Ο αγνοημένος εργατικός Μάης της Γαλλίας
του Θανάση Τσακίρη
40 χρόνια μετά από την εξέγερση της γαλλικής νεολαίας το Μάη του 1968 είναι πια καιρός να κοιτάξουμε από κοντά το λησμονημένο εκείνο παράγοντα που αγνοήθηκε λόγω της «αγιοποίησης της νεότητας». Μιλάμε για τον παράγοντα «εργατική τάξη». Οι Γάλλοι εργάτες/τριες συμμετείχαν μαζικά στις απεργίες και στις εξεγερσιακές διεργασίες ώσπου το ΓΚΚ και η εργατική του συνομοσπονδία CGT (αλλά και οι CFDT, FO) υπέγραψαν τις λεγόμενες «συμφωνίες της Γκρενέλ»[1] και τους εξανάγκασαν να επιστρέψουν στις εργασίες τους.
Η μεγάλη πορεία της 13ης Μαΐου,[2] στην οποία οι συνδικαλιστικές ηγεσίες συμμετείχαν πλάι-πλάι με τους εξεγερμένους φοιτητές και φοιτήτριες, σηματοδότησε την είσοδο της εξέγερσης στην δεύτερη φάση της, την κοινωνική.[3]Στο μεταξύ, η εξέγερση είχε εξαπλωθεί σε 150 πόλεις. Την νύχτα της προηγούμενης Παρασκευής προς Σάββατο, η αστυνομία εξαπέλυσε ένα όργιο βίας και καταστολής των διαδηλώσεων με αποτέλεσμα να στηθούν οδοφράγματα («νύχτα των οδοφραγμάτων» για πρώτη φορά από την Παρισινή Κομμούνα) και να πυρποληθούν αυτοκίνητα, να σπάσουν τζαμαρίες καταστημάτων και να δημιουργηθεί χάος. Παρ’ όλη την καταστροφολογία των συντηρητικών εφημερίδων, ο κόσμος δεν «τσίμπησε». Ίσα-ίσα που εξαγριώθηκαν ακόμη και οι μετριοπαθείς χριστιανοί συνδικαλιστές και κοινωνικοί οργανωτές. Τα μέλη και τα στελέχη της CFDT που είχαν αποβάλει τη θρησκευτική ταυτότητα από την συνομοσπονδία (συνέδριο 1964) ήταν στην πρώτη γραμμή της μεγάλης πορείας (ο αριθμός των διαδηλωτών ξεπέρασε τις 200.000 άτομα) που τερματίστηκε στην Πλατεία Ντενφέρ-Ροσερώ. Την επόμενη μέρα άρισε το απεργιακό-καταληψιακό ντόμινο. 14 Μαΐου: οι απεργοί εργάτες της SUD-AVIATION κατέλαβαν το εργοστάσια της αεροπορικής βιομηχανίας. 15-16 Μαΐου: καταλήφθηκαν τα μεγάλα εργοστάσια αυτοκινητοβιομηχανιών της περιοχής του Παρισιού. Διακόπηκε ηξ παραγωγή άνθρακα και χάλυβα στην Λοραίνη. Όσο πέρναγαν οι μέρες τόσο εξαπλωνόταν η εξέγερση και όλο και περισσότεροι γίνονται οι απεργοί και καταληψίες. Ανάμεσα στους εξεγερμένους απεργούς συναντάμε δημοσίους και τραπεζικούς υπαλλήλους, δάσκαλους και καθηγητές, εκφωνητές ραδιοφώνου, δημοσιογράφους και ηθοποιούς, κ.α. Ο αριθμός των απεργών διέγραψε μια τρελή τροχιά φτάνοντας σε 6 εκατομμύρια στις 18 Μαίου και σε πάνω από 10 εκατομμύρια στις 22. Στην τρίτη εβδομάδα της εξέγερσης οι απεργοί ήταν τόσο πολλοί που η χώρα έφτασε στο πρόθυρα της ολικής οικονομικής και κοινωνικής παράλυσης.
