ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ANTONY DOWNS

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΤΣΑΚΙΡΗ

Ι) ΑΠΟ ΤΟΝ MARX ΣTON GRAMSCI : ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ

 
H Μαρξική επιστημολογία προσφέρει μια υλιστική προσέγγιση της ιστορικής προοπτικής. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή το πνεύμα (geist) μιας εποχής όταν εκφρασθεί στο επίπεδο της γνώσης θεμελιώνεται κατά βάση πάνω στις οικονομικές πρακτικές. Αντιστρέφοντας τη Χεγκελιανή διαλεκτική, ο Μarx πολιτικοποιεί τις Καντιανές "κατηγορίες", που ο Hegel ιστορικοποιεί, καθώς τις συνδέει με τα ταξικά συμφέροντα. Η θέση του για την Ιδεολογία προσφέρει μια ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι σχέσεις εξουσίας επιδρούν στη διαμόρφωση της ανθρώπινης πεποίθησης καθώς και στη συγκρότηση των ταυτοτήτων και της υποκειμενικής εμπειρίας. Ο Marx θέτει ένα τέλος στην ιστορία, και εδώ συμφωνεί με το Hegel, αλλά πώς; Εκεί που ο Hegel θεωρεί το εθνικό κράτος την απόλυτη έκφραση της λογικής του, ο Μarx καταφέρνει μιαν άλλη αντιπαράθεση με το Hegel: «μέσω συγκεκριμένου πολιτικού αγώνα μπορούμε να ασκήσουμε έλεγχο επί των συνθηκών παραγωγής της γνώσης και να επιτύχουμε μια απόλυτη σύνθεση που να εμπεριέχει ταυτόχρονα πολιτικές, επιστημικές και ιστορικές διαστάσεις».
 
            Η ιστορική διάσταση της προσέγγισης του Μarx δεν αναφύεται εν κενώ. Πρόκειται για αποτέλεσμα της ανησυχίας του όσον αφορά τη θεμελίωση μιας επιστημολογικής προσέγγισης που να λαμβάνει υπόψη της ένα βασικό στοιχείο : την υπέρβαση της γνωσιακής αβεβαιότητας και απροσδιοριστίας στην ανθρώπινη σκέψη. Σκοπεύει στην εξεύρεση στέρεων θεμελίων, δηλαδή στον προσδιορισμό φιλοσοφικών κριτηρίων, με βάση τα οποία θα κατακυρώνεται η ανθρώπινη γνώση. Αμφισβητεί την ύπαρξη του Καρτεσιανού "ορθολογικού υποκειμένου"[1][2] και την εγκυρότητα του μεθοδολογικού ατομισμού ως μεθόδου προσέγγισης της ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Θεωρεί ότι ο άνθρωπος δρα μέσα σε ένα συγκεκριμένο φυσικό, ιστορικό κοινωνικό πλαίσιο, συμμεριζόμενος έτσι για άλλη μια φορά την άποψη του Hegel, και μόνο μέσα από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του μπορεί να καταστεί κατανοήσιμος. Δεν μπαίνει έτσι στη συζήτηση του κατά πόσον μπορεί ένας άνθρωπος να προσεγγίσει καθαρά σχολαστικά τη γνώση και το ζήτημα της αλήθειας για την ανθρώπινη σκέψη ουσιαστικά παραπέμπεται στο ζήτημα της "πρακτικής". Συνεπώς η φιλοσοφία στοχεύει στο να προσδιορίσει τις συνθήκες εκείνες που μπορούν να θεωρηθούν ως οι εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για την απόδοση στην ανθρώπινη ουσία των δυνατοτήτων να αναδειχθεί, να ανθίσει και να ακμάσει..
 
            Η σημερινή υποβάθμιση της ουσίας του ανθρώπου και η κατάσταση της μιζέριας θεωρούνται ως αποτελέσματα του αλλοτριωτικού χαρακτήρα της κατεστημένης οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η τρέχουσα κυρίαρχη φιλοσοφική σκέψη θεωρείται από τη μια πλευρά αδύναμη να προχωρήσει σε νέες συνθέσεις και από την άλλη συμβάλλει με τη μυστικοποίηση και με την αμηχανία που τη χαρακτηρίζουν στην απόκρυψη της δυνατότητας μεταρρύθμισης, μετασχηματισμού του status-quo, για να μην μιλήσουμε και περί επαναστατικής ανατροπής του. 
 
