ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (Συνέχεια)

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (Συνέχεια)

Ο ρόλος της ηγεσίας είναι καθοριστικός σε έναν αβέβαιο κόσμο. Ηγεσία είναι, κατά το συγγραφέα, «η ικανό τητα να επηρεάζουμε τους ψηφοφόρους να υιοθετούν ορισμένες απόψεις και να τις δέχονται σαν θέσεις που εκφράζουν τη δική τους θέληση». Γιατί οι ηγέτες καθοδηγούν τα πλήθη των ψηφοφόρων στην επιλογή των πολιτικών που είναι πιο επωφελείς για τον καθένα από τους ψηφοφόρους ; Εδώ ο Downs αποφασίζει να διευκρινίσει ότι ενώ οι ηγέτες υποκινούνται από την επιθυμία του να βελτιώσουν τις κοινωνικές τους θέσεις, μια άποψη που υποκρύπτει τον εγωισμό των πολιτικών, εν τούτοις θεωρεί ότι στο υπόδειγμα χρησιμοποιείται η φράση περί επιθυμίας βελτίωσης της κοινωνικής θέσης ως ευρύτερη έννοια που εμπεριέχει και στοιχεία μεγαλύτερης αυτοθυσίας .
 
            Τα κόμματα εκπονούν πολιτικά προγράμματα και οι ηγεσίες τους κάνουν το παν μέσα στα τυπικά πλαίσια να πείσουν τους ψηφοφόρους, και όλους αν είναι δυνατόν, να αποδεχτούν τα προγράμματα ως τις λύσεις των προβλημάτων τους. Ταυτόχρονα έχουν ενεργοποιηθεί και οι ομάδες συμφερόντων για να πιέσουν τις κυβερνήσεις ως επί το πλείστον να υιοθετήσουν πολιτικές ευνοϊκές προς τα συμφέροντά τους. Οι ομάδες συμφερόντων παρουσιάζονται, ως εκ τούτου, ως αντιπρόσωποι της κοινής γνώμης που τη διαμεσολαβούν σε κυβέρνηση και κόμματα. Στο σημείο αυτό ο Downs παρομοιάζει τους ηγέτες των ομάδων συμφερόντων ως αγοραστές εύνοιας που την ανταλλάσσουν με ψήφους. Έτσι οι ομάδες συμφερόντων καθώς και τα αποκεντρωμένα κυβερνητικά όργανα μπορούν να παίξουν το ρόλο του ενημερωτικού συμβούλου της κυβερνητικής εξουσίας για τις διαθέσεις των ψηφοφόρων.
 
            Σημαντικό ρόλο παίζουν οι ιδεολογίες κατά τον Downs στην επιλογή που κάνει ο ψηφοφόρος από "οικονομική" τουλάχιστον σκοπιά. Οι ιδεολογίες έχοντας περιβάλλει το νου του ψηφοφόρου με ένα πέπλο που του δείχνει τη μέλλουσα καλή κοινωνία τον γλιτώνουν από το κόστος της συλλογής πληροφοριών για την ενημέρωσή του και, συνεπώς, δεν του δημιουργείται πρόβλημα συνειδησιακό αν έπραξε σωστά ή όχι. Με άλλα λόγια, ο ιδεολογικά προσανατολισμένα ψηφοφόρος είναι και ο πιο οικονομικός από τους συνειδητούς ψηφοφόρους. Τα κόμματα από τη μεριά τους χρησιμοποιούν τις ιδεολογίες για να μειώσουν και αυτά το κόστος και τον χρόνο πληροφόρησής τους για τις επιλογές των ψηφοφόρων. Προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πολλών ιδεολογικών συστημάτων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους χωρίς κάποιο να επικρατεί κατά κράτος, γιατί τότε δημιουργούνται συνθήκες τέτοιες που οδηγούν τις άλλες ιδεολογίες στην αναπροσαρμογή τους ώστε να ταιριάζουν με τη γενική φυσιογνωμία της κυρίαρχης ιδεολογίας και να έχουν μειωθεί τόσο ώστε οι διαφορές να έχουν γίνει ανεπαίσθητες. Ένας εκ των ων ουκ άνευ όρος για να ενταχθεί στο υπόδειγμα του Downs η έννοια της ιδεολογίας είναι να είναι τα κόμματα σε γενικές γραμμές συνεπή στην πράξη σε αναφορά με την ιδεολογική τους κατεύθυνση, ειδάλλως χάνει το νόημά της η ορθολογική ψήφος στο βαθμό που ο ψηφοφόρος αντιμετωπίζει την καταστροφή ουσιαστικά του λογικού του πλαισίου αναφοράς όταν άλλο κόμμα ψηφίζει και άλλη πολιτική εφαρμόζεται χωρίς να έχουν αλλάξει οι συνθήκες που επέβαλαν την επιλογή αυτού του κόμματος. Αντιθέτως, επειδή μια ιδεολογία είναι βαθιά ριζωμένη δεν είναι ορθολογική η ψήφος σ’ αυτό το κόμμα όταν δεν καταφέρνει να τροποποιήσει ορισμένες από τις συνιστώσες την ιδεολογία ιδέες όταν το επιβάλλουν οι συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, γιατί ο ψηφοφόρος αντιλαμβάνεται εύκολα την υστέρησή του που έχει συνέπειες για την εισοδηματική του υπόσταση με την ευρεία έννοια. Το κόμμα πρέπει να καταβάλει ένα κόστος σε ψήφους στην περίπτωση αυτή. Η άλλη περίπτωση είναι αυτή που το κόμμα έχει νικήσει στις εκλογές και ταλαντεύεται ανάμεσα στην ιδεολογική καθαρότητα και στο τίμημα της νίκης που είναι η λήψη υπόψη όλων των νέων παραγόντων που προκύπτουν.
 
