ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ ΠΡΟΦΥΡΗ

 

ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ: ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ Ή ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΞ Ή ΧΟΜΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ Ή ΤΣΑΚΘΑΝ

 

ΕΚΤΑΚΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΑΚΗ

 

 

1. Στην ομάδα «άτυποι/ες φροντιστές και φροντίστριες» ποιοι και ποιες περιλαμβάνονται;

Απάντηση:
Ο όρος «ανεπίσημος/άτυπος φροντιστής/τρια» περιλαμβάνει όλα εκείνα τα άτομα που παρέχουν φροντίδα - σε τακτική ή μη βάση - χωρίς να λαμβάνουν κάποια οικονομική αποζημίωση. Πρόκειται, συνήθως, για i) μέλη της οικογένειας του φροντιζόμενου ατόμου π.χ. σύζυγος, παιδιά, αδέρφια, ii) άτομα του ευρύτερου κοινωνικού κύκλου π.χ. φίλοι, γείτονες ή ακόμα και iii) εθελοντές/τριες διαφόρων ειδών οργανώσεων/ιδρυμάτων. Επειδή στην πλειονότητά τους οι άτυποι/ες φροντιστές/τριες προέρχονται από το στενότερο ή ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον του φροντιζόμενου ατόμου, χρησιμοποιείται και ο όρος «οικογενειακός φροντιστής» (“family caregiver”). Έχει σημασία να τονιστεί ότι «ανεπίσημος φροντιστής» μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, με την έννοια ότι ακόμα και ένα παιδί που συνεισφέρει στη φροντίδα για παράδειγμα κάποιου ηλικιωμένου ή με αναπηρία μέλους της οικογένειας μπορεί να θεωρηθεί φροντιστής. Τέλος, να σημειωθεί εδώ ότι στην κατηγορία των «ανεπίσημων/άτυπων φροντιστών» εντάσσονται και οι μη επαγγελματίες, που δεν έχουν συγγενική ή κοινωνική σχέση με το άτομο που χρήζει φροντίδας και οι οποίοι αμείβονται για την παροχή υπηρεσιών. Στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και σε πάρα πολλές άλλες χώρες - ευρωπαϊκές και μη - τον ρόλο αυτόν έχουν αναλάβει τις τελευταίες δεκαετίες σε πολύ μεγάλο ποσοστό άτομα με μεταναστευτικό προφίλ, και ιδίως σε περιπτώσεις φροντιζόμενων ατόμων που χρήζουν μακροχρόνιας υποστήριξης.

