
email:info[at]ilioupolisonline.gr
«Οικονομική Κρίση», «Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση», «Οικονομικό Κραχ», «Δημοσιονομική Επιτήρηση», «Προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» είναι μερικές από τις έννοιες με τις οποίες έχουμε εξοικειωθεί τους τελευταίους μήνες. Έννοιες που προσδιορίζουν μια οικονομική αστάθεια και τις σ υνέπειες αυτής στο άμεσο αλλά και το απώτερο μέλλον. Συνέπειες που θα είναι εντονότερες και με αμεσότερο αντίκτυπο στη ζωή των οικονομικά ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συντηρητική Κυβέρνησή μας, έχοντας ως βασικό πυλώνα του οικονομικού τους προγραμματισμού την διασφάλιση του Καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος αλλά και ως συστήματος νομής της εξουσίας, εξαγγέλλουν γενναία μέτρα για την στήριξη των μεγάλων Οικονομικών Trust και των Τραπεζικών Ομίλων. Για τους μικρομεσαίους κανένα μέτρο στήριξης, για την πραγματική βάση της οικονομίας καμία πρόνοια.
Αυτό που δεν κατανοούν (ή μάλλον το κατανοούν, αλλά δεν θέλουν να λάβουν προοδευτικά μέτρα στήριξης των αδυνάμων) οι ασκούντες την οικονομική πολιτική, είναι πως σε μία περίοδο κρίσης δεν τονώνεις την οικονομία χαρίζοντας χρήματα στους ισχυρούς, αλλά στηρίζοντας αυτούς που έχουν πραγματικά άμεση ανάγκη, αυτούς που εν τέλει αποτελούν τη βάση της πυραμίδας του οικονομικού συστήματος. Με την υφιστάμενη οικονομική πολιτική απλά συντηρείται ένα κοινωνικοοικονομικό μοντέλο που θέλει τους πλούσιους να γίνονται λιγότεροι και πλουσιότεροι και τους φτωχούς περισσότεροι και φτωχότεροι, εξαλείφοντας τη μεσαία τάξη.
Από τα παραπάνω ένα προκύπτει ως δεδομένο, ότι η ασκούμενη κεντρική οικονομική πολιτική δεν θα λύσει τα προβλήματα του χαμηλόμισθου, του συνταξιούχου, του ΑμεΑ που δεν βρίσκει εργασία και του ανέργου που δεν δύναται πλέον να ανταπεξέλθει στις καθημερινές του υποχρεώσεις.
Αυτή η αδυναμία των μικρομεσαίων να ανταπεξέλθουν στις καθημερινές τους υποχρεώσεις δημιουργεί φυσικά ένα μείζον οικονομικό πρόβλημα για τους ίδιους αλλά και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο με σαφείς αρνητικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες. Ιδιαίτερα σε αστικά κέντρα όπως η πόλη μας που αποτελείται από ένα μωσαϊκό κοινωνικών ομάδων, οι συνέπειες είναι πολύ ευρύτερες και ακόμη περισσότερο τραυματικές για συνοχή του, ήδη σε κάποιο βαθμό, διερρηγμένου κοινωνικού ιστού.
Η οικονομική εξαθλίωση, ιδιαίτερα όταν δεν οφείλεται στις ενέργειες του ίδιου του ατόμου αλλά σε πολιτικές επιλογές διασφάλισης του κεφαλαιοκρατικού συστήματος σε βάρος των ασθενέστερων, οδηγεί αναπόφευκτα το άτομο σε αποστροφή απέναντι στα πολιτειακά όργανα εξουσίας, αμφισβήτηση των θεσμών και των αξιών μιας ευνομούμενης κοινωνίας και ακόμα χειρότερα αποστροφή προς τους συνανθρώπους του που κατορθώνουν και ευημερούν δυνάμενοι να ικανοποιήσουν τις καθημερινές τους ανάγκες, προσφέροντας τα απαραίτητα στις οικογένειες τους, ενώ αυτό δεν μπορεί.
Εδώ είναι που έρχεται και δένει ο τίτλος «Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ιδιαίτερα σε περίοδο Οικονομικής Κρίσης». Ρόλος, καταλυτικός, όχι στην κατεύθυνση της βοήθειας προς το άτομο με οικονομικές ενισχύσεις και παροχές, κάτι τέτοιο εξάλλου είναι έξω από τις αρμοδιότητές των Αυτοδιοικητικών Οργάνων, αλλά προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της ποιότητας ζωής του πολίτη ώστε οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης να μην έχουν τόσο σοβαρό αντίκτυπο στη ζωή του.
Τα Τοπικά Όργανα άσκησης εξουσίας μπορούν με ρεαλιστικά και επιτεύξιμα μέτρα, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής του πολίτη συνεισφέροντας εποικοδομητικά στην προσπάθεια του για μια αξιοπρεπή διαβίωση.
«Βελτίωση της ποιότητας ζωής», μία φράση που βρίσκεται στους προγραμματικούς λόγους όλων των υποψηφίων δημάρχων, αλλά που ελάχιστοι επιχείρησαν να το πετύχουν. Και μπορεί να επιτευχθεί πραγματικά πολύ εύκολα αν υπάρχει πραγματική βούληση προς αυτή την κατεύθυνση με εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων.
Κατ’ αρχήν ο θεσμός της «Βοήθειας στο σπίτι» που είχε εδραιωθεί τα προηγούμενα χρόνια, προσφέροντας πραγματικά ευεργετικές υπηρεσίες σε ηλικιωμένους και αναξιοπαθούντες της πόλης μας, σήμερα είναι λυπηρό το ότι έχει ατονήσει δραματικά.