            Απαντώντας στις απόψεις του Proudhon για την κοινωνία ως πρόσωπο, ο Μarx αναφέρεται στην κοινωνία ως σύνολο κοινωνικών σχέσεων που βασίζονται στον ταξικό κοινωνικό ανταγωνισμό: «Τι είναι επί τέλους αυτός ο Προμηθέας που ανάστησε ο κ. Proudhon ; Είναι η κοινωνία, είναι οι κοινωνικές σχέσεις βασισμένες στον ανταγωνισμό των κοινωνικών τάξεων. Αυτές οι σχέσεις αναπτύσσονται όχι ανάμεσα στ’ άτομα σαν άτομα, αλλά μεταξύ εργάτη και κεφαλαίου, κολλήγου και γαιοκτήμονα κλπ. Σβηστέ αυτές τις σχέσεις και θα έχετε εκμηδενίσει όλη την κοινωνία. Κι ο Προμηθέας σας δεν θα είναι πια παρά ένα φάντασμα χωρίς πόδια ή χέρια, δηλαδή χωρίς αυτόματο συνεργείο, χωρίς κατανομή της εργασίας, στερημένο επί τέλους απ’ όλα εκείνα που του δώσατε αρχικά για να επιτύχετε απ' αυτό πλεόνασμα εργασίας». Παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος ο Μarx προβαίνει συχνά σε εννοιολογικές αφαιρέσεις, εν τούτοις, θεωρεί πως η κοινωνία δεν είναι μια έννοια γενικώς και αορίστως αφηρημένη. Επίσης απορρίπτει την ουσιοκρατική αντίληψη για τον άνθρωπο ως μια μονάδα με συγκεκριμένες ιδιότητες που απορρέουν από το "ανθρώπινο είδος" και μόνο. Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον που εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του κοινωνικού πλέγματος σχέσεων και το οποίο διαμορφώνεται μέσα στη διάρκεια της ιστορίας με προοδευτικές ανελίξεις, επαναστατικές τομές περάσματος από έναν κοινωνικό σχηματισμό σε άλλο με βάση τις μεταβολές στον τρόπο παραγωγής αλλά και με οπισθοδρομικές στροφές. Σε μια επιστολή του στον Annenkov το 1846, θα σημειώσει : «Τι είναι η κοινωνία, όποια και να είναι η μορφή της; Το αποτέλεσμα (προϊόν) της αμοιβαίας δράσεως των ανθρώπων, Είναι όμως οι άνθρωποι ελεύθεροι να διαλέξουν εκείνοι αυτή ή εκείνη τη μορφή της κοινωνίας ; Ασφαλώς όχι...Υποθέσατε ορισμένες βαθμίδες αναπτύξεως της παραγωγής, του εμπορίου, της καταναλώσεως και θα έχετε εκείνη ή την άλλη μορφή της κοινωνικής συγκροτήσεως, της οργανώσεως, της οικογένειας, των κοινωνικών κατηγοριών ή των κοινωνικών τάξεων, μ’ ένα λόγο μιάν ορισμένη κοινωνία». Η ιστορική μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων επιτυγχάνεται κατά τον Marx κυρίως μέσα από τη  αλλαγή στο χαρακτήρα των μέσων παραγωγής. Σε μεταγενέστερο έργο του θα τονίσει «...Οι κοινωνικές σχέσεις  σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα παράγουν, οι σχέσεις παραγωγής, αλλάζουν και μεταβάλλονται με την εξέλιξη και την πρόοδο των υλικών μέσων παραγωγής, των παραγωγικών δυνάμεων. Δεν μεταβάλλονται όμως μόνον αυτές. Εφ’ όσον απαρτίζουν την κοινωνία, μεταβαλλόμενες αλλάζουν και των τύπο της». Έτσι ο Marx διαιρεί την πορεία της ιστορικής ανθρωπότητας σε τρεις τύπους κοινωνιών : την αρχαία, τη φεουδαρχική και την καπιταλιστική κοινωνία. Στα πλαίσια της τελευταίας είναι που εμφανίζεται ξανά η δημοκρατία και οι ελεύθερες εκλογές ως πολιτικό σύστημα ανάδειξης κυβερνήσεων. Η κοινωνία είναι το πεδίο μέσα στο οποίο δρουν οι άνθρωποι και κατά συνέπεια με αυτήν την έννοια η κοινωνία είναι δημιούργημά τους. Γι’ αυτό και δηλώνει ο Marx κατηγορηματικά : «...εργάζομαι κοινωνικά, γιατί εργάζομαι σαν άνθρωπος. Η ίδια μου η ύπαρξη είναι μια κοινωνική δραστηριότητα. Γι’ αυτό, έχοντας συνείδηση ότι δρω σαν κοινωνικό ον, δεν κάνω τίποτα για τον εαυτό μου που να μην το κάνω και για την κοινωνία». Και για να μην αφήσει περιθώρια παρερμηνείας του γράφει το 1857 ότι «όσο βαθύτερα ανατρέχουμε στην ιστορία, τόσο περισσότερο το άτομο, άρα και το παραγωγό άτομο, εμφανίζεται εξαρτημένο, μέρος ενός μεγαλύτερου όλου : στην αρχή με ολότελα φυσικό τρόπο μέσα στην οικογένεια, και στην οικογένεια διευρυμένη σε φυλή' αργότερα στις διάφορες μορφές της κοινότητας που προκύπτει από την αντίθεση και συγχώνευση των φυλών. Μονάχα τον 18ο αιώνα, στην "αστική κοινωνία", αντικρίζει το άτομο τις διάφορες μορφές του κοινωνικού δεσμού σαν απλό μέσο για τους ιδιωτικούς του σκοπούς, σαν εξωτερική αναγκαιότητα. Αλλά η εποχή που παράγει τούτη τη σκοπιά του απομονωμένου ατόμου είναι ακριβώς η εποχή των πιο ανεπτυγμένων μέχρι σήμερα κοινωνικών (γενικών απ’ αυτή την άποψη σχέσεων). Ο άνθρωπος είναι με την πιο κυριολεκτική έννοια ζώον πολιτικόν' όχι μόνο ομαδικό ζώο, αλλά και ζώο που μονάχα μέσα στην κοινωνία μονάχα μπορεί να εξατομικευτεί».
 
            Έχοντας σαν δεδομένα τα παραπάνω αποσπάσματα και γνωρίζοντας ότι ο Karl Marx αλλά και η πλειονότητα των επιγόνων του δεν έδειξαν ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον να εμβαθύνουν στα πεδία του κράτους και της πολιτικής, θα προσπαθήσω να συγκροτήσω μια στοιχειώδη κριτική του έργου του Downs με βάση τη Μαρξική σκέψη όπως εκφράζεται από τα παραπάνω αποσπάσματα καθώς και με τη βοήθεια στοιχείων από το έργο άλλων διανοητών που εντάσσονται ή τους εντάσσουν στο γενικότερο πλαίσιο της θεωρητικής εργασίας του Marx.
 