2. Ποιες είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η άτυπη φροντίδα μετατρέπεται σε εργασία πλήρους απασχόλησης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Απάντηση:
Ας ξεκινήσουμε κατ’αρχάς από το γεγονός της αναγνώρισης αυτού καθαυτού του ρόλου του «άτυπου/ης φροντιστή/τριας», δεδομένου ότι σε μεγάλο βαθμό παρέμενε - και εν πολλοίς συνεχίζει να παραμένει - σχεδόν αόρατος/η. Ωστόσο, μια πλειάδα λόγων, όπως η δημογραφική ή πληθυσμιακή γήρανση, σε συνδυασμό με το αναδυόμενο ζήτημα της ενεργού γήρανσης, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, η χρηματοπιστωτική και τώρα η υγειονομική κρίση, λόγω πανδημίας, ανέδειξαν σε πολύ μεγάλο βαθμό το ζήτημα της ζήτησης και ανάπτυξης των συστημάτων φροντίδας και ιδιαίτερα της μακροχρόνιας και συνειρμικά τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι άτυποι/ες φροντιστές/τριες. Είναι, επομένως, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, πιο δόκιμο να μιλήσουμε για μια επισημοποίηση/πλαισίωση του ρόλου των άτυπων φροντιστών/τριών και όχι για μετατροπή σε εργασία πλήρους απασχόλησης. Η επισημοποίηση/πλαισίωση αυτή πραγματοποιείται, θα μπορούσαμε να πούμε συνοπτικά και σχηματικά, μέσα από ένα πλέγμα μέτρων που αφορούν i) την αναγνώριση ορισμένων δικαιωμάτων, καθώς και ii) τον καθορισμό υποστηρικτικών μέτρων, με έμφαση κυρίως στην ψυχοσυναισθηματική στήριξη και τη δημιουργία υποστηρικτικών δικτύων για τους άτυπους/ες φροντιστές/τριες, καθώς και στην εκπαίδευσή τους. Το πλέον πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής (η ενσωμάτωσή της έχει ενταχθεί και στο πρόσφατο εργασιακό πολυνομοσχέδιο στην Ελλάδα), όπου αναφέρονται στο Άρθρο 6 Άδεια φροντίδας «1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι κάθε εργαζόμενος δικαιούται άδεια φροντίδας πέντε εργάσιμων ημερών ετησίως. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και τις σχετικές προϋποθέσεις της άδειας φροντίδας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική. Η χρήση του δικαιώματος αυτού μπορεί να προϋποθέτει τη δέουσα τεκμηρίωση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν χορήγηση άδειας φροντίδας βάσει περιόδου αναφοράς άλλη από του ενός έτους, ανά άτομο που έχει ανάγκη φροντίδας ή υποστήριξης, ή ανά περίπτωση», και στο Άρθρο 9 Ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας «1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι με παιδιά έως μια ορισμένη ηλικία, η οποία είναι τουλάχιστον οκτώ έτη, και οι φροντιστές, δικαιούνται να ζητούν ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας για λόγους φροντίδας. Η διάρκεια αυτών των ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας μπορεί να υπόκειται σε εύλογους περιορισμούς». Ένα καλό, επίσης, παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει η περίπτωση της Πορτογαλίας, στη οποία επισημοποιήθηκε και πλαισιώθηκε με σχετικό νόμο το καθεστώς του «άτυπου φροντιστή», δεχόμενο βέβαια πάντοτε τις σχετικές κριτικές και προτάσεις περεταίρω βελτίωσης.

3. Υπάρχουν στατιστικά δεδομένα για τους άτυπους φροντιστές στην Ε.Ε.; Ποια είναι τα ποσοστά στην Ελλάδα;

Απάντηση:
Ναι, υπάρχουν στατιστικά δεδομένα, τα οποία – ας μου επιτραπεί η έκφραση – είναι και εντυπωσιακά, αναδεικνύοντας την εξαιρετικά υψηλή σημασία του ζητήματος της άτυπης φροντίδας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με στοιχεία, το 80% του συνόλου της φροντίδας στην ΕΕ παρέχεται από (μη αμειβόμενους) άτυπους φροντιστές.(1) Να σημειωθεί, επίσης, ότι λόγω της οικονομικής ύφεσης, εκτιμάται πως ο αριθμός τους έχει αυξηθεί σημαντικά. Όσον αφορά στην Ελλάδα, σύμφωνα τουλάχιστον με στοιχεία του Eurofound, όπως αναφέρει και το Ελληνικό Δίκτυο Φροντιστών ΕΠΙΟΝΗ , ο αριθμός των φροντιστών εκτιμάται άνω των 3.600.000, δηλαδή το 34% του πληθυσμού. Το ζήτημα της άτυπης φροντίδας αποκτά για την Ελλάδα ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία μιας που, όπως αναφέρουν και πολλές μελέτες, ακόμη και όταν υπάρχουν επαγγελματίες βοηθοί ή τα άτομα που έχουν ανάγκη από φροντίδα νοσηλεύονται σε κάποιο ίδρυμα, η οικογένεια προτάσσοντας συναισθηματικούς λόγους είναι αυτή που συνήθως διατηρεί την ευθύνη της φροντίδας, θεωρώντας ότι η φροντίδα αντιπροσωπεύει ένα γνώρισμα της οικογενειακής ζωής και αποτελεί καθήκον.(2)

4. Ποια είναι τα κυριότερα ζητήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης που αντιμετωπίζουν οι «άτυπες φροντίστριες»;