            Πώς όμως όταν τροποποιούνται κεντρικά στοιχεία των ιδεολογιών των βασικότερων κομμάτων φτάνουμε στο σημείο να μιλάμε για σύγκλιση ιδεολογιών και προγραμμάτων ; Στο δικομματικό δημοκρατικό σύστημα η σύγκλιση των ιδεολογιών των κομμάτων αυτών είναι εκ των ων ουκ άνευ όρων για τη σταθερότητα του συστήματος, πρέπει, δηλαδή, οι ψηφοφόροι να εντοπίζουν βασικά κοινά σημεία στα κομματικά προγράμματα και να τα αποδέχονται ως κοινές βασικές αρχές συγκρότησης και λειτουργίας του κομματικού συστήματος μέσα στο γενικότερο πολιτικό και οικονομικό σύμπαν. Αντίθετα στα πολυκομματικά συστήματα υπάρχει μεγαλύτερη ιδεολογική και πολιτική απόκλιση των κομμάτων που θα λειτουργούν σε ένα σχετικά ισορροπημένο πολιτικό σύστημα όταν είναι ισοδιανεμημένες οι ιδεολογίες στους ψηφοφόρους. Τίθεται βέβαια ένα νέο ερώτημα τώρα. Πώς μπορούν να προκύψουν νέα κόμματα και μάλιστα να επιτύχουν την συγκέντρωση ικανού αριθμού ψηφοφόρων ώστε να πρωταγωνιστήσουν στην πολιτική αρένα ; Ο Downs απαντάει επικαλούμενος κριτικά το σχήμα «χωροθετικής αναλογίας» του Harold Hotelling που εμπλούτισε και ανέπτυξε αργότερα ο Arthur Smithies.  Η ίδρυση νέων κομμάτων θα έχει ευτυχές αποτέλεσμα στην περίπτωση που ένας μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων αλλάζει ιδεολογικές κατευθύνσεις, μετακινείται δηλαδή έντονα το σημείο τομής των αξόνων των κλιμάκων από αριστερά προς τα δεξιά και αντιστρόφως, όταν, με άλλα λόγια, παρουσιάζεται αλλαγή στη "δομή των πολιτικών ευκαιριών".
 
            Μέχρι τώρα η αναφορά γινόταν σε ένα δικομματικό σύστημα ανεξάρτητα από το εκλογικό σύστημα που βοηθάει την εμπέδωση του δικομματισμού [1][52]. Συνήθως δεν καταφέρνει σε ένα πολυκομματικό σύστημα, με τη βοήθεια της αναλογικής κατανομής των εδρών, να επιτύχει την απόλυτη πλειοψηφία και να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η πιο συνηθισμένη λύση στο πρόβλημα που ανακύπτει είναι η κυβέρνηση συνασπισμού κομμάτων και δεύτερη στη σειρά η λύση της κυβέρνησης μειοψηφίας. Ο ορθολογικός ψηφοφόρος σταθμίζει τον παράγοντα αυτό και εικάζει ποιος συνασπισμός κομμάτων είναι πιο πιθανό να συγκροτηθεί σε κυβερνητική πλειοψηφία και ποια κόμματα οι άλλοι ψηφοφόροι πρόκειται να ενισχύσουν δια της ψήφου τους. Στο πλαίσιο αυτό η ψήφος κατευθύνεται περισσότερο προς το συνασπισμό παρά στο ίδιο το κόμμα[2][53]. Από την πλευρά των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού υπάρχει συνήθως δυσκολία να πειστούν όλοι οι ψηφοφόροι για την αναγκαιότητα του συγκεκριμένου συνασπισμού. Η πολιτική του κυβερνητικού συνασπισμού καθορίζεται συνεπώς από την ανάγκη της στήριξης της κυβέρνησης από την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος και γι’ αυτό το πρόγραμμα δεν είναι ολοκληρωμένο παρά περιλαμβάνει τα βασικά σημεία συμφωνίας. Συνεπώς τα κόμματα πιέζονται εκ των πραγμάτων να διαμορφώσουν περισσότερο όμοιες πολιτικές και ταυτόχρονα να τις διαφοροποιούν σε σημεία που δεν θίγουν την ενιαία και αποτελεσματική δράση της κυβέρνησης με στόχο τη αύξηση της διασποράς των ψηφοφόρων που στηρίζουν το συνασπισμό. Το γενικό συμπέρασμα που βγάζει ο Downs για το πολυκομματικό σύστημα είναι πως «καθιστά την ατομική ορθολογικότητα δύσκολη, αλλά αν υπάρχει ικανοποιητική συναίνεση στο εκλογικό σώμα, η δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά ακόμη κι αν η κοινωνία δεν μπορεί να επιτύχει ποτέ την καθαρή ορθολογικότητα».
 
