Ο ΜΑΗΣ 68, Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Ο ΜΑΗΣ 68, Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

του Θανάση Τσακίρη
Το οικολογικό κίνημα ξεπήδησε μέσα από το γενικότερο κοινωνικό κίνημα της αμφισβήτησης που στη δεκαετία του 1960 έκανε ορμητική την εμφάνισή του σαρώνοντας στο πέρασμά του παλιές και καταπιεστικές αντιλήψεις και συντηρητικούς θεσμούς τη ς κοινωνίας. Ως κοινωνικό κίνημα λαμβάνει υπόψη του τη θεσμική δομή και την ιδεολογία του κράτους, το βαθμό συγκεντρωτισμού ή αποκέντρωσης των λειτουργιών του, τις δυνατότητες που προσφέρει στους πολίτες για συμμετοχή στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων και στην εφαρμογή τους. Με άλλα λόγια, κάθε κοινωνικό κίνημα λαμβάνει υπόψη τη «δομή των πολιτικών ευκαιριών», δηλαδή όλες τις σταθερές, επίσημες και άτυπες διαστάσεις του πολιτικού περιβάλλοντος που παρέχουν κίνητρα συλλογικής δράσης επηρεάζοντας τις προσδοκίες των ανθρώπων σχετικά με την επιτυχία ή την αποτυχία.
 
Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα διατυπώθηκαν δημόσια οι ανησυχίες για την καταστροφή του περιβάλλοντος. Διάφορα κινήματα για τη διατήρηση δασών και άλλων φυσικών πόρων αγωνίστηκαν για να πετύχουν την υιοθέτηση φιλοπεριβαλλοντικών πολιτικών από τις κυβερνήσεις. Άλλα κινήματα συγκροτήθηκαν για να προωθήσουν την ιδέα της «επιστροφής στις ρίζες και στη φύση» και συχνά στρέφονταν σε συντηρητικές ή αντιδραστικές πολιτικές αντιλήψεις. Όμως, στη δεκαετία του 1960 αρχίζει να γίνεται συνείδηση ότι η απρόσκοπτη καπιταλιστική βιομηχανική ανάπτυξη προκαλεί, ίσως οριστικά και ανεπανόρθωτα, σημαντικές ζημιές στο φυσικό περιβάλλον της γης. Στις ΗΠΑ προκάλεσε σοκ η δημοσίευση της εργασίας Σιωπηλή Άνοιξη της Rachel Carson. Πιο πριν ο Murray Bookchin, έγραψε την πρώτη πραγματεία περί «πολιτικής οικολογίας». Πολλοί θετικοί επιστήμονες προβληματίζονταν με την επίπτωση των βιομηχανικών μονάδων παραγωγής στους πόρους του πλανήτη, την αύξηση του πληθυσμού της γης και την ικανότητά της να τρέφει τον πλεονάζοντα πληθυσμό. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 μια σειρά από εκδόσεις και επιστημονικά άρθρα σε επιθεωρήσεις και περιοδικά αρχίζουν να «ανοίγουν τα μάτια» ολοένα και περισσότερων ανθρώπων. Τα ΜΜΕ της εποχής «μυρίστηκαν» την ένταξη στις δημόσιες αντιπαραθέσεις μιας νέας θεματολογίας και ενός νέου κοινού που ξεχώριζε από τις παλιότερες γενιές, Έτσι έστρεψαν τους φακούς του στην ανάλυση του νέου φαινομένου, που άκουγε στο όνομα «περιβαλλοντικό κίνημα». Το 1972 η έκθεση της Λέσχης της Ρώμης, με τίτλο Τα όρια της ανάπτυξης, τόνιζε ότι «η απεριόριστη ανάπτυξη σ’ ένα πεπερασμένο σύστημα είναι μια απραγματοποίητη φαντασίωση». Επιπλέον, το ίδιο έτος, το περιοδικό Ecologist με το άρθρο «Προσχέδιο για την Επιβίωση» πρότεινε «μια στρατηγική για την αλλαγή και υπογράμμιζε ότι οι αποκεντρωμένες κοινωνικές δομές ταιριάζουν σε μια (αυτό)διατηρούμενη κοινωνία».
 
