Aνοιχτός λόγος

Νικολαϊδου Φωτεινή
email:nikolaidouf[at]mailbox.gr

Παρακολούθησα πέρσι την προβολή της ταινίας του Γιάννη Σολδάτου για τον Θανάση Βέγγο «΄Ενας Ανθρωπος Παντός Καιρού». Την παρακολούθησα σε προβολή της Κινηματογραφικής Λέσχης Ηλιούπολης. Ενθουσιάστηκα από το ιστορικό και την ικμάδα της λέσχης...
...και δημοσίευσα ένα σχετικό άρθρο στην http://3gym-kerats.att.sch.gr.

Ναυλ οχώντας για λίγο στα ύδατα της ilioupolisonline.gr διαπίστωσα ότι και φέτος – γιατί όχι, άλλωστε;- η Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης συνεχίζει. Και πρόσεξα ότι μετά την προβολή της ταινίας προαναγγέλλεται συζήτηση.

Με αφορμή αυτό αποφάσισα να εκφράσω δημόσια κάποιες σκέψεις μου γι’ αυτές τις δημόσιες συζητήσεις. Τις θεωρώ πράξεις αξίας, πράξεις εσωτερικής ανάγκης, πράξεις που υπογράφουν το συλλογικό συνειδητό στη μέθεξη του πολιτισμού και απαραίτητο συμπλήρωμα – ένα είδος κάθαρσης- κάθε και προβολής και παράστασης και ακρόασης ή θέασης καλλιτεχνικών δημιουργημάτων.
Και για να πω την κακή μου την κουβέντα, είναι προτιμότερο να μιλάει κανείς για το πόσο ωραία, εύστοχη ή κακή είναι μια ταινία ή συναυλία παρά για το ψητό της παρακείμενης ταβέρνας.

Είμαι βεβαία ότι εξαιτίας της μεγίστης σημασίας των συζητήσεων επί των θεαμάτων εξαγγέλονται οι μετά την προβολή συν-δια-σκέψεις. Και γίνονται αποδεκτές με σύστοιχο ενθουσιασμό από το κοινό και γεννούν προσδοκίες, γι’ αυτό και – όταν δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτές –εγείρεται θυμός και βαθειά απογοήτευση.

Έχω παρακολουθήσει και συμμετάσχει σε πολλούς τέτοιους ανοιχτούς διαλόγους. Δεν βρήκα ούτε την ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων ούτε την ταπεινή, αλλά οπωσδήποτε μεγαλειώδη παραδοχή τους, την παρρησία στην απαρέσκεια ή στην αρέσκεια παρά τη γνώμη, ας πούμε, των πολλών. Ούτε το μοίρασμα των εσώτερων σκέψεων ή φόβων (π.χ. προσωπικών και όχι κοινωνικού – πολιτικού ενδιαφέροντος) που γέννησε το έργο.

Και έχουν συμβεί κατά το πλείστον δύο καταστάσεις. Πρώτη περίπτωση: το κοινό να αποτελείται από διανοούμενους, ειδικούς (με και χωρίς εισαγωγικά) επαϊοντες που μας καταπλακώνουν με τις επιδειξιομανικές γνώσεις. Οπότε ο μη ειδικός κοινός θνητός σωπαίνει καταπίνοντας πολλών ειδών συναισθήματα από το φόβο του μήπως με την άγνοιά του γίνει ρεζίλι. Έτσι τα συναισθήματά του και οι σκέψεις και οι κρίσεις του για το έργο και τα επί μέρους στοιχεία του καταχωνιάζονται στο δικό του μυαλό και μάλιστα, αν έχει προηγηθεί και καταιγισμός ορολογίας του ειδήμονος ομιλητού, κρύβονται απαξιωμένα. Είναι εξωφανές ότι ο θεατής / ακροατής αντί να φύγει πλουσιότερος, δυνατότερος, αιισιοδοξότερος, ξεκουραστότερος, επιστρέφει - ας πούμε ότι πάει στο σπίτι του – πιο κουρασμένος, πιο βαρύς, πιο φτωχός και πιο πεινασμένος. Ηρεμεί με ένα τηλεοπτικό οινοπνευματώδες που είναι μπόμπα και με βαρύ φαγητό. Ακολουθεί ψυχοπνευματική δυσπεψία.
Δεύτερη περίπτωση: όλα είναι πιο φυσιολογικά. Το κοινό είναι ένα σύνηθες κοινό, αποτελούμενο από όλα τα πνευματικά βαλάντια και φυσικά από ανόμοιες (άβυσσος που λέμε…) ψυχές που όμως έχουν το κοινό και το όμοιο να είναι ανθρώπινες. Ο στην έδρα καθήμενος προσκαλεσμένος και παρακαλετός (συνήθως, γιατί στη χώρα μας η γνώση και δοτικότητα περισσεύουν και γι’ αυτό ο ειδήμων αυτός δεν πληρώνεται… οπότε… ας τα αφήσουμε επί του παρόντος… ) ενώ είναι καταπρόθυμος να δώσει τα φώτα του και να μοιραστεί μαζί με τους συνανθρώπους του τη μαγεία των γνώσεών του, σχεδόν πάντα – για να μην παραλείψω και το επίρρημα- δοκιμάζει και αυτός τη πιο μεγάλη απογοήτευση! Γιατί οι συμμετέχοντες στο διάλογο – και αδαείς το πιο συχνά, και φυσικό και κανονικό είναι! – φοβούμενοι την άγνοια ή – αυτό κι αν είναι το χειρότερο!!!- την έκφραση των συναισθημάτων τους (είναι η μοντέρνα εποχή μας αυτή, η της κοινωνικής λογικοκρατίας, βλέπε μοναξιά κτλ. .,.) πασχίζουν ευγενώς και φιλοτίμως οπωσδήποτε, πλην ματαίως, να επινοήσουν ερωτήσεις και απορίες. Και επειδή αυτά είναι προϊόντα βίας και νοθείας είναι επόμενο να μη δένουν μεταξύ τους ή…ή…

Το διά ταύτα έχει τη σημασία.