            Το κρίσιμο από την άποψη της μεθοδολογικής μεταφοράς της κλασικής πολιτικής οικονομίας στο χώρο της πολιτικής επιστήμης κεφάλαιο είναι αυτό που ο Downs τιτλοφορεί «μεγιστοποίηση των ψήφων από την κυβέρνηση και ατομική οριακή ισορροπία». Στο υπόδειγμα του Downs οι πολιτικοί «θα έχουν βραχυπρόθεσμη προοπτική στο σχεδιασμό τους, ανεξάρτητα από το πόσο έξυπνοι και αμερόληπτοι είναι, αφού ο καθένας είναι "κοντόθωρος" σε κάποιο βαθμό και θα ήταν παράλογο να μην είναι». H έννοια του «προεξοφλητικού επιτοκίου» μεταφέρεται στην πολιτική επιστήμη κατά τρόπον ώστε να θεωρηθεί ότι ενώ ο ψηφοφόρος άμεσα λογαριάζει το προεξοφλητικό επιτόκιο των μελλοντικών τους εισοδημάτων χρησιμότητας το κυβερνητικό κόμμα ή συνασπισμός δεν διαθέτει προεξοφλητικό επιτόκιο γιατί δεν μπορεί να το μεταφράσει σε ποσοστό ψήφων στις επικείμενες εκλογές. Έτσι οι πολιτικοί του κυβερνώντος κόμματος ή συνασπισμού ενδιαφέρονται μόνο για τις επικείμενες εκλογές και τη μεγιστοποίηση των ψήφων τους. Ενδεχομένως να υπάρχουν κόμματα όπως τα νεοεμφανιζόμενα στην εκλογική αγορά τα οποία να μην ενδιαφέρονται για τη μεγιστοποίηση των ψήφων τους στις επικείμενες εκλογές παρά για τη μεγιστοποίηση της εκλογικής τους απόδοσης μακροπρόθεσμα. Στην περίπτωση αυτή μπορούμε να μιλάμε για προεξοφλητική ικανότητα των νεοεμφανιζόμενων κομμάτων σε αντίθεση με την ανάληψη κινδύνων εκ μέρους των κυβερνώντων κομμάτων ή συνασπισμών και των βασικών αντιπολιτευτικών κομμάτων. Η κυβέρνηση λαμβάνοντας τα σήματα από τους ψηφοφόρους προσπαθεί βραχυπρόθεσμα να ικανοποιήσει εκείνους τους ψηφοφόρους που έχουν χαμηλό εισόδημα και, κατά συνέπεια, το οριακό τους εισόδημα θα αυξηθεί σημαντικά. Η αναδιανομή εισοδήματος μέσω της φορολόγησης των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων είναι το εργαλείο των κυβερνήσεων προς την κατεύθυνση της βραχυπρόθεσμης μεγιστοποίησης των ψήφων για το κυβερνητικό κόμμα. Εμπλέκεται κατά τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση πιο έντομα στην οικονομία αμβλύνοντας τις ανισότητες που δημιουργεί η ελεύθερη λειτουργία της αγοράς. Επεμβαίνοντας η κυβέρνηση στην οικονομία μειώνει το κόστος πληροφόρησής της και αυξάνει το βαθμό βεβαιότητάς της. Άρα λειτουργεί ορθολογικά στον σχεδιασμό της˙ διατηρεί κατ’ αυτόν τον τρόπο κυμαινόμενα προεξοφλητικά επιτόκια αποδόσεων χρησιμότητας στα διάφορα πεδία στα οποία δρα. Ο Downs εκτιμά ότι το αποτέλεσμα αυτής της παρέμβασης είναι η οικονομία να βρίσκεται ένα βήμα πιο κάτω από το άριστο επίπεδο που προσδιορίζει ο Wilfredo Pareto στο βαθμό που υπάρχουν πάντοτε συλλογικά και αδιαίρετα αγαθά που δεν μπορεί να εξασφαλίσει η ελεύθερη αγορά. Η κοινωνία μπορεί να φτάσει σε ένα τέτοιο επίπεδο άριστο κατά Pareto μόνο κατά τύχη σ’ ένα δικομματικό σύστημα όταν το αντιπολιτευόμενο κόμμα υποχρεωθεί να φανερώσει τις προτάσεις του για την άριστη θέση κατόπιν της παρουσίασης των θέσεων του κυβερνώντος κόμματος και συστηματικά μόνον όταν σε ένα δικομματικό ή πολυκομματικό σύστημα υποχρεωθούν ταυτόχρονα να αποκαλύψουν τα κόμματα τις προτάσεις τους για την άριστη θέση και το κόμμα που θα ανακηρυχθεί νικητής από τη λειτουργία της εκλογικής αγοράς εφαρμόσει κατά λέξη το κυβερνητικό του πρόγραμμα.
 