Η καθιέρωση μία εβδομάδας κάθε χρόνο όπου θα παρέχονται δωρεάν ιατρικές υπηρεσίες (εξετάσεις, διαγνώσεις, κτλ.) σε όλους του πολίτες που το επιθυμούν από γιατρούς που ζουν ή εργάζονται στην πόλη και οι οποίοι θα παρέχουν αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες τους. Έτσι η δημοτική αρχή κατορθώνει να αξιοποιήσει το επιστημονικό δυναμικό της πόλης προς όφελος των πολιτών, ενώ παράλληλα ενισχύει το αίσθημα αλληλεγγύης και κοινωνικής συνοχής στα πλαίσια του δήμου.
Επιπλέον οφείλει να προωθηθεί η δημιουργία ειδικού χώρου σε κεντρικό σημείο της πόλης όπου θα παρέχονται δωρεάν τρόφιμα σε καθημερινή βάση σε πολίτες που θα διαθέτουν μια ειδική «Κάρτα Σίτισης» την οποία θα εκδίδουν από υπηρεσίες του δήμου πληρώντας ορισμένες προϋποθέσεις που θα προκύψουν μέσα από εμπεριστατωμένη μελέτη.
Ακόμη θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη νεολαία που κατεξοχήν είτε σπουδάζει χωρίς να εργάζεται επιβαρύνοντας τον οικογενειακό κορβανά, είτε εργάζεται με πενιχρές όμως αποδοχές που δεν καλύπτουν ούτε τις βασικές ανάγκες. Επιβάλλεται θεωρώ λοιπόν, η δημιουργία κέντρων νεότητας στα πρότυπα των δυτικοευρωπαϊκών κρατών όπου οι νέοι θα μπορούν να απολαμβάνουν ό, τι και στις καφετέριες της πόλης σε πολύ πιο προσιτές τιμές και σε εξίσου ευχάριστο περιβάλλον με παράλληλη δυνατότητα δωρεάν πρόσβασης στο διαδίκτυο και σε άλλες ηλεκτρονικές υπηρεσίες.
Επιπρόσθετα, προωθώντας τη δημιουργία ενός ασύρματου δικτύου που θα παρέχει ευρυζωνικό Internet υψηλών ταχυτήτων και θα καλύπτει όλη την πόλη, θα παρέχεται στον καθένα ελεύθερη και απεριόριστη πρόσβαση στο διαδίκτυο με την καταβολή ενός ενδεικτικού ποσού στο Δήμο, το οποίο θα είναι σαφώς πολύ χαμηλότερο από αυτό των ιδιωτικών παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου.
Αλλά ο Δήμος θα πρέπει να λάβει και πρωτοβουλίες οικονομικής ανακούφισης ορισμένων κοινωνικών ομάδων όπως επί παραδείγματι των ΑμεΑ, των ανέργων, των ανύπαντρων μητέρων, τα πολύτεκνων οικογενειών, των χαμηλόμισθων και χαμηλοσυνταξιούχων, απαλλάσσοντάς τους πλήρως από τα δημοτικά τέλη ή έστω από μέρος αυτών.
Τα παραπάνω, βέβαια, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να εντυπωθούν στη συνείδηση των πολιτών ως μέτρα οίκτου και ελεημοσύνης αλλά ως υποχρέωση της οργανωμένης τοπικής κοινωνίας και των οργάνων της (δημοτικό συμβούλιο, δημοτικές υπηρεσίες) απέναντι σε αξιοπρεπείς συμπολίτες μας που έχουν πραγματική ανάγκη. Είναι μέτρα ουσιαστικής προσφοράς και κοινωνικής αλληλεγγύης που στοχεύουν στη διασφάλιση της συνοχής του κοινωνικού ιστού της πόλης.
Ενδέχεται, φυσικά, ορισμένοι που θα διαβάσουν αυτές τις σκέψεις μου να αναρωτηθούν μήπως είναι σε κάποιο βαθμό ουτοπικές και ανεφάρμοστες, και το κατανοώ. Δικαιολογήστε με όμως αν είμαι ουτοπιστής επειδή ζητώ το αυτονόητο. Επειδή ζητώ τα χρήματα που πληρώνω στο δήμο να μου επιστρέφονται με τη μορφή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας.
Προσεγγίζοντας το τέλος αυτής της κατάθεσης κάποιων σκέψεων μου, θέλω να τονίσω πως επιτέλους πρέπει να τεθεί κάποιο όριο στα διαρκή επιχειρήματα των τοπικών Αρχόντων περί έλλειψης χρημάτων και μειωμένου προϋπολογισμού. Είναι βλέπετε επιχειρήματα που τους βοηθούν να αποποιούνται εύκολα τις ευθύνες τους και την αδυναμία (ή ανικανότητα) τους να διαχειριστούν εποικοδομητικά και επωφελώς τους οικονομικούς πόρους του δήμου. Οι πόροι και τα χρήματα υπάρχουν, δυστυχώς όμως, οι ικανοί και αξιόλογοι διαχειριστές αυτών εκλείπουν.
Κλείνω, επισημαίνοντας πως, η πραγματική ανατροπή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση θα έρθει όταν θα υπάρξουν πρόσωπα που θα μπορέσουν να αφουγκραστούν τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών, να τις εκφράσουν μέσα από ένα ανθρωποκεντρικό πρόγραμμα διοίκησης του δήμου και να τις ικανοποιήσουν με εφαρμογή αυτού. Αυτό οφείλει να είναι το στοίχημα και το κριτήριο ψήφου των επόμενων δημοτικών εκλογών ώστε να διασφαλιστεί η παροχή των σύγχρονων υποδομών και των ποιοτικών υπηρεσιών που δικαιούμαστε.