Η εξέγερση του Μάη του 1968 αλλά και το γενικότερο κίνημα αμφισβήτησης έδωσε νέα ώθηση στο ζήτημα του περιβάλλοντος και της συγκρότησης ριζοσπαστικού οικολογικού κινήματος. Έτσι η δημιουργία και δράση των νέων οικολογικών κινημάτων είναι το νέο δεδομένο μετά το 1968. Παρ’ όλο που αυτό το ζήτημα δεν εγγραφόταν στα συνθήματα του Παρισιού, η ανάπτυξη μιας σειράς κινητοποιήσεων ανέδειξε την ανάγκη αυτής της πολιτικής, με πρώτο θέμα την αντίσταση στην οικοδόμηση πυρηνικών εργοστασίων και την κατασκευή πυρηνικών όπλων που συνέδεε το οικολογικό κίνημα με το ειρηνιστικό. Οικολογικές ομάδες, εναλλακτικές ομάδες πρωτοβουλίας πολιτών, που δημιουργούνταν από παλιότερα μέλη των οργανώσεων της αριστεράς ή των κοινοβίων των χίπικων κοινοτήτων και αντιπάλευαν τόσο τον καπιταλισμό όσο και το γραφειοκρατισμό των κομμουνιστικών κομμάτων σε Δύση και Ανατολή. Έτσι οικοδομήθηκε ένα κίνημα που είχε ως κύριες αρχές του την άμεση συμμετοχική δημοκρατία και την καθολική ισότητα. Συγκροτήθηκε ένας εναλλακτικός κοινωνικός περίγυρος που περιλάμβανε οικολογικές κινήσεις, φεμινιστικές οργανώσεις, αναρχο-αυτόνομες ομάδες και τάσεις ελευθεριακών σοσιαλιστών. Ο περίγυρος αυτός αποσκοπούσε στη δημιουργία κοινοτήτων στο πλαίσιο των οποίων θα οργανωνόταν η ζωή με αντιαυταρχικό τρόπο λειτουργίας, θα κατορθωνόταν η ολοκλήρωση της προσωπικής ζωής στη βάση της αναγνώρισης ότι «το πολιτικό είναι προσωπικό». Αυτή η συμβίωση της εναλλακτικής κουλτούρας με την κληρονομιά της «Νέας Αριστεράς» θα περιθωριοποιούσε την παλιά –συχνά αυταρχικού χαρακτήρα- περιβαλλοντιστική αντίληψη. Στη Γαλλία, πρωταγωνιστές των γεγονότων του Μάη πρωταγωνίστησαν και στη συγκρότηση τέτοιων ομάδων και κινημάτων. Μάλιστα, ο αγρονόμος Ρενέ Ντιμόν διεκδίκησε την εκλογή του στο αξίωμα του Προέδρου της χώρας το 1974. Στην Δυτική Γερμανία, η βίαιη σύγκρουση μεταξύ της Εξωκοινοβουλευτικής Αντιπολίτευσης που εξέφραζε την μαχητική αριστερή νεολαία των πανεπιστημίων (και της νεολαίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος) και της κυβέρνησης του Μεγάλου Συνασπισμού των δύο μεγάλων κομμάτων της Σοσιαλδημοκρατίας και της Χριστιανοδημοκρατίας καθόριζε σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις και την τροπή που θα έπαιρναν οι κινητοποιήσεις. Η δολοφονική απόπειρα εναντίον του ηγέτη των ριζοσπαστών φοιτητών Ρούντι Ντούτσκε και η βίαιη δολοφονία από αστυνομικό του φοιτητή Μπένο Όνεζοργκ σε διαδήλωση κατά του Σάχη του Ιράν είχαν ως αποτέλεσμα την άμεση ριζοσπαστικοποίηση της αριστερής πτέρυγας των Σοσιαλδημοκρατών φοιτητών και τη δημιουργία του κινήματος της 2 Ιούνη. Όμως, ένα τμήμα του κινήματος εξωθήθηκε στην ένοπλη πάλη κατά του συστήματος και των εκπροσώπων του μέσω μικρών ομάδων τύπου RAF ενώ οι διάφορες ομάδες που αποτελούσαν την πλειοψηφία του κινήματος ακολουθούσαν ποικίλες στρατηγικές χωρίς να καταφεύγουν στην ατομική βία. Η γερμανική «ιδιαιτερότητα» του ναζισμού και της καταστροφής της χώρας στο Β΄ Π.Π. συνέβαλε στην ιδιαίτερη ένταση που πήρε η σύγκρουση. Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της χώρας είχαν σκοπό την άνευ προηγουμένη οικονομική ανάπτυξη και ευημερία της βιομηχανικής Γερμανίας που μπορεί να απέφερε καλά εργατικά εισοδήματα και ισχυρό κοινωνικό κράτος αλλά είχε βαρύ τίμημα. Η μόλυνση του περιβάλλοντος, η ρύπανση ποταμών και λιμνών από τα βιομηχανικά απόβλητα, η κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής και κυκλοφορίας των πάσης φύσεως Ι.Χ. και οχημάτων και, τέλος, η σχεδιαζόμενη δημιουργία δεκάδων πυρηνικών εργοστασίων μαζί με την εγκατάσταση στο έδαφος της χώρας νέων γενεών πυρηνικών πυραυλικών συστημάτων κατά της ΕΣΣΔ όλα αυτά συντελούσαν στην οικολογική ανισορροπία. Η καταναλωτική κοινωνία, εκτός των άλλων, δημιουργούσε απαθείς πολίτες, τεχνοκρατικής λογικής «μονοδιάστατους ανθρώπους», δηλαδή πολίτες με περιορισμένους ψυχοπνευματικούς ορίζοντες.
 