            Ενώ η κλασική οικονομική θεωρία υποθέτει ότι ο λήπτης των αποφάσεων έχει στη διάθεσή του πληροφορίες απεριόριστες τις οποίες αποκτάει χωρίς κόπο και κυρίως χωρίς κόστος, στην πολιτική συνήθως επικρατεί το αντίθετο : και αβεβαιότητα επικρατεί και κοστίζει η πληροφόρηση. Το ερώτημα που προκύπτει για τον Downs είναι πώς με βάση την οικονομική λογική μπορεί να γίνει μια ορθολογική χρήση των πόρων που είναι σπάνιοι για τη συγκέντρωση των δεδομένων. Στα πλαίσια αυτά της αβεβαιότητας και της έλλειψης μεγάλου όγκου πληροφοριών ο ορθολογικός χειριστής και λήπτης αποφάσεων γνωρίζει ότι θα έχει περιορισμένη μόνο πρόσβαση στις πληροφορίες, ότι δεν θα έχει παρά μεροληπτικές πληροφορίες και ότι θα απαιτείται συστηματική παρακολούθηση ενός συγκεκριμένου επί τούτου συγκεντρωμένου όγκου πληροφοριών. Το ερώτημα είναι πώς και με βάση ποιες αρχές θα μπορέσει το ορθολογικό υποκείμενο να αποκτήσει το "πακέτο" εκείνο των πληροφοριών που του είναι αναγκαίο για να προβεί στη λήψη μιας απόφασης και στη συγκεκριμένη περίπτωση που μας ενδιαφέρει, μια πολιτική απόφαση. Ο Downs χωρίζει σε έξη βήματα τη διαδικασία συλλογής πληροφοριών από τον ίδιο των ψηφοφόρο ή από κάποιον που ενεργεί για λογαριασμό του: πρώτο, τη συλλογή εκείνων των πληροφοριών που αφορούν πολιτικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν˙ δεύτερον, την επιλογή απ’ αυτές όσες αφορούν το ζήτημα της απόφασης για την ψηφοφορία˙ τρίτον, την ανάλυση των επιλεγμένων γεγονότων για την εξαγωγή θεμελιωμένων σε γεγονότα συμπερασμάτων σχετικών με τις εναλλακτικές πολιτικές και τις συνέπειές τους˙ τέταρτον, αξιολογική πλέον εκτίμηση των συνεπειών κάθε πιθανής επιλογής στο φως των συναφών στόχων˙ πέμπτον, συνταίριασμα των εκτιμήσεών του για κάθε ζήτημα σε μια καθαρή αξιολόγηση για κάθε κόμμα που διεκδικεί τη νίκη στις επικείμενες εκλογές˙ τέλος,  απόφαση αν θα ψηφίσει ή θα απέχει και αν ψηφίσει, τι θα ψηφίσει αφού συγκρίνει τις καθαρές αυτές αξιολογήσεις κάθε κόμματος και τις σταθμίσει σε συνάρτηση με τις μελλοντικές δυνατότητες. Πάλι ένας καθοριστικός παράγοντας είναι το κόστος απόκτησης πληροφοριών. Υπάρχουν δυο μεγάλες κατηγορίες των στοιχείων κόστους απόκτησης πληροφοριών : πρώτον τα μεταβιβάσιμα και τα μη μεταβιβάσιμα. Τα πρώτα περιλαμβάνουν τα κόστη απόκτησης πληροφοριών, ανάλυσης και αξιολόγησης πληροφοριών. Τα δεύτερα περιλαμβάνουν ουσιαστικά το τελευταίο από τα βήματα που προαναφέρθηκαν για την συλλογή των πληροφοριών και, ενδεχομένως, το τέταρτο και το πέμπτο βήμα που είναι ζητήματα αξιολόγησης και επαφίεται στην ίδια τη θέληση του ορθολογικού υποκειμένου η ανάληψη του κόστους από το ίδιο. Η ορθολογική επιλογή των αρχών επιλογής [3][61] αφορά τη δημιουργία ενός συστήματος απόκτησης πληροφοριών που παρέχει στον ψηφοφόρο δεδομένα που συγκεντρώνονται με βάση αρχές επιλογής που να ταιριάζουν με τις δικές του και που να είναι τόσο περιεκτικά όσο του χρειάζονται για να προβεί στη λήψη της απόφασης. Στην περίπτωση που επιλέγεται κάποιο άλλο πρόσωπο ή φορέας το σημαντικότερο είναι να επιλέγονται εκείνες οι πηγές που παρέχουν εκδοχές των γεγονότων στον ψηφοφόρο οι οποίες πρέπει να προσεγγίζουν όσο το δυνατόν πλησιέστερα προς αυτές που θα διαμόρφωνε ο ίδιος ο ψηφοφόρος στην περίπτωση κατά την οποία θα ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Θα πρέπει το εν λόγω υποκείμενο να ελέγχει τις πηγές του και, κυρίως, των συνόλων αρχών επιλογής, σε τακτική βάση και δειγματοληπτικά ούτως ώστε να σχηματίζει άποψη για το πιο σύνολο αρχών είναι εκείνο που ταιριάζει περισσότερο στην επίτευξη των στόχων του. Όσον αφορά την ποσότητα των πληροφοριών που απαιτούνται για τη λήψη της πολιτικής αυτής απόφασης πρέπει να είναι σε συνάρτηση με την εξίσωση της οριακής απόδοσης του συλλεχθέντος ποσού πληροφοριών με το οριακό του κόστος. Το ελάχιστο ποσό πληροφοριών είναι αυτό που απαιτείται για τη γνώση του ευρύτερου πολιτικού πλαισίου εντός του οποίου καλείται ο ψηφοφόρος να αποφασίσει. Το μέγεθος της σχεδιασμένης επένδυσης σε πληροφορίες εξαρτάται από τρεις παράγοντες : την αξία που έχει για τον ψηφοφόρο η λήψη σωστής απόφασης, δηλαδή η μεταβολή των εισοδημάτων του χρησιμότητας, τη σπουδαιότητα των πληροφοριών για τη λήψη της απόφασης και τέλος το κόστος των δεδομένων. Ακόμη πρέπει να τονιστεί κάτι που επισημαίνει κι ο ίδιος ο Downs ότι ο ψηφοφόρος στην πραγματική κοινωνία έχει λιγότερες δυνατότητες απόκτησης και αξιολόγησης πληροφοριών από τον ψηφοφόρο του υποδείγματός του, γι’ αυτό και στην περίπτωση αυτή εφιστά την προσοχή για τη λήψη, τουλάχιστον, των πληροφοριών εκείνων που αποκαλεί διαφορικές περιοχές απόφασης. Αυτές είναι εκείνες που δείχνουν στον ψηφοφόρο σε ποιες περιοχές απόφασης τα κόμματα της αντιπολίτευσης αμφισβητούν την κυβερνητική πολιτική και ποιες είναι οι εναλλακτικές τους προτάσεις, εκείνες που δείχνουν τις περιοχές απόφασης στις οποίες το κυβερνητικό κόμμα επέφερε ανεπαίσθητες ή ριζικές μεταβολές στην πολιτική ή την ικανότητα της κυβέρνησής του σε σχέση με παρελθούσες κυβερνήσεις και, τέλος, εκείνες τις περιοχές απόφασης στις οποίες οι καταστάσεις που καλείται να αντιμετωπίσει το κυβερνών κόμμα είναι πολύ έως εντελώς διαφορετικές από εκείνες που αντιμετώπισαν παρελθούσες κυβερνήσεις. Για να είναι πλήρως ορθολογικό το προσωπικό σύστημα απόκτησης πληροφοριών θα πρέπει να εξασφαλίζει την κατάλληλη μεροληψία, να παρέχει επαρκή δεδομένα αλλά να μην ξεπερνάει το όριο πάνω από το οποίο υπάρχει υπερχείλιση πληροφοριών, να εστιάζει στις κατάλληλες πλευρές των γεγονότων και να βασίζεται στην αρχή του πλουραλισμού. Το κόστος όμως της πληροφόρησης στις σύγχρονες κοινωνίες μέσω "εντολοδόχων" τρίτων μερών μπορεί ενδεχομένως να είναι απαγορευτικό για πολλούς ψηφοφόρους. Η ορθολογική ενέργεια αυτών των ψηφοφόρων θα ήταν να πάρουν τις αναγκαίες πληροφορίες από άλλους πολίτες. Σημαντική, ως εκ τούτου, είναι η καταληκτική παρατήρηση του Downs : «ακόμη κι αν οι άνθρωποι παίρνουν την ίδια ποσότητα δεδομένων, δεν μπορούν όλοι να τα χρησιμοποιήσουν με την ίδια αποτελεσματικότητα. Πράγματι, ο καταμερισμός της εργασίας και η ύπαρξη αβεβαιότητας εγγυώνται ότι οι ορθολογικοί άνθρωποι θα είναι πολιτικά ενημερωμένοι σε ποικίλους βαθμούς. Οι ρίζες λοιπόν των ανισοτήτων εξουσίας είναι βαθιά ριζωμένες στην ίδια τη φύση των δημοκρατικών κοινωνιών, μολονότι η ηθική τους προκείμενη είναι η πολιτική ισότητα».
 