            Έτσι θα πρέπει να γίνει αναφορά στον Max Ηοrkheimer, ο οποίος με την αναφορά του στο ρόλο και τη θέση της ιστορίας και της ψυχολογίας στην πολιτική και κοινωνική ανάλυση ανοίγει μαζί με τον Antonio Gramsci το δρόμο για το «Δημιουργικό Μαρξισμό». Ο προβληματισμός του Ηorkheimer και του Gramsci σε εκείνη τη φάση του μεσοπολέμου, φάση που διακρινόταν από την κρίση των παλιών ιστορικών συνασπισμών της άρχουσας αστικής τάξης και την ανάδειξη νέων καθεστωτικών δυνάμεων υπό την ηγεμονία του ναζισμού και του φασισμού, αναπτύσσει μια μεθοδολογική πρόταση που έρχεται να εμπλουτίσει τη Μαρξική σκέψη. Η ιστορία, μας προτρέπει ο Horkheimer, πρέπει να μελετάται όπως διαρθρώνεται «σύμφωνα με τους διάφορους τρόπους με τους οποίους πραγματοποιείται η διαδικασία ζωής της ανθρώπινης κοινωνίας». Η ψυχολογία δεν έχει να κάνει με ανθρώπους γενικά ως επιστήμη που συνεργάζεται με την ιστορική αλλά εξετάζει στο πλαίσιο αυτό όλες τις ψυχικές δυνάμεις οι οποίες αναπτύσσονται μέσα στα άτομα και οι ψυχικοί παράγοντες που εμπλουτίζουν την κοινωνική και ατομική ζωή να γίνονται διακριτές από τις δια μέσου της εκάστοτε συνολικής δομής καθοριζόμενες σχετικά στατικές ψυχοσυνθέσεις των ατόμων, των ομάδων, τάξεων, φυλών, εθνών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ιστορία δεν ανάγεται ούτε στον οικονομισμό ούτε στον ψυχολογισμό αλλά είναι μια σύνθεση που μας δίνει πολύ πιο δημιουργικές εργασίες και μας βοηθά να δούμε αυτό που ο Gramsci ονομάζει παθητική επανάσταση, δηλαδή να αναπτύξουμε τη συγκεκριμένη μελέτη και ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, την εκτίμηση του συσχετισμού δυνάμεων που δρουν στην ιστορία και που προσδιορίζεται ως το πρόβλημα της σχέσης "δομής και εποικοδομήματος" σε διαχρονικό αλλά και συγκυριακό πλαίσιο. Το βασικό στοιχείο είναι «πώς γεννιέται η ιστορική κίνηση πάνω στη βάση της δομής [...] αυτό είναι το κρίσιμο σημείο όλων των ζητημάτων που ανέκυψαν σε σχέση με τη φιλοσοφία της πράξης και, χωρίς να λυθεί αυτό, δεν είναι δυνατό να λυθεί και το άλλο, εκείνο των σχέσεων μεταξύ κοινωνίας και "φύσης"».
 
            Εν ολίγοις, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι επιζητούμε μεθοδολογικά να ξεπεράσουμε τον οικονομισμό που διέκρινε μια κυρίαρχη μερίδα των επιγόνων της Μαρξικής σκέψης που άντλησε τα επιχειρήματά της από το έργο του Μarx στρεβλώνοντας την ολιστική μεθοδολογική του άποψη σε έναν ντετερμινιστικό τρόπο ανάλυσης των "σιδερένιων αντικειμενικών νόμων της ιστορίας" και να αποκατασταθεί ο ρόλος των κοινωνικών ταξικών υποκειμένων στην ιστορική κοινωνική ανάλυση και μέσα από αυτή τη μεθοδολογική σκοπιά να εκτιμήσουμε κριτικά το έργο του Anthony Downs για την "οικονομική θεωρία της δημοκρατίας".
 

ΙΙ) AΝTONY DOWNS : H OIKONOMIKH ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 
            Βρισκόμαστε στη Νέα Υόρκη του 1957. Οι πολίτες του δυτικού κόσμου σε αντίθεση με τους πολίτες των κρατών του "υπαρκτού σοσιαλισμού" απολαμβάνουν σε γενικές γραμμές τις συνέπειες της μεταπολεμικής ανάπτυξης του κράτους πρόνοιας και του κεϋνσιανικού οικονομικού μοντέλου ενώ παράλληλα έχουν την δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις στις βουλευτικές και τοπικές εκλογές στις οποίες αναδεικνύονται οι αντιπρόσωποι του λαού, ως νομοθέτες αλλά και διαμεσολαβητές των λαϊκών αιτημάτων προς την εκτελεστική εξουσία. Οι Η.Π.Α. διαθέτουν ένα ιδιόμορφο πολιτικό και εκλογικό σύστημα το οποίο στην ουσία περιορίζει το εύρος των πολιτικών επιλογών στοχεύοντας, εκτός των άλλων, στην εξάλειψη των ενδεχομένων κινδύνων για το κοινωνικό-οικονομικό σύστημα από πολιτικούς σχηματισμούς με ριζοσπαστικά προγράμματα. Είναι μέσα σε αυτό το ιδιόμορφο, σε σχέση με το Δυτικό-Ευρωπαϊκό, πολιτικό-εκλογικό σύστημα που ο Αnthony Downs εκπονεί το έργο του για την "Οικονομική Θεωρία της Δημοκρατίας" που θα "γράψει ιστορία" στη Δυτική πολιτική σκέψη. Σήμερα 40 χρόνια μετά το έργο διατηρεί την επικαιρότητά του, κατακτώντας όλο και περισσότερο έδαφος στο χώρο της πολιτικής θεωρίας και χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής ανάλυσης για ένα ευρύ φάσμα πολιτικών αναλυτών, αλλά και ακτιβιστών, ιδιαίτερα του φιλελεύθερου πολιτικού χώρου.