Στην Ελλάδα, το «μήνυμα» του Μάη ήρθε μερικά χρόνια αργότερα λόγω της δικτατορίας. Η αμφισβήτηση εκδηλώθηκε αρχικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη 1973 και μετά με το κύμα των καταλήψεων εναντίον του ν. 815/78. Παράλληλα αναπτυσσόταν το οικολογικό κίνημα με αργότερους ρυθμούς σε σχέση με τις ευρωπαϊκές και τις βορειοαμερικανικές κοινωνίες. Από το 1973 ως και το 1981 έγιναν οχτώ  μαζικές κινητοποιήσεις στην περιφέρεια, εκτός Αθηνών που αφορούσαν εναντίωση σε ίδρυση νέων βιομηχανιών και μεταφορά ορισμένων, αντιπαράθεση σε μεγάλης κλίμακας σχέδια βιομηχανιών. Υπήρχε πολυταξική συμμετοχή πολιτών, υποκίνηση από ομάδες πρωτοβουλίας βάσης ή συντονιστικές επιτροπές, επιλογή ίδιων τρόπων κινητοποίησης και μεταφορά του αγώνα στην Αθήνα και υποστηρίζονταν από μη τοπικές οργανώσεις προστασίας περιβάλλοντος. Η αντιμετώπιση των κινητοποιήσεων από τα κόμματα ώσπου αυτές να εδραιωθούν ήταν σχεδόν εχθρική. Προβάλλονταν εναλλακτικά πρότυπα γεωργικής ή ήπιας τουριστικής ανάπτυξης. Τέλος, οι κινητοποιήσεις ήταν συχνά αποτελεσματικές.
  