            H παραπάνω διαπίστωση του Downs είναι αρκετά σημαντική. Αν συνδυαστεί με τη διαπίστωση ότι «σε κάθε μεγάλη κοινωνία που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και εκτεταμένο καταμερισμό εργασίας, είναι αναπόφευκτη κάποια ανισότητα στην κατανομή εξουσίας» τότε αντιλαμβανόμαστε ότι αυτή η πολιτική ανισότητα «είναι ανεξάρτητη από τι λέει ο καταστατικός χάρτης της συγκεκριμένης χώρας ή από το πόσο ίσοι είναι οι πολίτες της από κάθε άλλη άποψη» και πώς ο Downs παρά το πνευματικό κλίμα της εποχής του στις ΗΠΑ καταφέρνει και ασκεί κριτική στις κανονιστικές θεωρίες.
 
            Πού καταλήγει όλος αυτός ο πράγματι ενδιαφέρων προβληματισμός, ανεξάρτητα από την κριτική που έχει ασκηθεί στη θεωρία του Downs, και ποιες προτάσεις απορρέουν από τη λογική αυτή;
 
            Ο Downs παρατηρεί, κατ’ αρχήν, ότι ένας μεγάλος αριθμός οικονομολόγων της εποχής του αδυνατεί να εξηγήσει την πραγματικότητα όσον αφορά τις προθέσεις, τα κίνητρα και τη λογική των πράξεων της κυβέρνησης. Η πλειονότητα εξ αυτών κινούμενη μέσα στο πλαίσιο της εποχής του New Deal, της κυβερνητικής παρέμβασης στην οικονομία με στόχο την αναζωπύρωσή της, την επίτευξη πλήρους απασχόλησης - ο,τι και να σημαίνει αυτό για τους αμερικανούς οικονομολόγους[4][68]- και την ανασυγκρότηση των κατεστραμμένων από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ευρωπαϊκών οικονομιών και αγορών που άμεσα ενδιέφεραν τότε τις ΗΠΑ και τέλος την οικοδόμησης ενός θεσμικού δικτύου κρατικής κοινωνικής πρόνοιας, μέσα από το κανονιστικό τους υπόδειγμα δεν μπορούν να εφαρμόσουν το αξίωμα του προσωπικού συμφέροντος στις κυβερνήσεις. Ο Downs καταλογίζει στην τάση αυτή των οικονομολόγων τρεις βασικές αδυναμίες. Πρώτα απ’ όλα, δεν σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν όντως να αναπτύξουν οικονομικές θεωρίες περί δημοκρατίας και άφησαν το έργο της ανάπτυξης θεωριών για την λειτουργία και αποστολή των κυβερνήσεων στα χέρια των πολιτικών επιστημόνων. Δεύτερον, είχαν αποδεχτεί ως βασική θέση για το ρόλο των κυβερνήσεων την άποψη περί λαϊκής κυριαρχίας του Jean - Jacques Rousseau, λαϊκής κυριαρχίας που, υποτίθεται ότι, εκ των προτέρων προσδιόριζε το ρόλο αυτό στα όρια της "γενικής βούλησης". Τέλος, ότι οι οικονομολόγοι αυτοί επικεντρώθηκαν κυρίως στον ορισμό της κοινωνικής ευημερίας χωρίς να μελετήσουν τα κίνητρα των εμπλεκομένων στην πολιτική από μια ατομικιστική σκοπιά. Η γενική γραμμή των οικονομολόγων αυτών έρχεται συνεπώς σε αντίθεση με αυτήν του Downs : οι κυβερνήσεις για τους μεν κινούνται από αλτρουιστικά ελατήρια ενώ για τον δε από ατομικά-συμφεροντολογικά. Ο Downs συνοψίζοντας χωρίζει τις ειδικές ελέγξιμες προτάσεις του σε τρεις κατηγορίες : πρώτον , σε εκείνες που αφορούν την κινητοποίηση των κομμάτων, δεύτερον, σε εκείνες που απορρέουν από την υπόθεση ότι ο πολίτης είναι ένας ορθολογικός άνθρωπος και σε εκείνες που συνάγονται και από τις δυο υποθέσεις περί ορθολογικής κινητοποίησης των κομμάτων για μεγιστοποίηση των ψήφων και περί ορθολογικής πολιτικής συμπεριφοράς των πολιτών σε σχέση με οφέλη και κόστη από την ψηφοφορία. Τέλος, μας παρακινεί να ελέγξουμε τις προτάσεις του αυτές εμπειρικά. 
           

ΙΙΙ) ΟΙ ΜΗ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 
Η εμπειρική απόδειξη της ισχύος ή μη των προτάσεων είναι ενδιαφέρουσα ως πρόκληση αλλά ξεφεύγει από τα στενά χρονικά περιθώρια και τις απαιτήσεις της. Γι’ αυτό θα περιοριστώ στις κριτικές που έχουν διατυπωθεί. Οι κριτικές δεν απευθύνονται μόνο στο έργο του Downs αλλά και συνολικά στο θεωρητικό ρεύμα της Ορθολογικής Επιλογής (Rational Choice Theory).
 