Μια ειδοποιός διαφορά μεταξύ των απεργιών του ’68 με αυτές του 1936 και του 1947 ήταν ότι τώρα, πέρα από τους κλασικούς βιομηχανικούς εργάτες απεργούσε η μεγάλη μάζα των εργαζομένων λευκού κολάρου, δηλαδή οι υπάλληλοι και όχι μόνο οι εργάτες των αυτοκινητοβιομηχανιών και των άλλων βιομηχανιών, οι υπάλληλοι του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα (ακόμη και μεσαία στελέχη). Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτή η διαφορά. Ήταν και το ξεπέρασμα των απλών μισθολογικών διεκδικήσεων με την ανάδειξη αιτημάτων βελτίωσης των συνθηκών εργασίας, του μετασχηματισμού των σφικτών και αυστηρών ιεραρχικών λειτουργικών δομών που μπλόκαραν την εργατική συμμετοχή και την εργατική πρωτοβουλία και δημιουργία.[4] Βέβαια, τα αιτήματα του εργατικού ελέγχου και της αυτοδιαχείρισης δεν θα ικανοποιούντο «εδώ και τώρα» αλλά σημασία έχει ότι τέθηκαν στην ημερήσια διάταξη της δημόσιας πολιτικής. Αργότερα «πεφωτισμένοι εργοδότες» καθιέρωσαν θεσμούς εργατικής συμμετοχής, επί των πρώτων κυβερνήσεων δε του Μιτεράν η εργατική συμμετοχή στη διοίκηση των επιχειρήσεων επεκτάθηκε σε πολλές μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις, προτού περιοριστεί στις περιβόητες ομάδες εργασίας που είχαν λόγο μόνο σε θέματα που αφορούσαν την καλύτερη και εντονότερη δουλειά και την καινοτομία σε επίπεδο ομάδας ώστε να υπάρχει μια σχετική συναίνεση. Παρ’ όλα αυτά το αίτημα της αυτοδιαχείρισης παραμένει επίκαιρο.[5]
Ο πρωθυπουργός Πομπιντού ανέλαβε πρωτοβουλία για την εκτόνωση της κρίσης τουλάχιστον όσον αφορά το εργατικό μέτωπο για να σπάσει τη συμμαχία εργατών και φοιτητών. Συγκάλεσε, λοιπόν, τη σύσκεψη της Γκρενέλ μεταξύ 25 και 27 Μαΐου. Έλαβαν μέρος η εργοδοτική οργάνωση CNPF (Εθνικό Συμβούλιο Γάλλων Εργοδοτών) και τα κύρια συνδικάτα. Ο Πομπιντού πρότεινε την αύξηση των κατώτατων μισθών (SMIC) κατά 35%, των μέσων μισθών κατά 19% και τη διεύρυνση των δικαιωμάτων των συνδικαλιστικών οργανώσεων στους χώρους εργασίας. Στις 27 Μαΐου ο ηγέτης της CGT ανακοίνωσε την υπογραφή της συμφωνίας. Οι απεργοί εργάτες της Ρενώ, της Πεζώ και άλλων εργοστασίων την απέρριψαν αλλά οι περισσότερες ελεγχόμενες από τη CGT και την CFDT συνδικαλιστικές οργανώσεις συμμορφώθηκαν με τη γραμμή της συμφωνίας. Έτσι η εξέγερση πέρασε στην Τρίτη φάση της, την πολιτική, για την οποία θα διαβάσετε σε άλλα άρθρα του αφιερώματος, Όμως και ο εργατικός Μάης δεν έπεσε εξ ουρανού, Είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλα κύματα απεργιών το 1965 και το 1967.. Η έναρξη της επιβράδυνσης της οικονομίας προκάλεσε αρκετές απεργίες κόντρα στην πολιτική των επιχειρήσεων να θέτουν τους εργάτες σε διαθεσιμότητα ή και να τους απολύουν οριστικά. Το 1966 η CFDT και η CGT υπέγραψαν