Κριτική παρουσίαση βιβλίου Β. Αρανίτου: Το μικρό εμπόριο στη μεταπολεμική Ελλάδα

Ο εμποράκος ποτέ δεν πεθαίνει;
Βάλια Αρανίτου (2006) Το μικρό εμπόριο στη μεταπολεμική Ελλάδα: Η πολιτική μιας αμφίβολης επιβίωσης. Αθήνα: Εκδ. Παπαζήση, σελίδες 291
Κριτική παρουσίαση από τον Θανάση Τσακίρη
Περπατούσα τις προάλλες στο παλιό εμπορικό κέντρο της Πάτρας και χάζε υα τα μικρομάγαζα που, σε πείσμα του καιρού των μεγάλων εμπορικών κέντρων εντός κι εκτός πόλεως, δίνουν τη μάχη της επιβίωσης. Λίγο η νοσταλγία για τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια στην Αχαϊκή πρωτεύουσα, λίγο το ότι παλιοί σύντροφοι και φίλοι της εποχής εκείνης δραστηριοποιούνται στον εμπορικό συνδικαλισμό της πόλης -και πολλά ακόμα από αυτά τα «λίγα»-  δεν το είχα και πολύ και μπήκα στο πρώτο βιβλιοπωλείο που βρήκα μπροστά μου και αγόρασα το βιβλίο της Βάλιας Αρανίτου.

Η συγγραφέας έβαλε ένα μεγάλο στοίχημα. Προσπάθησε να αμφισβητήσει και να ανατρέψει μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη για τους μικρεμπόρους στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, που το μοτίβο της είναι ότι αυτή η κοινωνική κατηγορία αποτελεί εσαεί ένα «κατ’ εξοχήν πολιτικά αντιδραστικό και κοινωνικά συντηρητικό κοινωνικό συλλογικό υποκείμενο». Είναι εύκολο, όμως, να στραπατσάρει κανείς μια τέτοια εικόνα στη σημερινή Ελλάδα; Είναι τα θεωρητικά και εμπειρικά εργαλεία που επιλέγει η Β. Αρανίτου τα κατάλληλα για να κερδίσει αυτό το τολμηρό στοίχημα κόντρα στην αντίληψη αυτή, που δεν είναι μόνο πολιτικού τύπου αλλά και επιστημονικά κυρίαρχη;

 
Η ευρωπαϊκή εμπειρία του ναζισμού, του φασισμού αλλά και κινημάτων όπως ο γαλλικός πουζαντισμός της δεκαετίας του ’50 προτού ο Ντεγκώλ στήσει την 5η Δημοκρατία δείχνει ότι όντως τα στρώματα του μικρού εμπορίου στήριξαν ένθερμα αυτά τα καθεστώτα και κινήματα από φόβο μπροστά στην προλεταριοποίησή τους καθώς ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής απαξίωνε και κατέστρεφε τα μη αξιοποιήσιμα κεφάλαια στην πορεία της ανάπτυξής του. Στην Ελλάδα όμως, πώς έχουν τα πράγματα; Απ’ όσο γνωρίζουμε, στο συνδικαλιστικό επίπεδο, τουλάχιστον, και αυτό φαίνεται από τα στατιστικά στοιχεία που παραθέτει η Αρανίτου, στη μία συνομοσπονδία που εκπροσωπεί τους εμπόρους κυριαρχεί η συντηρητική παράταξη ενώ στην συνομοσπονδία των μικρομεσαίων στην οποία εκπροσωπούνται έμποροι κυριαρχεί το ΠΑΣΟΚ και παλιότερα το ΚΚΕ και η ευρύτερη αριστερά. ¶ρα, κάτι δεν πάει καλά. Αν το σκεφθούμε το θέμα καθαρά με όρους οικονομίας και μόνο, τόσο η εκδοχή της «αντιδραστικής» όσο και αυτή της «προοδευτικής» κοινωνικής τάξης δεν ανταποκρίνονται στις ορθολογικές εξηγήσεις.  Η εξήγηση μπορεί να βρεθεί αν ερευνήσουμε το θέμα τόσο από την ιστορική του όσο και από την πολιτικο-κοινωνιολογική του σκοπιά, όπως κάνει η συγγραφέας.
 
Κατ’ αρχήν, ιστορικά μιλώντας, η μικροαστική τάξη στην Ελλάδα δεν ήταν ενιαία. Πάντοτε υπήρχε μια διαιρετική τομή ανάμεσα σε όσους ασχολούνταν παραδοσιακά με το εμπόριο και όσους προσπαθούσαν να γλιτώσουν είτε από την ανεργία είτε από την πολιτική του μετεμφυλιακού κράτους που ήταν ιδιαίτερα εκδικητική εναντίον όσων πήραν μέρος στα δύο αντάρτικα, της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου πολέμου, ήταν δηλωμένοι αριστεροί. Οι τελευταίοι, αποκλεισμένοι τόσο από το δημόσιο τομέα όσο και από πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις, επιχείρησαν να αναπτύξουν μικρές εμπορικές επιχειρήσεις για να επιβιώσουν, και από αυτούς πολλοί δεν το κατάφεραν μόνο αλλά και δημιούργησαν επιτυχημένες επιχειρήσεις, προωθούμενοι σε ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Έτσι, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, ένα ποσοστό εμπόρων κατάφερε να ανοίξει δρόμους διαφορετικούς, παρόλο που το βάρος και τα οικονομικά μεγέθη του μικρεμπορίου στο σύνολο της οικονομίας μειωνόταν.
 

Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η εισαγωγή της έννοιας της «εμπορικής κουλτούρας» ως προσδιοριστικού παράγοντα της οικονομικής, της κοινωνικής και της πολιτικής συμπεριφοράς των μικρεμπόρων. Αυτή την έννοια προσπαθεί να την χρησιμοποιήσει, και το κάνει με επιτυχία, για να διαπιστώσει  κατά πόσον και σε ποιες διαφορετικές περιοχές της πρωτεύουσας οι μικρέμποροι αισθάνονται ότι μπορούν να νοιώσουν ότι υπηρετούν το επάγγελμα και τον κλάδο, να δεθούν με την επιχείρησή τους, να την καταστήσουν βιώσιμη και να την επεκτείνουν και, τέλος, να τη μεταβιβάσουν στα παιδιά τους. Η επιχειρηματική κουλτούρα ενός μεγάλου μέρους των μικρεμπόρων είχε ως κύρια χαρακτηριστικά της την προσωπικού χαρακτήρα επικοινωνία με τους πελάτες και τη γρήγορη ανακύκλωση του κεφαλαίου. Στην πρώτη μεταπολεμική γενιά οι αποκλεισμένοι από το πολιτικό σύστημα αριστεροί, που έγιναν μικρέμποροι αξιοποίησαν τα οργανωτικά ταλέντα τους και, πολλοί εξ αυτών, τις γνώσεις που είχαν αποκομίσει από την ΑΣΟΕΕ και άλλες εμπορικές σχολές στις οποίες φοιτούσαν πριν από την έξοδό τους στο βουνό ώστε να καταφέρουν να επεκτείνουν την πατρική επιχείρηση ή να στήσουν στα πόδια τους καινούργιες. Κάποιοι από αυτούς έγιναν «αστέρες» του επαγγέλματος, όπως ο Κ.Β. την περίπτωση του οποίου αναφέρει η συγγραφέας. Στη δεύτερη γενιά, που τα μέλη της αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού του ερευνητικού δείγματος της εμπειρικής έρευνας,  παρουσιάζονται νέοι επιχειρηματίες που αλλάζουν στρατηγικές και τακτικές και στην παραδοσιακή επιχειρηματική κουλτούρα της πρώτης γενιάς αντιτάσσουν σύγχρονες μεθόδους μάρκετινγκ, διαφήμισης και πωλήσεων που ξεπερνούν την προσωπική σχέση πωλητή-πελάτη.

 
Όμως, η δυστοκία των προσπαθειών ανάπτυξης πέρα από ένα όριο για τους περισσότερους μικρεμπόρους και η εισβολή των μεγάλων εμπορικών πολυκαταστημάτων και σουπερμάρκετ από το εξωτερικό, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις, κάνουν την εμπορική ζωή δύσκολη για τους περισσότερους. Σε πάμπολλες περιπτώσεις τα κέρδη μειώνονται σε τέτοιο βαθμό που ο έμπορος δεν ξεχωρίζει από καθαρά εισοδηματική άποψη από ένα μέσο δημόσιο ή ιδιωτικό υπάλληλο. Παρ’ όλα αυτά, οι πάντες συνεχίζουν να εμμένουν στην πεποίθησή τους ότι θα κρατούν με νύχια και με δόντια το μαγαζί για να είναι «ανεξάρτητοι» και δεν θα υποκύψουν εύκολα στην ήττα και στον εμπορικό θάνατο. Ο εμποράκος είναι «πολύ σκληρός για να πεθάνει» στην Ελλάδα και το σήκουελ αυτό θα παίζεται όσες φορές αυτός θέλει παρά τις εισβολές των μεγαθηρίων του κλάδου.
 
Θα μπορούσα να συνεχίσω επί μακρόν να απαριθμώ τις αρετές του βιβλίου αλλά θα χάλαγα το μυστικό της συγγραφέως. Έτσι, λοιπόν, θα περιοριστώ στα όσα εξέθεσα παραπάνω και στο να τονίσω ότι, παρά τα όποια «τυπογραφικά» μικρολάθη, πρόκειται για ένα βιβλίο αναφοράς για τους/τις επόμενους/ες ερευνητές /τριες του χώρου της πολιτικής κοινωνιολογίας και της πολιτικής οικονομίας που θα κατανοήσουν τα θετικά της διασταύρωσης αυτών των δύο πειθαρχιών στο πεδίο της έρευνας. Θεωρώ, συνεπώς, ότι η Βάλια Αρανίτου κέρδισε το στοίχημα.
Like
Like
Happy
Love
Angry
Wow
Sad
0
0
0
0
0
0