του Θανάση Τσακίρη
Το 1968 γεννήθηκε ένα νέο φεμινιστικό κίνημα κόντρα στην κυρίαρχη κουλτούρα και πρακτική που επικρατούσε τόσο στα παλιά όσο και στα νέα αριστερά και αριστερίστικα κινήματα που άνθισαν το έτος αυτό.[1] Οι γυναίκες συνειδητοποιούσαν ότι στη διάρκεια των κινητοποιήσεων αντιμετωπίζονταν ως υποτελείς παρά το γεγονός ότι μάχονταν δίπλα και ισότιμα με τους άνδρες συντρόφους στα οδοφράγματα: “Les hommes discourent les femmes nettoient” («Οι άνδρες συζητούν, οι γυναίκες καθαρίζουν».) Έτσι, τόσο διαισθητικά όσο και έχοντας διαβάσει τις σχετικές πραγματείες των φεμινιστριών του πρώτου κύματος και, κυρίως, το «Δεύτερο Φύλο»[2] της φεμινίστριας φιλοσόφου Σιμόν ντε Μπωβουάρ («καμία δεν γεννιέται γυναίκα αλλά γίνεται»), οι γαλλίδες φεμινίστριες αποφάσισαν να οργανωθούν ξεχωριστά από τους άνδρες σε δικές τους ομάδες και κινήσεις μόνο για γυναίκες. Σκοπός ήταν η ανάδειξη των πολιτισμικών και κοινωνικών παραγόντων που καθήλωναν ιστορικά τις γυναίκες σε υποτελείς ρόλους (μητέρα, σύζυγος, κόρη, ερωμένη…). Το Κίνημα για την Απελευθέρωση των Γυναικών (MLF) επέμενε ότι οι προσωπικοί αγώνες των γυναικών δεν πηγάζουν από ατομικά αλλά από κοινωνικά προβλήματα («Το προσωπικό είναι Πολιτικό») και ενθάρρυνε τη συγκρότηση κινηματικών ομάδων βάσης για την αφύπνιση συνειδήσεων. [3]
Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού η Betty Friedman με το έργο της The Feminist Mystique ενέπνευσε ένα μαχητικό φιλελεύθερο φεμινιστικό κίνημα που προσέλκυσε εκτός από τις φοιτήτριες της αμερικανικής νέας αριστεράς και ένα μεγάλο αριθμό γυναικών από τα εκτεταμένα μικροαστικά προάστια των μεγαλουπόλεων για να διεκδικήσουν το δικαίωμα στην εργασία και την ισότιμη εξέλιξη με τους άνδρες στους χώρους εργασίας. «Αν έχω δίκιο, το πρόβλημα, που δεν έχει όνομα και διεγείρει τα μυαλά τόσο πολλών Αμερικανίδων σήμερα, δεν είναι ζήτημα απώλειας της θηλυκότητας ή υπερβολικής εκπαίδευσης ή οι απαιτήσεις του οικογενειακού βίου, αλλά είναι πολύ πιο σημαντικό απ’ όσο αναγνωρίζει κανείς. Είναι το κλειδί για όλα αυτά τα νέα και τα παλιά προβλήματα που από καιρό βασανίζουν τις γυναίκες, τους συζύγους και τα παιδιά τους και σπαζοκεφαλιάζουν τους γιατρούς και τους εκπαιδευτικούς τους. Μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει το κλειδί του μέλλοντός μας ως έθνος και ως πολιτισμό. Δεν μπορούμε πια να αγνοούμε αυτή την εσωτερική φωνή των γυναικών που λέει: “Θέλω κάτι περισσότερο από το σύζυγό μου, τα παιδιά μου και το σπιτικό μου.”» [4]
Το «δεύτερο κύμα» έρχεται να στρέψει τα πυρά της κριτικής του στην διαμορφωμένη κοινωνική και πολιτική κατάσταση του κράτους πρόνοιας που ενώ παραχώρησε μετά από αγώνες το δικαίωμα της ψήφου εν τούτοις, στην ουσία του, παραμένει πατριαρχικό. Με το «πρώτο κύμα» μοιράζεται το ίδιο πάθος του αγώνα για την εξασφάλιση και θεσμική κατοχύρωση των ίσων νομικών, εκπαιδευτικών και οικονομικών δικαιωμάτων για τις γυναίκες. Η θεσμοποίηση της αναπαραγωγής χρησιμοποιείται από την πατριαρχία με στόχο τον περιορισμό των ευκαιριών για τις γυναίκες να εισέλθουν στη σφαίρα της παραγωγής με αξιώσεις και στην καλύτερη περίπτωση να αποδεχθούν να εργασθούν σε part-time κακοπληρωμένες εργασίες. Η ανάλυση της αναπαραγωγικής εξουσίας και των αντίστοιχων τεχνολογιών της είναι για τις φεμινίστριες του «δεύτερου κύματος» κρίσιμα