             Από την πλευρά των κοινωνιολόγων οι ενστάσεις είναι πολλές και ενδιαφέρουσες. Οι M. Harrop και W.L. Miller θεωρούν πως είναι αυταπάτη το να προσπαθούμε ξεκινώντας την έρευνά μας από το άτομο να φτάσουμε σε συμπεράσματα για την πολιτική και εκλογική συμπεριφορά ατόμων, κομμάτων και κυβερνήσεων. Πρέπει η μέθοδος να αντιστραφεί και από τις κοινωνικές δομές να ξεκινήσουμε για να ελέγξουμε πώς επιδρούν στη συμπεριφορά ατόμων, κομμάτων και κυβερνήσεων. Γι’ αυτό και θεωρούν κατώτερης μεθοδολογικής αξίας τη θεωρία του Downs. Με την εκλογική συμπεριφορά σχετίζονται η κοινωνική τάξη, η γεωγραφική τοποθέτηση, το φύλο, η θέση στην παραγωγή και στην κατανάλωση και η θρησκεία, ανάμεσα σε πολλές άλλες μεταβλητές που με περισσότερη ή λιγότερη ένταση επιδρούν πάνω στην ατομική διαδικασία σκέψης και λήψης αποφάσεων. Η δομική θέση λοιπόν των ατόμων είναι εκείνη που προσδιορίζει την πολιτική και εκλογική συμπεριφορά και στις περιπτώσεις που ένα άτομο λειτουργεί πολιτικά με έναν "ορθολογικό" τρόπο όπως τον περιγράφει ο Downs τότε θα πρέπει να εξετάζουμε και πάλι την κοινωνική του θέση για να διαπιστώνουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο έχει συγκροτηθεί ως πολιτικό άτομο και το οποίο ευνοεί τον "ορθολογικό" τρόπο πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς. Άλλοι κοινωνιολόγοι όπως ο B. Ηindess και Ηay C. δίνουν προτεραιότητα στις κοινωνικές δομές αλλά τονίζουν πως σε αρκετές περιπτώσεις ένα άτομο μπορεί να έχει σχετική αυτονομία στον αυτοκαθορισμό των πολιτικών του επιλογών. Η Theda Skocpol από τη δική της συγκριτική πολιτική αναλυτική σκοπιά εντοπίζει μέσα από τη μελέτη των κοινωνικών επαναστάσεων δομικούς και συνθήκες που προκαλούν την εξέγερση και υπέρβαση των δεδομένων πολιτικών θεσμών σε αντίθεση με τον Michael Taylor που αποδίδει τους ίδιους δομικούς μετασχηματισμούς σε ορθολογικές επιλογές κοινωνικών ομάδων, τάξεων, κομμάτων και κυβερνήσεων.
 
            Οι ψυχολόγοι από τη δικά τους πλευρά ενίσταται, και δικαιολογημένα, γιατί στην πολιτική πράξη, εκτός από τον παράγοντα του ορθολογισμού, υπεισέρχονται και άλλοι ψυχολογικοί παράγοντες όπως η ζηλοφθονία, η εκδίκηση και η ενοχή που συχνά δεν εκδηλώνονται φανερά και δεν γίνονται αντικείμενα αυτοσυνείδησης και αυτοελέγχου. Η κριτική που απευθύνει στις θεωρίες αυτές ο L. Lewin αφορά την έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους των οικονομικών θεωριών που αναφέρονται στην πολιτική για τις εκδηλώσεις αλτρουισμού εκ μέρους των πολιτών και πολιτικών στην έκφραση των πολιτικών απόψεών τους και στην καθημερινή πολιτική τους πρακτική. O Lewis-Beck M. θεωρεί ότι τα εμπειρικά στοιχεία αποδεικνύουν, παρά την πρόκληση του Downs, πως όντως οι πολίτες σε μεγάλο βαθμό πολιτικά δρουν αλτρουιστικά και πως, παρά το γεγονός ότι στην περίπτωση της ψηφοφορίας σκέφτονται το τι θα ψηφίσουν βάσει της δικής τους οικονομικής θέσης εν τούτοις, λαμβάνουν υπόψη τους τη γενικότερη κοινωνικο-οικονομική κατάσταση και τα συμφέροντα των άλλων πολιτών.
 
            Στα πλαίσια της κυρίαρχης εμπειρικής πολιτικής θεωρίας διατυπώνονται κριτικές που θεωρούν ότι δεν λαμβάνονται υπόψη από τον Downs και την θεωρία της Ορθολογικής Επιλογές τα στοιχεία που αποδεικνύουν την προσκόλληση των ψηφοφόρων σε ιστορικές κομματικές ταυτίσεις και παραδόσεις και πως πολλές φορές παραβλέπεται το γεγονός ότι οι κομματικοί πολιτικοί ηγέτες όντως επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τον αριθμό των ψηφοφόρων τους έτσι ώστε να εκλεγούν στην κυβέρνηση και να εφαρμόσουν το πολιτικό τους πρόγραμμα στον α΄ ή  στο β΄ βαθμό.
 
            Οι έντονες κριτικές υποχρέωσαν τους μετά τον Downs πολιτικούς θεωρητικούς που κινούνται στο πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας της δημοκρατίας να ενσωματώσουν στοιχεία των κριτικών αυτών στο θεωρητικό τους έργο. Ο Donald Wittman θεωρεί ότι οι κομματικές ελίτ σχετικοποιούν την ιδεολογική τους απολυτότητα και αμβλύνουν τις πολιτικές διαφορές τους με στόχο τη μεγιστοποίηση των ψήφων τους ούτως ώστε εκτός από την άνοδό τους στα κυβερνητικά πόστα να είναι σε θέση να εφαρμόσουν τις πολιτικές που έχουν προτείνει και έχει αποδεχτεί το εκλογικό σώμα αυτές καθαυτές και όχι για λόγους προσωπικού συμφέροντος.   

ΙV) ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΑΠΌ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

 
            Πριν προχωρήσουμε στην κριτική αυτή θα ήθελα να διευκρινίσω ότι  χρησιμοποιώ παρά πολύ σπάνια την λέξη "μαρξισμός" γιατί υποδηλώνει ένα σύνολο ιδεολογικών ρευμάτων αντιφατικών και αντιθετικών μεταξύ τους, εκ των οποίων αρκετά έχουν ταυτιστεί με τα καθεστώτα τύπου "υπαρκτού σοσιαλισμού" και τα οποία ουσιαστικά αρνούνται τις στοιχειώδεις αρχές του σοσιαλισμού και της δημοκρατίας και εξέφραζαν μια νέου τύπου ταξική κοινωνία για την οποία δεν μπορεί να γίνει συζήτηση στα πλαίσια αυτής της εργασίας. Έτσι η φράση "δημιουργικός μαρξισμός"  χρησιμοποιείται απλώς για αναφορά σε όλες εκείνες τις θεωρητικές και ιδεολογικο-πολιτικές τάσεις που, συνειδητά ή ασυνείδητα ανέλαβαν να ανανεώσουν το θεωρητικό οπλοστάσιο της παράδοσης που εγκαινίασε ο Karl Marx και αναλύοντας την κάθε φορά διαμορφούμενη κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα να συνδεθούν με τα αναδυόμενα μαζικά κινήματα χειραφέτησης (νεολαίας, φεμινιστικό, οικολογικό, δικαιωμάτων, πολιτισμού κλπ).
 