μνημόνιο κοινής δράσης για την επίλυση των εργατικών προβλημάτων. Οι εργάτες διαπιστώνουν ότι το οικονομικό σύστημα ως μέρος του ευρύτερου κοινωνικού συστήματος αρχίζει να μπάζει από παντού δημιουργώντας ένα σχετικά ευνοϊκό υπόστρωμα ευκαιριών. Όμως ο Μάης του ’68 σηματοδοτεί την έναρξη μιας δεκαετίας εργατικών συνδικαλιστικών απεργιακών αγώνων, που, όμως, θα ηττηθούν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 όταν δεν μπόρεσαν τα συνδικάτα να αμυνθούν αποτελεσματικά σε ένα μεγάλο γύρο απολύσεων «υπεράριθμου προσωπικού» ενόψει της ισχύος της εργοδοτικής πολιτικής περί «λιτής παραγωγής» και των νεοφιλελεύθερων στρατηγικών για την οικονομία που διαγράφονταν στον άμεσο ορίζοντα αλλά και εξαιτίας της έλλειψης αλληλεγγύης εκ μέρους του ευρύτερου κοινωνικού περίγυρου των εργατών. Στο ενδιάμεσο διάστημα της εργατικής δυσαρέσκειας και χάρη στην δραστηριοποίηση αριστεριστών, τροτσκιστών και μαοϊκών εργατών και συνδικαλιστών στους χώρους εργασίας που είχαν μεταβληθεί σε πεδία πολιτικής, αμφισβητήθηκε η οργάνωση της εργασίας στη βάση του τεϊλορικού και φορντικού προτύπου, τέθηκαν σε συζήτηση οι εργασιακές ιεραρχίες, ασκήθηκε ανελέητη κριτική στο σύστημα αξιολόγησης και απόδοσης της εργασίας, παρά το γεγονός ότι τα συνδικάτα δεν έθεσαν ανοιχτά αυτά τα θέματα στις διαπραγματεύσεις.
Στα επόμενα χρόνια οι απεργοί συχνά γίνονταν βίαιοι, αναλάμβαναν άμεσες μορφές δράσης, καταλάμβαναν και αυτοδιαχειρίζονταν τους χώρους εργασίας, όπως π.χ. το εργοστάσιο LIP όπου οι απεργοί κατήργησαν το τεϊλορικό σύστημα επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας. Έμπρακτα, λοιπόν, αμφισβητήθηκαν οι ρόλοι των εργοδοτών, των τεχνοκρατών και των διευθυντών αλλά και οι ρόλοι των συνδικαλιστών και των αντιπροσώπων, ιδιαίτερα της CGT που είχε αποκοπεί από τον κόσμο της εργασίας αναδεικνύοντας τις εκλογές ως κύρια μέτωπα πάλης μαζί με την πρόσβαση στην κρατική εξουσία. [6]
[1] Είναι το όνομα του παρισινού δρόμου όπου στεγάζεται το Υπουργείο Απασχόλησης.
[2] Σύμπτωση: η ημέρα ήταν η 10η επέτειος της εξέγερσης της πόλης του Αλγερίου που γκρέμισε την 4η γαλλική δημοκρατία και έφερε το Στρατηγό Ντεγκώλ στην Προεδρία επικεφαλής της 5ης δημοκρατίας.
[3] Xavier Vigna (2007) L’insubordination ouvrière dans les années 68: Essai d’histoire politique des usines. Rennes: Presses universitaire de Rennes,[4] Δείτε το έξοχο ντοκιμαντέρ Το Βάθος του Ουρανού είναι Κόκκινο του Κρις Μαρκέρ όπου βλέπουμε ότι και οι εκπρόσωποι των εργοδοτών το αναγνωρίζουν αυτό.
[5] Βλ. Brown B. (1974) Protest in Paris: Anatomy of a Revolt. Morristown, NJ.: General Learning Press.[6] Brown B, (1982) Socialism of a Different Kind: Reshaping the Left in France. Westport, CT: Greenwood Press.