1) Οι μεθοδολογικές αφετηρίες

 
            Η μεθοδολογική του προσέγγιση είναι εκείνη που μας ενδιαφέρει στην εργασία αυτή και όχι τόσο οι απολήξεις και τα πολιτικά συμπεράσματά του, αν και έχουν ιδιαίτερη αξία για την καθημερινή πολιτική ανάλυση και δράση.
 
            Κατ’ αρχήν, χρειάζεται να μελετήσουμε ποια είναι η πρόθεση του Downs όσον αφορά τους στόχους που θέτει στην έρευνά του, ποια είναι η υπόθεση εργασίας του. Το ερευνητικό του ερώτημα είναι, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, το εξής : «Η σύγχρονη οικονομική σκέψη έχει συγκεντρωθεί δημιουργικά στις επιπτώσεις που έχει η δράση του κράτους πάνω στις ιδιωτικές αποφάσεις ή στα αποτελέσματα που έχει το μερίδιο του Δημοσίου για τα συνολικά οικονομικά μεγέθη. Ωστόσο, ελάχιστη πρόοδος έχει συντελεστεί προς ένα γενικευμένο αλλά ρεαλιστικό κανόνα συμπεριφοράς για ένα ορθολογικό κράτος, ανάλογο με τους κανόνες συμπεριφοράς που χρησιμοποιούνται από παράδοση για τους ορθολογικούς παραγωγούς και καταναλωτές. Και το αυτονόητο αποτέλεσμα είναι τούτο : το κράτος δεν έχει ενσωματωθεί με τους ιδιώτες που παίρνουν τις αποφάσεις σε μια γενική θεωρία ισορροπίας. Η παρούσα διατριβή είναι μια προσπάθεια να δοθεί ένας τέτοιος κανόνας συμπεριφοράς για μια δημοκρατική κυβέρνηση και να περιγραφούν οι επιπτώσεις της».
 
            Το πρώτο συμπέρασμα για την μεθοδολογία του συγγραφέα είναι ότι παίρνει ως αφετηρία του το "ορθολογικό υποκείμενο". Το Καρτεσιανό "ορθολογικό υποκείμενο" που σκέφτεται και παίρνει αποφάσεις για την επίτευξη στόχων με βάση τον ορθό λόγο σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας είναι εκείνο που σχηματίζει την κύρια συνιστώσα του μεθοδολογικού ατομισμού. Ο Downs ταυτίζει τη μεθοδολογική του βάση με αυτήν του ορθολογισμού της κλασικής οικονομικής ανάλυσης, η οποία διακρίνεται από δύο ξεχωριστά αλληλοσυνδεόμενα βήματα : «(α) την ανακάλυψη των στόχων τους οποίους επιδιώκει ο οικονομικός παράγοντας που παίρνει αποφάσεις και (β) την ανάλυση των μέσων με τα οποία είναι λογικότερο να επιδιώξει την επίτευξη των στόχων του, δηλ. ζητείται η ελάχιστη δυνατή εισροή από τους σπανίζοντες πόρους». Διευκρινίζοντας ακόμη παραπέρα την έννοια της οικονομικής ορθολογικότητας, σκιαγραφεί, κατά τη γνώμη μου, έναν «ιδεότυπο», με την Βεμπεριανή έννοια, του «ορθολογικού» ανθρώπου : «(1) Μπορεί πάντα να παίρνει μια απόφαση όταν αντιμετωπίζει μια σειρά εναλλακτικών δυνατοτήτων. (2) Ταξινομεί όλες τις εναλλακτικές δυνατότητες που έχει σύμφωνα με τις προτιμήσεις του, με τέτοιο τρόπο ώστε η μία είτε να είναι προτιμότερη από μία άλλη είτε να τον αφήνει αδιάφορο είτε να είναι κατώτερη σε προτίμηση από κάποια άλλη. (3) Η κατάταξη των προτιμήσεών του έχει τη μεταβατική του ιδιότητα. (4) Επιλέγει πάντα μεταξύ των εναλλακτικών δυνατοτήτων εκείνη που τοποθετείται ψηλότερα στην κλίμακα των προτιμήσεών του. Και (5) παίρνει πάντα την ίδια απόφαση κάθε φορά που αντιμετωπίζει τις ίδιες εναλλακτικές δυνατότητες» . Περαιτέρω διευκρινίσεις που παρέχονται από τον Downs μας δείχνουν ότι το υπόδειγμά του περιορίζει ακόμη περισσότερο τις έννοιες που εμπεριέχονται στα όρια του «ιδεοτύπου» του «ορθολογικού υποκειμένου» με το να μη λαμβάνει έξω-οικονομικούς παράγοντες στη μελέτη της ανθρώπινης ορθολογικής συμπεριφοράς. Έτσι, δεν λαμβάνεται υπόψη στη μελέτη του η έρευνα των ψυχολογικών παραγόντων που σχετίζονται με τον καθορισμό του σχηματισμού της βούλησης για ορθολογική λήψη απόφασης σε σχέση με τα μέσα. Γιατί αποκλείονται οι ψυχολογικοί παράγοντες και στενεύει η έννοια της ορθολογικότητας ; Ο Downs θεωρεί ότι το αντίστοιχο του εμπορεύματος-προϊόντος για το οποίο πρέπει να λάβει θέση είναι η κυβέρνηση, δηλαδή το κόμμα προς επιλογήν και προς ψήφιση για να σχηματιστεί αυτή ή η άλλη κυβέρνηση και στην επιλογή κυβέρνησης είναι προσανατολισμένη η ορθολογική συμπεριφορά και όχι για την ικανοποίηση οποιουδήποτε άλλου σκοπού. Για το λόγο ετούτο απορρίπτεται στο μοντέλο του Downs η οποιαδήποτε αναφορά σε πρωτογενείς κοινωνικές ομάδες όπως αυτή της οικογένειας στο βαθμό που η ορθολογικότητα προσδιορίζεται στο επίπεδο των "γενικών συνθηκών" και μόνο. Έτσι το ορθολογικό υποκείμενο μπορεί μέσα στην ορθολογικότητά του όπως προσδιορίστηκε να δράσει με γνώμονα την αρχή του μεγαλύτερου οφέλους και του μικρότερου κόστους. Δεν υπάρχουν όμως περιπτώσεις κατά τις οποίες θα αντιμετωπίσει προβλήματα το ίδιο το ορθολογικό υποκείμενο; Ο Downs και πάλι προσπαθεί να δημιουργήσει τις κατάλληλες μεθοδικές συνθήκες έτσι ώστε να εξασφαλίσει το ορθολογικό υποκείμενο από ανεπάρκειες και σφάλματα προσθέτοντας τα κατάλληλα κριτήρια για την επιλογή της καλύτερης εκ των περιπτώσεων. Ο ορθολογικός πολίτης του Downs είναι αυτός που μπορεί και τα σφάλματά του να αναγνωρίσει και να επιλέξει την πλέον κατάλληλη λύση που θα έχει το μικρότερο κόστος σχετικά με την αποκατάσταση της ζημιάς και συνεπώς θα αποκομίζει όφελος εκ νέου. Για την περίπτωση της συνεχούς επανάληψης τέτοιων λαθών ο Downs προτείνει να εξετάζονται πολύ προσεκτικά οι ποσότητες και το είδος των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες στον ορθολογικό άνθρωπο, ειδάλλως πρέπει να τίθεται ζήτημα πρόθεσης με συνέπεια να αμφισβητείται εν μέρει η ορθολογικότητά του. Επίσης δεν λαμβάνεται υπόψη η περίπτωση ο άνθρωπος να προβαίνει σε ορθολογικές σύμφωνα με την ψυχολογική του κατάσταση επιλογές, οι δε επιλογές του να μην είναι ορθολογικές σε σχέση με τα οφέλη και τα κόστη, άρα σύμφωνες με τον ορισμό της ορθολογικότητας του Downs, γιατί απλούστατα δεν λαμβάνεται υπόψη η ψυχολογία της πολιτικής συμπεριφοράς [2][23]. Τα πράγματα αλλάζουν στην περίπτωση που έχουμε έναν ορθολογικό άνθρωπο μέλος μιας μη ορθολογικής κοινωνίας. Ο Downs θέτει το πρόβλημα της προβλεψιμότητας της συμπεριφοράς του ανορθολογικού κοινωνικού συνόλου και ιδού η λύση που προτείνει: «για να αντιμετωπίσει μια φαινομενικά ανορθολογική συμπεριφορά, ένας ορθολογικός άνθρωπος οφείλει να προσπαθήσει να διακρίνει το υποκειμενικό πρότυπο της ορθολογικότητας».
 
