμούς που είχε κατασκευάσει για να θεραπεύσει τη δική του διεθνή αδυναμία, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση˙ απέναντι στην εμφανή χρηματοοικονομική του ανικανότητα να διατηρήσει τις υπηρεσίες του προς τους πολίτες που τόση αυτοπεποίθηση ανέλαβε μερικές δεκαετίες νωρίτερα˙ απέναντι στην πραγματική ανικανότητά του να διατηρήσει αυτό που, κατά τους ίδιους τους πολίτες του, ήταν μια κύρια λειτουργία του: τη διατήρηση του νόμου και της τάξης».[23]
Στα όρια του αυτόνομου μαρξισμού, ο Τζων Χαλλαγουέι διερευνά μια νέα εκδοχή δομικής αντιπαλότητας και υπέρβασης του κράτους τονίζοντας ότι η δυνατότητα της επανάστασης δεν προκύπτει από την κατάληψη των «χειμερινών ανακτόρων» του κρατικού μηχανισμού αλλά από την καθημερινή δράση με βάση την άρνηση της μιζέριας της καπιταλιστικής κοινωνίας στην προοπτική της αντι-εξουσίας ή «κραυγής».[24] Κατά την άποψή του, εκ φύσεως οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις υπερβαίνουν τους εδαφικούς περιορισμούς. Πριν από την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οι σχέσεις μεταξύ φεουδάρχη και δουλοπάροικου -και όλων των προηγούμενων μορφών- ήταν πάντοτε εδαφικά προσδιορισμένες και περιορισμένες. Ο καπιταλισμός απελευθέρωσε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο από τους εδαφικούς περιορισμούς της. Στον καπιταλισμό πλέον η σχέση εργοδότη και εργάτη διαμεσολαβείται από το χρήμα, που σημαίνει ότι οι κοινωνικές σχέσεις ήταν πλέον απολύτως αποεδαφικοποιημένες. Γι’ αυτό μας τονίζει ο Χαλλαγουέι, ότι αφού οι καπιταλιστικές σχέσεις δεν περιορίζονται από τα κρατικά σύνορα δεν πρέπει να θεωρούμε τον καπιταλιστικό κόσμο ως το άθροισμα ιδιαίτερων και διαφορετικών εθνικών κοινωνιών αλλά να τον συλλάβουμε ως παγκόσμιο δίκτυο, το δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων στο πλαίσιο του οποίου τα ιδιαίτερα εθνικά κράτη είναι πιασμένα ήδη από τις απαρχές του καπιταλισμού.
Στην περίφημη Αυτοκρατορία τους οι Τόνι Νέγκρι και Μάικλ Χαρντ τονίζουν πως η μορφή της κυριαρχίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης δεν είναι άλλη παρά αυτή που λέει ο τίτλος του πολυδιαβασμένου βιβλίου τους, δηλαδή η Αυτοκρατορία.[25] Και όσον αφορά το «έθνος-κράτος», τι; Αυτό μαραίνεται, σβήνει, παρακμάζει. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την «κυριαρχία» που αναβαθμίζεται σε «παγκόσμια». Τα κράτη συνεχίζουν να παρεμβαίνουν, όχι όμως με τη λογική και στο όνομα του έθνους αλλά της Αυτοκρατορίας. Λένε, λοιπόν, ότι η «Αμερική» είναι μια εδαφικά διαμορφωμένη εθνική ταυτότητα ενώ, ως παγκόσμια, η Αυτοκρατορία είναι αποεδαφικοποιημένη. Τι στέκεται απέναντι στην Αυτοκρατορία και τι κινείται εναντίον της; Το Πλήθος, λένε οι Νέγκρι και Χάρντ. Η αυτοκρατορία και το κεφάλαιο διαπερνούν τα εθνικά σύνορα και οργανώνουν την εκμετάλλευση της εργασίας σε παγκόσμια βάση, συντονίζουν τις δραστηριότητές τους μέσω των πληροφοριακών επικοινωνιακών δικτύων, διαπερνώντας και διασπώντας τις εθνοκρατικές ενότητες και θολώνοντας τις διαχωριστικές γραμμές οικίας και χώρου εργασίας ή εργοστασίου. Αναπτύσσοντας ολοένα και πιο ιβρυδικά και μετακινούμενα υποκείμενα για την ικανοποίηση των αναγκών τους, η αυτοκρατορία και το κεφάλαιο ανοίγουν το δρόμο στα πλήθη για να κινηθούν προς την κατεύθυνση μιας αληθινά παγκόσμιας δημοκρατίας χωρίς τους εθνικού τύπου περιορισμούς: οργάνωση της διαμαρτυρίας σε παγκόσμια βάση, παγκόσμιες διαδηλώσεις, το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, και τα παγκόσμια δίκτυα οργάνωσης και επικοινωνίας. Οι αγώνες του πλήθους συντονίζονται έτσι και προσανατολίζονται με την αυτοοργάνωση της δημοκρατικής δράσης στο παγκόσμιο επίπεδο. Επομένως, το Πλήθος είναι το νέο (επαναστατικό) πολιτικό υποκείμενο. [26]