ζητήματα που απαιτούν θεωρητική επιστημονική διερεύνηση. Το δικαίωμα της αναπαραγωγής έγινε έτσι κεντρικό θέμα αντιπαράθεσης με την πατριαρχική λογική και ιδεολογία και αυτό φαίνεται καθαρά στο ερώτημα που έθεσε η Mary O’ Brien για το σημείο από το οποίο αρχίζει η φεμινιστική θεωρία και στην απάντηση που έδωσε η ίδια : «Απαντώ πως βρίσκεται μέσα στη διαδικασία της αναπαραγωγής των γυναικών. Η πάλη για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα συνεπάγεται αγώνα ενάντια στη σεξουαλική και στην οικιακή βία, και έχει βαθύτατους αντίκτυπους στην φυλετική ταυτότητα».[5] Στα πλαίσια αυτά αναπτύχθηκαν καμπάνιες με κεντρικά θέματα το δικαίωμα στην άμβλωση , τη δημιουργία κέντρων για την περίθαλψη κακοποιημένων γυναικών και για το «φωτισμό της νύχτας». Επίσης επαναπροσδιορίστηκαν οι σχέσεις του φύλου, της φυλής και της τάξης και τέθηκε επί τάπητος το ζήτημα των πολλαπλών ταυτοτήτων που προσδιορίζουν τις γυναίκες , όπως και όλους τους πολίτες , ως κρίσιμο για τη στρατηγική των φεμινιστικών κινημάτων όπως θα δούμε στη συνέχεια. Τέλος ζήτημα της ασφαλούς περιβαλλοντικής αναπαραγωγής και αναδεικνύεται το αίτημα μέσα από καμπάνιες ειρήνης για μεγάλες αλλαγές στην αναπαραγωγή . Το «δεύτερο κύμα» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πλέον ως το «κίνημα για την απελευθέρωση των γυναικών» από την πατριαρχία.
Οι προϋποθέσεις που έθεσε ο φιλελεύθερος φεμινισμός αλλά και οι ριζοσπαστικές κριτικές του για την ουσιαστικοποίηση της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη είναι ακόμη ανεκπλήρωτες και αυτό γίνεται έκδηλα φανερό με την αυξανόμενη βία σε βάρος των γυναικών εντός και εκτός οικίας όσο και σε ειρηνικές και μη περιόδους . Η διαμάχη μεταξύ των φεμινιστριών της ισότητας και των φεμινιστριών της διαφοράς θα επανέλθει στο προσκήνιο με νέα πιο καθαρή μορφή, τόσο θεωρητική όσο και πρακτική πολιτική. [6]
Πού παίζει, όμως, ο μαρξισμός σε σχέση με το φεμινιστικό κίνημα, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 1968; Η τάση του σοσιαλιστικού / μαρξιστικού φεμινισμού προσπαθεί να ισορροπήσει ενσωματώνοντας στοιχεία και από τις δυο πλευρές της διαχωριστικής γραμμής. H πιο παραγωγική συζήτηση εμφανίζεται στο χώρο της Βρετανικής αριστεράς ανάμεσα στις φεμινίστριες που δέχτηκαν ως πλαίσιο το Μαρξισμό λόγω της ιδιαίτερης μακρόχρονης σοσιαλιστικής παράδοσης της χώρας. Οι βασικές συμβολές στη σοσιαλιστική / μαρξιστική φεμινιστική σκέψη προήλθαν από τα έργα της Juliet Mitchell που θεώρησε ότι η γυναικεία υποταγή είναι αποτέλεσμα ιστορικών αλλαγών στην παραγωγή και ιδιαίτερα σε τέσσερις δομές : αναπαραγωγή, παραγωγή, παιδική κοινωνικοποίηση και σεξουαλικότητα. Επίσης η Μitchell συμβάλει στο να ξεκαθαριστεί ότι επειδή αυτές οι δομές συμπυκνώνονται στο χώρο της οικογένειας τότε η γυναικεία απελευθέρωση δεν είναι συνεπαγόμενο αποτέλεσμα της ανατροπής του καπιταλισμού ανοίγοντας το δρόμο για την υιοθέτηση της άποψης για την αυτονομία του φεμινιστικού κινήματος το οποίο στοχεύει στην ανατροπή και μετασχηματισμό των δομών που αναφέρθηκαν. Ο μετασχηματισμός δεν αφορά μόνο τις υλικές αλλά και την ψυχική δομή.