            Αφού έχει προσδιορίσει την έννοια της ορθολογικότητας σύμφωνα με τις συγκεκριμένες μεθοδολογικές αντιλήψεις του, επιχειρεί ο Downs να θεμελιώσει τη δομή του υποδείγματός του. Για άλλη μια φορά καθίσταται φανερή η μεθοδολογική του αντίληψη στο βαθμό που εκλαμβάνει ως άτομα τόσο  την κυβέρνηση και τα κόμματα, όσο και τους ψηφοφόρους δίχως να σκιαγραφεί οποιαδήποτε άλλη κοινωνική σχέση ή δομή. Θεωρεί ότι ο μοναδικός στόχος της κυβέρνησης, δηλ. του κυβερνητικού κόμματος, και των κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι η κυβερνητική εξουσία & η διατήρησή της για την πρώτη, η κατάκτησή της για τα τελευταία. Το υπόδειγμα του Downs λαμβάνει υπόψη του την πραγματικότητα των κοινωνών του Δυτικού κόσμου και γι’ αυτό δεν εντάσσει σ’ αυτό τις περιπτώσεις να διεξάγονται έκτακτες εκλογές πριν από τις συνταγματικά ή εθιμικά καθιερωμένες προθεσμίες και της καταψήφισής της κυβέρνησης από την εκάστοτε περιστασιακή πλειοψηφία που σχηματίζεται στο πλαίσιο της νομοθετικής και ελεγκτικής δραστηριότητας του κοινοβουλίου. Ακόμη και οι περιορισμοί που θέτει στην κυβέρνηση είναι τέτοιοι που υποδηλώνουν για άλλη μια  φορά τη μεθοδολογική του αντίληψη : «Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να καταπατεί το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αν θέλει να είναι εγγυητής της πολιτικής ελευθερίας των πολιτών της, επειδή οι πολίτες πρέπει να μένουν ανεξάρτητοι από τον έλεγχό της» [3][25]. Η θέση του Downs στο σημείο αυτό θα μπορούσε να τύχει της υποστήριξης ενός ευρύτερου φάσματος μεθοδολογικών προσεγγίσεων στο βαθμό που αναφέρεται τόσο στην κλασική πολιτική οικονομία όσο και στη Μαρξική αντίληψη ως πρόβλημα διανομής των αποτελεσμάτων της εργασιακής παραγωγικής δραστηριότητας. Όμως κλείνει το μεθοδολογικό του κύκλο με την ένταξη σ’ αυτόν του περιορισμού της κυβερνητικής παρέμβασης συνολικά επί της ατομικής ιδιοκτησίας ακόμη και των μέσων παραγωγής : «Θα δεχτούμε ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να καταργήσει ούτε αυτό το είδος ατομικής ιδιοκτησίας ούτε και την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, αν θέλει να υπάρχει πολιτική ελευθερία. Επομένως η οικονομική δύναμη της κυβέρνησης έχει κάποια όρια». Η θέση αυτή που τίθεται σε υποσημείωση έρχεται σε τέλεια αντίθεση με τη θέση για την οικονομική δύναμη της κυβέρνησης που διατυπώνει στο κυρίως κείμενο : «Από οικονομική άποψη όμως δεν υπάρχουν περιορισμοί στην εξουσία της. Μπορεί να εθνικοποιήσει τα πάντα ή να αποδώσει ό,τι θέλει στους ιδιώτες ή, τέλος, να επιλέξει οποιοδήποτε σημείο θέλει ανάμεσα στα δύο αυτά όρια. Μπορεί να επιβάλει όποιους φόρους θέλει και να πραγματοποιήσει όποιες δημόσιες δαπάνες επιθυμεί. Ο μόνος περιορισμός που επιβάλλεται στην κυβέρνηση είναι η διατήρηση της πολιτικής ελευθερίας». Η αντίθεση είναι φανερή τόσο από άποψη μεθοδολογική όσο και από άποψη ουσιαστική. Από άποψη μεθοδολογική πρόκειται για αντίθεση γιατί συγχέει την πολιτική ελευθερία με την οικονομική ελευθερία, στο βαθμό που η πρώτη στα πλαίσια του υποδείγματος του ίδιου του Downs αφορά τόσο το σύνολο των πολιτών όσο και αυτούς που αγωνίζονται για την κυβερνητική εξουσία άρα δικαιούνται να έχουν όλα τα πολιτικά μέσα του υποδείγματος στη διάθεσή τους και η δεύτερη είναι ζήτημα πολιτικής θεωρίας και πρακτικής άρα αφορά τα προς επιλογήν πολιτικά προγράμματα κυβέρνησης και κομμάτων τα οποία τίθενται υπόψη των «ορθολογικών υποκειμένων», δηλ. των ψηφοφόρων. 
 