Ιδιαίτερη άποψη για την παγκοσμιοποίηση και το έθνος-κράτος έχει ο Μανιουελ Καστέλς. Παρ’ ότι έχει διανύσει πολύ δρόμο από τις αρχικές μαρξιστικές απόψεις του δεν θεωρεί ότι δεν διαπνέεται ακόμη σε ένα βαθμό από αυτές. Πρώτα απ’ όλα δεν ξεγράφει το κράτος από τη χάρτη της «δικτυακής κοινωνίας» την οποία ανάγει στο κυρίαρχο μοντέλο με το οποίο θεωρεί ότι λειτουργούν οι σημερινές κοινωνίες της παγκοσμιοποίησης. Εκείνο που αναγνωρίζει είναι η εκπληκτική σμίκρυνσή του σε αρκετές χώρες του κόσμου -ειδικά στην περίπτωση της Ε.Ε-.και η αλλαγή του ρόλου του. Οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. ενώθηκαν ώστε να πετυχαίνουν καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης και να ασκούν ως ένα βαθμό έλεγχο πάνω στις παγκόσμιες ροές πλούτου, πληροφοριών και δύναμης, χωρίς να γίνουν ομοσπονδιακό κράτος. Στηρίζονται ακόμη στα έθνη-κράτη αλλά και στους υπερεθνικούς θεσμούς με τις οποίες γίνεται η κατανομή κυριαρχίας καθώς και στις αποκεντρωμένες υποεθνικές περιφέρειες. Κάποια από αυτά έχουν εκχωρήσει εξουσίες και αρμοδιότητές τους σ άλλους υπερεθνικούς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ. Η Ε.Ε. είναι το καλύτερο παράδειγμα της λογικής του Καστέλς με την έννοια ότι αποτελούν ένα σύνθετο σύστημα θεσμικών σχέσεων δημιουργώντας το «δικτυακό κράτος», δηλαδή ένα συνεργατικό δίκτυο με κοινή κυριαρχία. Άλλα τέτοια δικτυακά συστήματα κρατών υπάρχουν σε πολλά μέρη του κόσμου, όπως στη Λατινική Αμερική, τα οποία όμως εργάζονται σε οικονομικές συνθήκες που διαμορφώνονται από τη σύνδεσή τους με διεθνείς θεσμούς, όπως το ΔΝΤ. Ακόμη και οι ίδιες οι ΗΠΑ αποτελούν ένα τέτοιο δίκτυο όπου ακόμη και σήμερα, εν μέσω οικονομικής κρίσης, η κυβέρνηση δύσκολα καταφέρνει να επιβληθεί της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve). Το ίδιο θεωρεί ότι ισχύει για τα τεχνολογικά δίκτυα που λειτουργούν εν μέσω εμπορικών και πληροφοριακών ροών.[27]
Έτσι, λοιπόν, δε θεωρεί ότι εξαφανίζεται το κράτος αλλά μετασχηματίζονται τα κράτη σε μορφή αλληλοεξαρτώμενων δικτύων και δίνει έμφαση στην παγκόσμια οικονομία των πληροφοριών που «έχει την ικανότητα να εργάζεται ως μία ενιαία μονάδα σε πραγματικό επίπεδο σε πλανητική κλίμακα.[28]
Μια άλλη μεγάλη τάση μαρξιστών θεωρητικών βλέπει πολύ διαφορετικά τα πράγματα σε σχέση με τους Χαλλαγουέι, Καστέλς και τους Νέγκρι και Χαρντ.[29] Η κριτική αυτή επικεντρώνεται αρχικά στη διαπίστωση πως από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 παρατηρείται μια εκπτώσευση της θεωρητικής συζήτησης για το κράτος που είχε φτάσει στα ανώτατα ποιοτικά ύψη με τη διαμάχη του Ν. Πουλαντζά με τον Ρ. Μίλιμπαντ. Τώρα πια ο καθένας επιλέγει τη γωνιά του απέχοντας από τη φτωχή συζήτηση και επιλέγει την ανάλυση επιμέρους κρατικών πολιτικών χωρίς αναφορές σε «μεγάλες θεωρίες» και «προτάγματα ριζοσπαστικής πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής». Ως αποτέλεσμα υπήρξε πληθώρα αναλύσεων στο μικροεπίπεδο όπου ασκείται εξουσία, κυριαρχούν «τεχνολογίες εξουσίας»,όπως η οικογένεια, η γλώσσα, οι διαπροσωπικές σχέσεις, η καταπιεσμένη επιθυμία κ.λ.π. [30]Στη δεκαετία του ’90 με την επικράτηση του όρου «παγκοσμιοποίηση» ανανεώθηκε το ενδιαφέρων πολλών ερευνητών για τη «νέα πολιτική οικονομία» και σε επόμενη φάση για τη θεωρία του κράτους. Μόνο που πολλοί ασχολήθηκαν με τη θεωρία του κράτους για να επιβάλουν την άποψη περί «τέλους του έθνους κράτους» ακόμη και από μαρξιστική σκοπιά, όπως είδαμε στην περίπτωση των Νέγκρι και Χαρντ. Στην καλύτερη περίπτωση δίνεται στο κράτος μια παράταση ζωής αλλά υπό κρίση, παρακμή και οπισθοχώρηση. Το επιχείρημα που αιτιολογούσε αυτή την άποψη ήταν ότι τα κράτη έχουν χάσει τον έλεγχο των εθνικών οικονομιών τους, των νομισμάτων τους, των επικρατειακών συνόρων τους, ακόμη και των πολιτισμών και των γλωσσών τους, καθώς οι μακροσκοπικές μορφές εξουσίες αλλάζουν κλίμακα και γίνεται παγκόσμιες: παγκόσμια αγορά, υπερεθνικές επιχειρήσεις, παγκοσμιοποιημένοι δίαυλοι επικοινωνίας.