            Kατ’ αρχήν θα χρειαστεί να τονιστεί ότι δεν πρέπει να θεωρούμε την ολιστική μεθοδολογία του Marx ως μια μέθοδο που δεν λαμβάνει υπόψη της μεθοδολογικά στοιχεία από τον ιντιβιντουαλισμό. Όπως επισημαίνει ο Daniel Little μελετώντας το βασικό έργο του Marx, οι μακρο-εξηγήσεις από μόνες τους δεν στηρίζονται σε ικανοποιητικό βαθμό παρά μόνο αν συμπληρώνονται από μικρο-εξηγήσεις, δηλαδή από έρευνα των μηχανισμών και σχέσεων που αλληλοδιαπλέκονται στο μικρο-επίπεδο της καθημερινής πρακτικής. Στην αντίθετη περίπτωση οι μακρο-εξηγήσεις οδηγούν στο λειτουργισμό. Ένα θεωρητικό ρεύμα, ο "αναλυτικός μαρξισμός" αποφεύγει το λάθος του λειτουργισμού που αποδίδεται σε μέρος της Μαρξιανής σκέψης και εντάσσει στοιχεία της λογικής του Downs στο μεθοδολογικό του οπλοστάσιο. Ο Αdam Przeworski αναλύει την εργατική πολιτική συμπεριφορά με αναφορά σε στοιχεία της θεωρία της "ορθολογικής επιλογής" : «Δέχομαι, ως εκ τούτου, ότι οι εργάτες στον καπιταλισμό έχουν συμφέρον στην βελτίωση των υλικών συνθηκών τους. Το ζήτημα είναι εάν η διεκδίκηση αυτού του συμφέροντος, και μόνο αυτού του συμφέροντος, θα οδηγούσε αναγκαστικά τους εργάτες στην επιλογή του σοσιαλισμού ως ανώτερου συστήματος για την ικανοποίηση των υλικών αναγκών». Η άποψη αυτή ανοίγει μια ολόκληρη συζήτηση που εντάσσει μεν στοιχεία από τη θεωρία της "ορθολογικής συνείδησης" στην ημερήσια διάταξη αλλά ταυτόχρονα υπερβαίνει το στενό ορίζοντά τους. Ο Little θεωρεί ότι πρέπει να ληφθούν οι παράγοντες της ιδεολογίας και της ταξικής συνείδησης για να γίνει δυνατή η εξήγηση της πολιτικής συμπεριφοράς των μελών των κοινωνικών τάξεων και ως ατόμων και ως συνόλων, δείχνοντας έτσι τον τρόπο σύνδεσης της ολιστικής μεθόδου και της ιντιβιντουαλιστικής και αναφέρεται σε εδάφιο από έργο του Marx: «Στο μέτρο που χιλιάδες οικογένειες ζουν υπό οικονομικές συνθήκες ύπαρξης που διαχωρίζουν τον τρόπο ζωής τους, τα συμφέροντά τους και την πολιτιστική τους διαμόρφωση από των άλλων τάξεων, σχηματίζουν μια τάξη». Η διαμόρφωση έτσι των τάξεων είναι μια διαδικασία ιστορική, κάτι για το οποίο η θεωρία του Downs αδυνατεί να προσφέρει εργαλεία νοητικά για την κατανόησή της και το μόνο στοιχείο που δείχνει ότι αναφέρεται σε κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες μεταξύ πολιτών είναι το εισόδημα. Η ιστορική διαμόρφωση των τάξεων μέσω της ταξικής πάλης οδηγεί είτε στο σχηματισμό πολιτικών φορέων από τους ίδιους τους κόλπους της τάξης (π.χ. Εργατικό Κόμμα Βρετανίας) είτε στη συνεργασία με κόμματα που αναφέρονται σε άμεση ή μελλοντική βελτίωση των συνθηκών ζωής (π.χ. Συντηρητικό Κόμμα Βρετανίας για τους αστούς ή Σοσιαλ-δημοκρατικά  και αριστερά κόμματα για την εργατική τάξη).
 
            Η Ellen Meiskins Wood από τη δική της σκοπιά ασκεί κριτική στη λογική των Μαρξιστών που έχουν υιοθετήσει στοιχεία της θεωρίας της "ορθολογικής επιλογής". Η ίδια προσπαθεί να ερευνήσει τους ίδιους τους ιδιαίτερους νόμους που κινούν τις συγκεκριμένες ιστορικές σχέσεις κάθε κοινωνικού σχηματισμού σε αντίθεση με τους υποστηρικτές της "ορθολογικής επιλογής" τους οποίους θεωρεί ως υπαίτιους της δημιουργίας μιας τάσης ντετερμινισμού στα πλαίσια της ιστορικής λογικής.
 