            Ο Downs θεωρεί ότι το υπόδειγμά του είναι πρωτότυπο γιατί οι ως τότε μελέτες για τη διακυβέρνηση αφορούσαν, κατ' αυτόν, μόνο επί μέρους πλευρές της και ήταν από μεθοδολογικής σκοπιάς κανονιστικές, ενώ τη δική του θεωρία τη χαρακτηρίζει κανονιστική-θετική, γιατί προσπαθεί να περιγράψει αυτό που θα γίνει στην περίπτωση που εκπληρώνονται κάποιες βασικές προϋποθέσεις και ισχύουν συγκεκριμένες συνθήκες και όχι τι θα έπρεπε να γίνει εν γένει [4][28]. Μέσα στα πλαίσια της λογικής του δεν χωρούν δύο διαφορετικές λογικές στις οποίες ο ίδιος ασκεί κριτική : η οργανισμική που θεωρεί ως ξεχωριστό πρόσωπο με δικές του ανάγκες το κράτος και η ατομικιστική, όπως την αποκαλεί, που δεν λαμβάνει υπόψη τις οποιεσδήποτε συμμαχίες τις οποίες συνάπτουν τα άτομα στην καθημερινή τους ζωή.

2) Τα κύρια σημεία της θεωρίας του Downs

 
            H εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας πολιτικής θεωρίας είναι η προσπάθεια για έναν όσο το δυνατόν περιεκτικότερο ορισμό του θεωρούμενου επιστημονικού αντικειμένου. Ο Downs αναφέρεται στον ορισμό των R. Dahl και C. Lindblom τη γενική σύνοψη του οποίου και παραθέτει : «οι κυβερνήσεις είναι οργανισμοί που έχουν ικανοποιητικό μονοπωλιακό έλεγχο για να επιβάλουν μια πειθαρχημένη διευθέτηση των διαφωνιών με τους άλλους οργανισμούς στο πεδίο της δραστηριότητάς τους(...) όποιος ελέγχει την κυβέρνηση έχει συνήθως και τον "τελευταίο λόγο" για το ζήτημα αυτό. Όποιος ελέγχει την κυβέρνηση μπορεί να επιβάλει αποφάσεις πάνω στους άλλους οργανισμούς στο πεδίο δραστηριότητας της κυβέρνησης». Ο Downs τονίζει επίσης ότι δεν τον ενδιαφέρει το διφορούμενο του παραπάνω ορισμού αλλά το γεγονός πως «κατορθώνει να διαφοροποιήσει την κυβέρνηση από τους άλλους κοινωνικούς φορείς χωρίς να περιγράψει ακριβώς τις εξουσίες της» [5][31]. Η κυβέρνηση στον ορισμό αυτό θεωρείται ως άτομο με "πραγματικά ευρύτατες εξουσίες", δηλαδή μονοπωλιακές. Παραπέμπει ουσιαστικά στο Max Weber που θεωρείται ως ο χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπος της ιντιβιντουαλιστικής (ατομιστικής) μεθοδολογίας και αντιλαμβάνεται το κράτος και την κυβέρνηση ως το φορέα εκείνο που κατέχει το μονοπώλιο της βίας στα όρια μιας επικράτειας [6][32]. Τι κάνει η κυβέρνηση ; Ποιος ο ρόλος της στην κατανομή της εργασίας ; Δεν προσδιορίζονται οι όποιες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά από κανονιστικές θεωρίες, γι' αυτό ο Downs περιορίζεται στο να αφήνει περιθώρια στην κυβέρνηση να "κάνει ό,τι θέλει" εντός συνταγματικών πλαισίων. Τονίζει όμως δυο βασικές πλευρές της που την εξειδικεύουν και την ξεχωρίζουν από άλλους αποκεντρωμένους φορείς εξουσίας : «(1) η   κυβέρνηση είναι ένας ιδιαίτερος και μοναδικός κοινωνικός φορέας και (2) έχει ένα συγκεκριμένο έργο στον καταμερισμό της εργασίας». Σύμφωνα με την παράθεση των βασικών χαρακτηριστικών του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος όπως το περιγράφει ο Downs συνάγεται ότι αυτός που είναι ο κύριος σκοπός της γενικής ψηφοφορίας είναι η επιλογή κυβέρνησης. Γι’ αυτό το κριτήριο της ορθολογικότητας της επιλογής ενός ψηφοφόρου είναι αν έχει καταφέρει να παίξει αποτελεσματικά αυτό το ρόλο που το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα του αναθέτει. Προϋπόθεση, σύμφωνα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά ο ψηφοφόρος πρέπει να είναι πνευματικά υγιής . Την ένταξή τους στον κρατικό μηχανισμό φέρονται να διεκδικούν με νόμιμο τρόπο κόμματα και συνασπισμοί κομμάτων μέσα από το εκλογικό σύστημα. Ουσιαστικά διεκδικούν την εξουσία χάριν της εξουσίας. Τι είναι το κόμμα ; Είναι κι αυτό στην ουσία ένας