Ποιο αποτέλεσμα θέλουμε; Ανάλογες αιτίες θα προκαλέσουμε! Και είναι στη δικαιοδοσία και στην ευθύνη και στην υποχρέωση των διοργανωτών και του επί της έδρας να κουρδίσει τα όργανα (=το κοινό) για να παιχτεί το τραγούδι(= μια συζήτηση που γεμίζει ευφροσύνη το συζητητή και τον ακροατή).

Δεν ξέρω αν υπάρχει ειδικός επιστημονικός κλάδος για το ζητούμενο αυτό ειδικά. Εγώ τώρα που σκέφτομαι τα πράγματα, λογίζομαι με τις, δικές μου παρωχημένες ίσως και ατελείς, γνώσεις του εκπαιδευτικού με είκοσι πέντε χρόνια θητεία στο δημόσιο σχολείο και άλλα είκοσι στα ιδιαίτερα. Σαράντα χρόνια φούρναρης! Η επιστήμη που μου έρχεται στο νου είναι η Παιδαγωγική (ή μήπως η Διδακτική;) που όμως μου προκαλεί ταυτόχρονα και μια αναστάτωση κι αντίδραση εφόσον με οδηγεί να χρίσω τον «ομιλητή» παιδαγωγό ή δάσκαλ(άκ)ο. Αν και οι μεγάλοι καλλιτέχνες, οι σπουδαίοι δημιουργοί πεθαίνουν αναγνωρισμένοι ως Δάσκαλοι…

Με το φτωχό μου το μυαλό λέω πως ερωτήσεις του τύπου ‘ πώς σας φάνηκε; Σας άρεσε; Τι νομίζετε ότι θέλετε να σχολιάσουμε, πώς σας φάνηκε η μουσική, σας άρεσε η ταινία; Ας κουβεντιάσουμε σαν απλοί θεατές κι αν χρειαστεί κάτι πιο ειδικό εδώ είμαστε στο μέτρο του δυνατού… Εμένα μου άρεσε η σκηνή τάδε ή με προβληματίζει ακόμα η επιλογή ενός κοντού ηθοποιού για το ρόλο αυτό…’ …και άλλα παρόμοια, θα βοηθούσαν να ζεστάνουν ο χώρος, οι σκέψεις, οι καρδιές, οι γλώσσες.

Τέλος πάντων αυτά μου θυμίζουν αυτά που ρωτούσα τους μαθητές όταν ερχόμαστε σε επαφή με λογοτέχνημα, κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο, αλλά, απ’ την άλλη μεριά – τι να πώ;-, αυτά που μόλις πρότεινα είναι τα ίδια που κουβεντιάζω με τους φίλους μου όταν βγαίνουμε από το σινεμά ή το θέατρο! Και για να είμαι πολύ ακριβής η πρώτη κουβέντα που λέμε ( και συμπληρώνει κατσούφιασμα ή χαμόγελο ικανοποίησης) είναι κρίση αρέσκειας ή απαρέσκειας. Ξέρετε τις γνωστές ατάκες… Και μετά αρχίζουν τα γιατί.

Εμβόλιμα ή στο ρόλο παραβάσεων οι κρίσεις για τους μεζέδες του παρακειμένου ταβερνείου.

Επειδή δεν είναι εύκολο μέσα σε αίθουσα διαλόγου πολλοί να μιλάνε όλοι μαζί και να κρίνουν, όπως στο διαπροσωπικό επίπεδο με το συνοδό φίλο, θα ήταν πολύ διευκολυντικό αν ο προεδρεύων της συζήτησης προκαλούσε τα σχόλια, τις κρίσεις και την επακόλουθή τους συζήτηση. Με τρόπο, πηγαίο, απέρριτο, τρόπο που να φανερώνει ότι ο καθένας έχει άποψη γιατί έχει ψυχή και ότι αυτός είναι ο στόχος κάθε καλλιτεχνήματος. Δεν υπάρχουν σωστά ή λάθος συναισθήματα!

Γιατί η επαφή με την Τέχνη είναι το νόμιμο παιχνίδι των μεγάλων. Εξάλλου η αληθινή Τέχνη εξαγνίζει (κάθαρση γαρ) και συνεπώς εμπρός της γινόμαστε όλοι παιδιά. Απλά πράγματα!

Υστερόγραφο: Συχωρέστε με για την πολυλογία, αλλά κι εγώ αναρωτιέμαι τι θα καταλαβαίνατε αν έγραφα μόνο τις δύο τελευταίες παραγράφους;

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