[7] Η Sheila Rowbotham άσκησε μεγάλη επίδραση στη σοσιαλιστική / μαρξιστική φεμινιστική σκέψη με τη θέση της ότι μόνο οι εργάτριες είναι εκείνες που μπορούν να τεθούν στην πρωτοπορία του φεμινισμού στο βαθμό που είναι εκείνες που βιώνουν τη διπλή καταπίεση του φυλετικού καταμερισμού εργασίας τόσο στο χώρο εργασίας όσο και στο χώρο του σπιτιού και της οικογένειας. Σημαντική ήταν η θέση της Rowbotham για την άποψη περί πατριαρχίας ως όρου που δεν καταφέρνει να δείξει ποιες είναι μέσα σε διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα οι σχέσεις των γυναικών με την παραγωγή.[8] Η Heidi Hartmann, από την άλλη μεριά του Ατλαντικού Ωκεανού, μιλά για τον ατυχή γάμο μαρξισμού και φεμινισμού και θεωρεί ότι η κριτική τόσο της πατριαρχίας όσο και του καπιταλισμού είναι αναγκαία γιατί είναι διακριτά συστήματα εξουσίας αλλά ταυτόχρονα αλληλοδιαπλεκόμενες μορφές υποταγής και καταπίεσης των γυναικών.[9] Γίνεται έτσι κατανοητό ότι στο βαθμό που ο σοσιαλιστικός / μαρξιστικός φεμινισμός διευρύνει ως τα έσχατα όριά τους τις κλασικές μαρξιστικές έννοιες καταφέρνει ως ένα σημείο να ξεπεράσει το δυαδικό δίπολο ισότητας και διαφοράς.
Το πρόβλημα είναι πώς η θεωρία γίνεται πράξη; Η ιστορία, ή καλύτερα οι ιστορίες, των σοσιαλιστικών, κομμουνιστικών και αριστερίστικων κομμάτων, οργανώσεων και ομάδων, το ίδιο το 1968, δείχνει πως μπορούν στα λόγια να υιοθετήσουν και την πιο μαξιμαλιστική φεμινιστική γραμμή στην πράξη όμως να υπερισχύει η παραδοσιακή αντίληψη για το ρόλο των γυναικών και ο αγώνας των φεμινιστριών να γίνεται διπλός.
[1] Claire Duchen (1994) Women's Rights and Women's Lives in France, 1944-1968. London, UK: Routledge.
[2] Simone de Beauvoir (1949) La sexe deuxième. Paris : Gallimard (ελλ. εκδ. Σιμόν ντε Μπωβουάρ (1979) Το δεύτερο φύλο. Αθήνα: εκδ. Γλάρος)
[3]Περισσότερα στοιχεία σε: Kathryn McPherson (2000) “First-Wave/Second-Wave Feminism” στο Lorraine Code (ed.) Encyclopedia of Feminist Theories. London, UK: Routledge, σελ. 208-210, καθώς και σε Marlene Le Gates (1996) Making Waves: A History of Feminism in Western Society . Toronto: Copp Clark Ltdκαι Kumari Jayawardena (ed) Feminism and Nationalism in the Third World. New Delhi, Kali, and London, UK: Zed Books.
[4] Betty Friedan (1963) The Feminist Mystique. New York, NY: Dell Publishing, (http://www.h-net.org/~hst203/documents/friedan1.html)
[5] Mary O’ Brian (1981) The Politics of Reproduction. London, UK: Routledge and Kegan Paul.
[6] Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η βασική διαχωριστική γραμμή που συνεχώς μετατίθεται οριζοντίως, καθέτως αλλά και σε πολλά ταυτόχρονα πεδία είναι αυτή ανάμεσα σε ισότητα και διαφορά. Οι διάφορές ονομασίες με τις οποίες εμφανίζονται τα δυο επίπεδα τα οποία αφήνει πίσω της η διαχωριστική γραμμή σχετίζονται με τα διαφορετικά κριτήρια που κάθε φορά χρησιμοποιούνται.
[7] Juliet Mitchell (1966) “Women: The Longest Revolution”. New Left Review. No.40, November-December, σελ. 11-37 και Juliet Mitchell (1974) Psychoanalysis and Feminism. London, UK: Allen Lane and Penguin Books.[8] Sheila Rowbotham (1969)Women’s Liberation and the New Politics Nottongham, UK: Spokesman και Sheila Rowbotham (2000) Promise of a Dream: Remembering the Sixties. London, UK: Allen Lane and Penguin Books.
[9] Heidi Hartmann (1979) “The Unhappy Marriage of Marxism and Feminism: Towards a More Progressive Union” στο Lydia Sergeant (ed) Women and Revolution: A Discussion of the Unhappy Marriage of Marxism and Feminism. London, Pluto Press.