συνασπισμός ατόμων που μέσα από εσωτερικές διαδικασίες επιλέγουν άτομα που θα αποτελέσουν την ηγεσία του  η οποία θα διεκδικήσει την εκλογή της στον κρατικό μηχανισμό μέσα από τις γενικές και τοπικές εκλογές για λογαριασμό των μελών της. Όμως οι αποφάσεις του κόμματος μπορεί να αμφισβητούνται από κάποια μέλη, επομένως οι αποφάσεις δεν είναι και τόσο απόλυτες παρά συμβιβαστικές των εσωτερικών διαφορετικών απόψεων και κυρίως λαμβάνονται στα πλαίσια της ηγετικής ομάδας, άρα διεξάγεται και εσωτερικός πολιτικός αγώνας για την εσωτερική κομματική εξουσία. Το ξεπέρασμα των αντιφάσεων που προαναφέρθηκαν ξεπερνιέται με τη θεώρηση του κόμματος ως ενιαίου πολιτικού προσώπου, άρα ατόμου που ανταγωνίζεται με άλλα κόμματα-άτομα για την εξουσία. Στην αφαιρετική από την πραγματικότητα μεθοδολογική διαδικασία που ακολουθεί o Downs προστίθενται και άλλες τρεις αφαιρέσεις ή επιφυλάξεις : της κρατικής γραφειοκρατίας που είναι μικρή σε μέγεθος και αποτελείται μόνο από μέλη του κυβερνητικού κόμματος, της εσωκομματικής πάλης που σημαίνει σχετικοποίηση του ιδεοτυπικού χαρακτήρα του κόμματος ως ενιαίου προσώπου και, τέλος, της "μοναδικής αρμοδιότητας" των κομμάτων, των μεμονωμένων πολιτών και των ομάδων συμφερόντων να λαμβάνουν αποφάσεις. Αξίωμα που διέπει την απάντηση στο ερώτημα για το ποιος παίρνει τις αποφάσεις : είναι το αξίωμα του προσωπικού συμφέροντος όπως διατυπώθηκε από τον John Calhoun του ορθολογικού και ατομιστή ανθρώπου.
 
            Τα κόμματα-επιχειρηματίες λοιπόν ενδιαφέρονται απλώς και μόνο για την κατάκτηση της εξουσίας και γι' αυτό το λόγο προτείνουν μια δέσμη προγραμμάτων στους ψηφοφόρους-καταναλωτές που επιδιώκουν να επιλέξουν εκείνο το κόμμα που θα τους ικανοποιήσει αυτά που οι ίδιοι θεωρούν ανάγκες τους. Οι υποθέσεις του Downs αφορούν ιδιαίτερα τα δικομματικά μοντέλα αλλά και τα πολυκομματικά σε ένα βαθμό. Προϋπόθεση και για τις δύο περιπτώσεις και ιδιαίτερα για την πρώτη είναι ότι τα κόμματα είναι άριστα πληροφορημένα για τις προθέσεις των ψηφοφόρων και ότι οι ψηφοφόροι από την πλευρά τους είναι άριστα πληροφορημένοι για δύο ζητήματα : πρώτον για την πολιτική που εφάρμοσε στο πρόσφατο παρελθόν το κυβερνητικό κόμμα και την πολιτική που εφαρμόζει στην τρέχουσα φάση και δεύτερον για την προοπτική των αντιπολιτευομένων κομμάτων και των προτάσεων του προγράμματός τους στην περίπτωσης ανάδειξής τους στην κυβέρνηση. Στα πλαίσια αυτά η υπόθεση του συγγραφέα είναι ότι αν η κυβέρνηση υποχρεωθεί εκ των πραγμάτων να πάρει θέση σε κάθε θέμα προλαβαίνοντας την έκφραση θέσης της αντιπολίτευσης κινδυνεύει να ηττηθεί στις εκλογές που έρχονται. O στόχος του κυβερνώντος κόμματος θα πρέπει να είναι, κατά το συγγραφέα, να λάβει θέση στα ζητήματα αυτά που αγγίζουν την πλειοψηφία των ψηφοφόρων και μάλιστα να συμφωνεί μαζί τους ως προς το "δια ταύτα", δηλαδή την δέουσα λύση στο πρόβλημα [7][37]. Επίσης δεν είναι σίγουρο το κατά πόσον είναι προς το συμφέρον του κυβερνώντος κόμματος απλώς και μόνο το να συμπαραταχτεί με την πλειοψηφία του σώματος των ψηφοφόρων. Εάν το κυρίαρχο κόμμα της αντιπολίτευσης ή συνασπισμός κομμάτων μπορέσει να συσπειρώσει τις διάφορες μειονότητες που από μόνες τους μειοψηφούν στο θέμα των διαφορετικών προτάσεων επίλυσης προβλημάτων και δημιουργήσει ένα ρεύμα "ουράνιου τόξου" τότε αυξάνουν οι πιθανότητες να υπερκεράσει την ομοιογενή πλειοψηφία του κυβερνώντος κόμματος [8][38] . Αυτό σημαίνει ότι πρέπει τα θέματα που θέτει στον εκλογικό ανταγωνισμό ένα μεγάλο τμήμα των μειονοτήτων να είναι πιο σημαντικό από αυτά στα οποία συμφωνεί η πλειοψηφία και να θεωρείται τέτοιο ακόμη και από τμήμα της πλειοψηφίας.
 