Τη δεκαετία του 1980 τόσο το κράτος με τις πολιτικές του αλλά και τις ελλείψεις παρεμβάσεών του όσο και η πλειονότητα των ιδιωτικών επιχειρήσεων αδιαφορούν για τις συνέπειες της δραστηριότητάς τους, και από κοντά η έλλειψη κατάλληλων δημοσίων συγκοινωνιών ωθεί στην υπέρμετρη ανάπτυξη της αγοράς αυτοκινήτων. Στη δεκαετία αυτή, δημιουργήθηκαν και εδραιώθηκαν τοπικές οικολογικές ομάδες πολιτών στην Αθήνα και στην περιφέρεια, κυκλοφόρησαν θεωρητικά έργα, αυξήθηκαν τα περιοδικά της πολιτικής οικολογίας και η κυκλοφορία τους μιας και απευθύνθηκαν σε ευρύτερο κοινό. Επίσης, δειλά αλλά σταθερά με συχνές και θεαματικές παρεμβάσεις, μελέτες και εναλλακτικές προτάσεις, δραστηριοποιήθηκε τη Greenpeace και δημιουργήθηκαν αντιπροσωπείες άλλων οργανώσεων όπως η WWF, οι Φίλοι της Γης κλπ. Το αίτημα για πολιτική συγκρότηση ενός συντονιστικού φορέα για τις πολύμορφες τοπικές και περιφερειακές παρεμβάσεις τυγχάνει πλέον γενικής αποδοχής στο βαθμό που το υπάρχοντα κόμματα δεν προσαρμόζονται με τη μερική εξαίρεση της ανανεωτικής και της ευρύτερης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που, έτσι κι αλλιώς, υπερβαίνει τις παραδοσιακές διαιρέσεις. Η κάθοδος του ψηφοδελτίου «Οικολόγοι-Εναλλακτικοί» στις Ευρωεκλογές του Ιουνίου 1989 και η σχετική επιτυχία τους  πανελλαδικά αλλά κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία της Ομοσπονδίας Οικολογικών και Εναλλακτικών Οργανώσεων τον Οκτώβριο του 1989, και την κάθοδο στις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου 1989 και Απριλίου 1990 με την εκλογή και στις δυο εκλογές των πρώτων οικολόγων βουλευτών στην ιστορία του Ελληνικού κοινοβουλίου με το σχήμα των «Οικολόγων-Εναλλακτικών». Οι σημαντικές διαφωνίες επί των βασικών πολιτικών ζητημάτων που δεν έτυχαν της κατάλληλης επεξεργασίας και συζήτησης, οι πολύ διαφορετικές προελεύσεις (ιδεολογικές και πολιτικές) των συμμετεχόντων στα πλαίσια της Ομοσπονδίας και η ενσωμάτωση στοιχείων του οικολογικού λόγου και οικολογικών αιτημάτων στα προγράμματα των πολιτικών κομμάτων, κυρίως του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου έδωσαν το έναυσμα για την εκδήλωση της υποβόσκουσας κρίσης των «Οικολόγων-Εναλλακτικών» και την αδρανοποίησή τους με αποτέλεσμα το 1993 να μην υπάρξει αξιόπιστο οικολογικό ψηφοδέλτιο στις βουλευτικές εκλογές. Η συνεχής αύξηση οικολογικών κινητοποιήσεων από τοπικές ομάδες και κινήσεις πολιτών που εκδηλώνονται στη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα και η παράλληλη επιδείνωση όλων των δεικτών της περιβαλλοντικής κατάστασης τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς σε συνδυασμό με την εντεινόμενη κρίση εκπροσώπησης που γινόταν ολοένα και πιο φανερή είχε ως συνέπεια την επάνοδο των οικολογικών εκλογικών σχημάτων τόσο των «Οικολόγων-Πράσινων» όσο και του ΣΥΡΙΖΑ.

 
Η συζήτηση για τη διαφορά της ανάπτυξης των οικολογικών κινημάτων σε αυτές τις χώρες δεν μπορεί να θεωρηθεί ξεκομμένη από την συνολική ιστορική πορεία των κοινωνιών τους, παρά το γεγονός ότι η παγκοσμιοποίηση των οικολογικών προβλημάτων είναι εμφανής. Αλλά αυτό είναι γενικότερο θέμα διαλόγου που θα συνεχιστεί.
 
Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0