            Στα πλαίσια της ανάπτυξης της θεωρίας του Marx έχουν γίνει αρκετές μελέτες από θεωρητικούς οι οποίοι λαμβάνοντας υπόψη και τις παρατηρήσεις των Gramsci και Horkheimer στους οποίους αναφερθήκαμε πιο πάνω ανέδειξαν πλευρές της πολιτικής κινητοποίηση μέσα σε ιστορικά συμφραζόμενα : E.P.Thompson, Eric Hobsbawm, Eugene Genovese κ.α. Η "ηθική οικονομία" της τάξης στην οποία αναφέρεται ο Thompson είναι ένα σύνολο αξιών και δεσμεύσεων που μοιράζονται τα μέλη μιας τάξης και που οδηγούν τα άτομα σε εκδήλωση συμπεριφορών που προωθούν τα συμφέροντα της τάξης ως συνόλου ακόμη κι ενάντια στα δικά τους ατομικά συμφέροντα δρώντας με έναν "μη ορθολογικό τρόπο" σύμφωνα με τα κριτήρια του Downs. Στη μακρά ιστορική περίοδο δουλεύοντας ο Eric Hobsbawm αναδεικνύει τους ταξικούς αγώνες της εργατικής τάξης και των αγροτών εναντίον της κυριαρχίας των εργοδοτών και των ιδιοκτητών μέσω της ίδρυσης πολιτικών κοινοτήτων που κατέστησαν δυνατούς τους συλλογικούς τους αγώνες. Τέλος, ο Eugene Genovese τόνιζε (όσο ήταν μαρξιστής) το ρόλο της κουλτούρας των σκλάβων στις Η.Π.Α. που χρησιμοποίησαν τα τοπικά συστήματα αξιών προς το σκοπό της προστασίας των συμφερόντων τους ακόμη και μέσα από το ίδιο το σύστημα. Ο προβληματισμός αυτός διαφεύγει της προσοχής του Downs στο βαθμό που δεν εντάσσεται στην ιδέα της "ορθολογικής προσωπικότητας" του μεθοδολογικού ιντιβιντουαλισμού.
 
            Η πιο πρόσφατη κριτική της θεωρίας του Downs στο έργο του οποίου υπάρχουν συχνές αναφορές ακριβώς για να αποδειχτεί η λαθεμένη μεθοδολογική του βάση, είναι αυτή του Μ. Σπουρδαλάκη.  Κατ’ αυτόν, οι αφετηρίες της μεθοδολογίας του Downs πάσχουν από τα ίδια προβλήματα από τα οποία πάσχει και το ίδιο το μακρο-οικονομικό μοντέλο στο οποίο στηρίζονται˙ είναι τόσο ιδεατές, αφηρημένες και αμιγείς που αδυνατούν να αντιπαρατεθούν με την κοινωνική πραγματικότητα. Τόσο η άποψη για την ισομερή κατανομή των ψήφων στην εκλογική κλίμακα όσο και για το homo politicus ως κάτι το αντίστοιχο του δήθεν ορθολογικού homo economicus οι οποίες θεωρούνται ως εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις λειτουργίας του οικονομικού μοντέλου της δημοκρατίας είναι δείγματα της προβληματικότητας της μεθοδολογίας αυτής. Επειδή η οικονομική θεωρία της δημοκρατίας συμπίπτει και ενισχύει με τα επιχειρήματά της την άποψη περί σύγκλισης των πολιτικών κομμάτων και του τέλους των ιδεολογιών θεωρείται ένοχη για ανιστορικότητα στο βαθμό που αγνοεί τις πραγματικές ιστορικές συνθήκες για τη σύγκλιση των κομμάτων στην εποχή του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους πρόνοιας στη δυτική καπιταλιστική Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Σοβαρό ζήτημα είναι η θεοποίηση της εκλογικής αγοράς που δεν λαμβάνει υπόψη της την πολιτική κουλτούρα των δεδομένων κοινωνικών σχηματισμών ξεχωριστά, τις εθνικές ιδιομορφίες, τις δυνάμεις αντίστασης μέσα στα κόμματα, τα κοινωνικά κινήματα που αναπτύσσονται έξω από το εκλογικό-κοινοβουλευτικό παιχνίδι, την εμφάνιση νέων ιδεολογιών κλπ. Ο Σπουρδαλάκης δεν απορρίπτει εντελώς την έννοια της εκλογικής αγοράς αλλά την περιορίζει στο επίπεδο της λήψης αποφάσεων σε συγκεκριμένους χώρους (πολιτικές ηγεσίες κομμάτων) και χρόνους (εκλογικές περίοδοι) και επιπλέον τονίζει ότι δεν πρέπει να αποδεχτούμε το ντετερμινιστικό και σχεδόν αποκλειστικό, στατικό και μονοσήμαντο χαρακτήρα της όπως της τον αποδίδουν τα μοντέλα του Downs. O Downs έτσι προσπαθεί μέσα από ατομικές σχέσεις (ένωση ανθρώπων επιχειρηματικού τύπου) να ορίσει ντετερμινιστικά τη σχέση κοινωνία - κόμματος - κράτους και πολιτικής. Η λογική με την οποία ο Downs  εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο οι ψηφοφόροι προσπαθούν να μειώσουν το κόστος των πληροφοριών τους αποδίδοντας το ρόλο αυτό στα πολιτικά κόμματα ελέγχεται πάλι ως ανιστορική στο βαθμό που θεωρείται ότι  η ιδεολογική ανάπτυξη των κομμάτων συντελείται σε ένα ιστορικά και πολιτισμικά κενό περιβάλλον. Πώς αλληλεπιδρούν προγραμματικά τα κόμματα στις εκλογικές περιόδους κατά την οποία υποτίθεται ότι λειτουργεί σε πλήρη ανάπτυξη η εκλογική αγορά; Η οικονομική θεωρία της δημοκρατίας υποστηρίζει πως κυρίως στα δικομματικά συστήματα τα κόμματα συγκλίνουν προς το κέντρο του πολιτικού φάσματος για να μεγιστοποιήσουν τις ψήφους τους. Ξεχνά όμως ο Downs να λάβει υπόψη του τις συγκεκριμένες συνθήκες μέσα στις οποίες διεξάγεται η κάθε εκλογική αναμέτρηση δημιουργώντας για άλλη μια φορά μια ντετερμινιστική προβληματική. Tέλος, τίθεται από το Σπουρδαλάκη το ερώτημα του αν η οικονομική θεωρία της δημοκρατίας του Downs υποκρύπτει έναν προβληματισμό του κατά πόσο τα πολιτικά κόμματα μπορούν να λειτουργήσουν ικανοποιητικά το δημοκρατικό σύστημα στο βαθμό που η αποχή του ψηφοφόρου από τις εκλογές είναι μεν "ορθολογική συμπεριφορά" για τον ψηφοφόρο σε ορισμένες περιπτώσεις από την άλλη μεριά όμως συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση του συστήματος, ιδιαίτερα όταν αυξάνεται και γίνεται δείγμα κρίσης τη
Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0