            O Downs ενδιαφέρεται να δείξει πώς συμπεριφέρονται και πώς θα έπρεπε να συμπεριφέρονται οι ψηφοφόροι και τα κόμματα σε συνθήκες αβεβαιότητας, πώς δηλαδή , με άλλα λόγια, το ορθολογικό υποκείμενο στην αβέβαιη εκλογική αγορά θα μπορέσει να επιβεβαιώσει την ιδιότητά του αυτή ως ορθολογικού υποκειμένου. Την ένταση της αβεβαιότητας εκφράζει ο δείκτης του βαθμού ή επιπέδου εμπιστοσύνης του υποκειμένου που παίρνει την απόφαση στην ίδια την ικανότητά του να παίρνει σωστές αποφάσεις [9][40]. Προϋπόθεση που θέτει ο συγγραφέας για τη λήψη της απόφασης με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνης είναι το υποκείμενο να είναι λογικό, να γνωρίζει τις συναρτήσεις και να έχει στη διάθεσή του τις πληροφορίες, ήτοι να συγκεντρώνει στο πρόσωπό του : τη δεξιότητα των διαδικασιών της λογικής σκέψης και των αρχών της αιτιώδους ανάλυσης, τη γνώση των βασικών παραγόντων-μεταβλητών που σχετίζονται με κάποιο πεδίο δραστηριοτήτων και των δεδομένων εκείνων που αφορούν τις τρέχουσες εξελίξεις και επηρεάζουν τις μεταβλητές που αποτελούν αντικείμενο της συναρτησιακής γνώσης.
 
            Οι τύποι της αβεβαιότητας που συναντώνται από τα υποκείμενα του υποδείγματος του Downs έχουν να κάνουν από τη μια με την άγνοια των ψηφοφόρων πολλές φορές των πράξεων, των τρεχουσών και των μελλοντικών, των κυβερνήσεων και συχνά με την επίπτωση των ενεργειών τους στο εισόδημά τους (εισόδημα με  μια ευρεία έννοια) και από την άλλη με την άγνοια των κυβερνητικών κομμάτων των επιπτώσεων των ενεργειών τους σε πολλές ομάδες ψηφοφόρων και στα εισοδήματά τους και το πώς σκέφτονται να αντιδράσουν στην περίπτωση θετικής ή αρνητικής επίδρασης όταν έρθει η ώρα των εκλογών καθώς και των κινήσεων των πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης.
 
            Το επόμενο ερώτημα που απασχολεί το συγγραφέα είναι το πώς η αβεβαιότητα επηρεάζει τις κυβερνητικές αποφάσεις. Οι εκτιμήσεις του είναι οι ακόλουθες : Πρώτον, ότι πολιτική ηγεσία μπορεί να υπάρξει μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που επικρατεί η αβεβαιότητα ' δεύτερον, ότι κάποια κυβέρνηση που διαπιστώνει δυσκολία στην καταγραφή των απόψεων των ψηφοφόρων οδηγείται, αν εμφορείται από δημοκρατικές αρχές και θέλει να τις κάνει πράξη, σε αποκέντρωση της εξουσία ανεξάρτητα από το βαθμό που της το επιτρέπει το σύνταγμα ' τρίτον, ότι είναι ανορθολογική η σκέψη μιας κυβέρνησης αν πιστεύει ότι πρέπει να αντιμετωπίζονται οι ψηφοφόροι ως πολιτικά ίσοι στο βαθμό που κυριαρχεί η αβεβαιότητα και τέταρτον, ότι πρέπει να γνωρίζει πώς να διακρίνει τους ψηφοφόρους σε πολιτικά ενεργούς αγκιτάτορες, σε πολιτικά αδιάφορους, παθητικούς, συγχυσμένους και, κυρίως, να μπορεί να αντιληφθεί πότε ένας ψηφοφόρος είναι εν δυνάμει αμφισβητίας του κατεστημένου πολιτικού κινήματος συνολικά και, συνεπώς, να γνωρίζει τις προθέσεις του σε σχέση με τις τελικές του επιλογές (ρήξη ή επιλογή του μη χείρονος ως βέλτιστου). Σημαντικό ρόλο στη λήψη της απόφασης επιλογής κόμματος προς ψήφιση διαδραματίζουν τα κατώφλια αντιληπτικότητας ή κατώφλι της διαφοράς κομμάτων . Αφορά κυρίως τις περιπτώσεις εκείνες των ψηφοφόρων που μόνο με μια μεγάλη μεταβολή συνθηκών αποφασίζουν να επανεξετάσουν ή/ και να μεταβάλουν την ως τώρα κομματική τους προτίμηση. Αφορά επίσης και εκείνους τους ψηφοφόρους που είναι παθητικοί ή αμήχανοι είτε λόγω του όγκου των πληροφοριών που διαθέτουν και πείθονται για την αλλαγή της στάσης τους είτε, παρ’ όλ’ αυτά, δεν έχουν την απαιτούμενη βεβαιότητα για την επιλογή τους.
 
            Ο ρόλος της ηγεσίας είναι καθοριστικός σε έναν αβέβαιο κόσμο. Ηγεσία είναι, κατά το συγγραφέα, «η ικανότητα να επηρεάζουμε τους ψηφοφόρους να υιοθετούν ορισμένες απόψεις και να τις δέχονται σαν θέσεις που εκφράζουν τη δική τους θέληση». Γιατί οι ηγέτες καθοδηγούν τα πλήθ
Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0