Τι ρόλο έρχονται τελικά να παίξουν τα κράτη αυτά σύμφωνα με την τόσο επικριτική αυτή τάση; Κατ’ αρχάς, η βασική της θέση είναι ότι οι κύριοι φορείς της παγκοσμιοποίησης όσο και οι εγγυητές των πολιτικών και των υλικών όρων που είναι απαραίτητοι για την παγκόσμια κεφαλαιακή συσσώρευση. Όταν ο αριθμός των κρατών-μελών του ΟΗΕ από 51 που ήταν το 1945 ανεβαίνει σε 191 το 2002, αντιλαμβανόμαστε ότι ζούμε σε ένα κόσμο «που σήμερα είναι ένας κόσμος εθνών-κρατών όσο ποτέ», σύμφωνα με την Ellen Wood.[31] Μέσα στο πλαίσιο αυτό, ο Αμερικανικός ιμπεριαλισμός παίρνει μια νέα μορφή, αυτή της «παγκοσμιοποίησης». Ο νέος ιμπεριαλισμός χαρακτηρίζεται από την αδιαμεσολάβητη διείσδυση του κεφαλαίου των ΗΠΑ στους ξένους κοινωνικούς σχηματισμούς επιβάλλοντας αναδιάρθρωση των ιδεολογικών, οικονομικών και πολιτικών σχέσεων τόσο στο εσωτερικό τους όσο και των κρατών έναντι του νέου αμερικανικού «υπερκράτους». Έστω κι έτσι, τα έθνη-κράτη και οι ηγετικές πολιτικές ομάδες τους πατούν στο τεντωμένο σκοινί της ανταπόκρισης σε πιέσεις που ασκεί η ανάγκη της παγκόσμιας κεφαλαιακής συσσώρευσης από τη μια και της εθνικής νομιμοποίησης από την άλλη. Αυτό το τεντωμένο σκοινί γίνεται πιο χαλαρό για τις ηγετικές πολιτικές ομάδες με την αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού κράτους στο εθνικό πλαίσιο, κάτι που λανθασμένα εκλαμβάνεται ως παρακμή και τέλος του κράτος.
Ο Bob Jessop θεωρεί ότι στο ΗΒ, στον Καναδά και άλλες ώρες που διέθεταν σχετικά ισχυρά κράτη πρόνοιας, εξαιτίας της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίηση που ενισχύει υπέρμετρα το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο σε βάρος του έθνους-κράτους λαμβάνουν χώρα σοβαρές αλλαγές. Το κράτος αναδιπλώνεται και υποχωρεί από την πολιτική του κεϋνσιανού παρεμβατισμού και της κοινωνικής πρόνοιας και προωθεί το Σουμπετεριανό κράτος εργασίας (from welfare to workfare), που δίνει προτεραιότητα στο «άδειασμα» του προνοιακού φορτίου του κράτους (hollowing out the state), στην ιδιωτικοποίηση των πάσης φύσεως δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών από τον τομέα της εκπαίδευσης και τον τομέα της υγείας ως την ενέργεια και τις φυλακές, στην ευελιξία της εργασίας και την δομική ανταγωνιστικότητα. Για την επίτευξη αυτών των στόχων ενισχύονται εκ νέου οι εγχώριοι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους, με αποτέλεσμα να γίνεται λόγο για το «κράτος-φυλακή» που από τη μια χρησιμεύει για την άμεση καταστολή των