Απάντηση:
Οι φροντιστές/τριες παρέχουν ένα ευρύ και πολυεπίπεδο φάσμα υπηρεσιών, που μπορεί να περιλαμβάνει κάλυψη καθημερινών αναγκών (π.χ. καθαριότητα, ψώνια, προετοιμασία φαγητού, προσωπική φροντίδα κ.ά.), οικονομική φροντίδα (π.χ. πληρωμή λογαριασμών, αγορά φαρμάκων κ.ά.), αλλά και συναισθηματική φροντίδα (π.χ. παροχή συντροφιάς). Προκειμένου να αντεπεξέλθουν σε όλα αυτά, οι φροντιστές/τριες συχνά καταπιέζουν τις δικές τους συναισθηματικές, κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες, στερούμενοι/ες επιπλέον και των δικαιωμάτων, ευκαιριών και υποστηρικτικών δομών που τους αναλογούν. Έχει, συνεπώς, διαπιστωθεί ότι εκτός από τις προφανείς τεράστιες δυσκολίες να παραμείνουν στην αγορά εργασίας και επομένως τον αυξημένο κίνδυνο φτώχειας που διατρέχουν, οι φροντιστές/τριες αντιμετωπίζουν και μια σειρά από σύνοδες πολύ σοβαρές καταστάσεις όπως άγχος, κατάθλιψη, εξάντληση και απομόνωση στην προσπάθειά τους να αντισταθμίσουν τις ευθύνες παροχής φροντίδας με τον ελεύθερο χρόνο τους. Επομένως, αν θα θέλαμε να συνοψίσουμε τα ζητήματα κοινωνικοοικονομικής ενσωμάτωσης που αντιμετωπίζουν, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ανάγκες: i) ψυχολογικής υποστήριξης, αφού βιώνουν έντονα συναισθήματα μοναξιάς, απομόνωσης, αλλά και συναισθήματα θυμού και ενοχής, ii) επικοινωνίας, αφού η αναγκαία μείωση του ελεύθερου χρόνου τους, σε συνδυασμό με τη σωματική και συναισθηματική τους κόπωση οδηγούν σε κοινωνική απομόνωση και περιορίζουν τις δυνατότητες ξεκούρασης και ψυχαγωγίας, iii) οικονομικής υποστήριξης, αφού αναγκάζονται είτε να μην εργαστούν είτε να εργάζονται με διάφορες μορφές ευέλικτης εργασίας και επομένως μικρότερες αμοιβές και δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης, ενώ παράλληλα επωμίζονται και τα κόστη φροντίδας του εξαρτώμενου ατόμου (μπορεί να περιλαμβάνουν π.χ. φάρμακα, ιατρικές επισκέψεις ή επισκέψεις σε ειδικούς, νοσηλείες κ.ά.), επηρεάζοντας το επίπεδο διαβίωσής τους, αν μάλιστα ληφθεί υπ’όψιν ότι σπάνια καλύπτονται δαπάνες φροντίδας, έστω και μερικώς από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, ενώ μιλώντας για την περίπτωση της Ελλάδας, ένα απειροελάχιστο ποσοστό φροντιστών λαμβάνει κάποιου είδους οικονομική υποστήριξη, και iv) εκπαίδευσης και ενημέρωσης σε θέματα φροντίδας του εξαρτώμενου ατόμου, με τις ανάγκες εκπαίδευσης και ενημέρωσης των άτυπων φροντιστών στην Ελλάδα να είναι πολύ υψηλές, τόσο σε σχέση με το πώς θα διαχειριστούν αυτό καθαυτό το ζήτημα που αντιμετωπίζει το φροντιζόμενο άτομο όσο και αναφορικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Ελλιπής είναι επίσης και η πληροφόρησή τους για τα είδη οικονομικής υποστήριξης που μπορούν να λάβουν για την κατ’οίκον φροντίδα αλλά και για σχετικά νομικά θέματα.

 

 

Picture2
Picture2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

5. Από τις μέχρι τώρα έρευνες φαίνεται ότι το ποσοστό των γυναικών που απασχολούνται με την άτυπη φροντίδα είναι πολύ μεγαλύτερο από των ανδρών. Μπορείτε να αναλύσετε τη σημασία του γεγονότος αυτού για την ισότητα μεταξύ των δύο φύλων;

Απάντηση:
Το ζήτημα των «υπηρεσιών φροντίδας» παρουσιάζει διαστάσεις που το καθιστούν ιδιαίτερα πολυεπίπεδο ως προς τις επιπτώσεις του, εξετάζοντάς το υπό το πρίσμα μεταβλητών όπως το φύλο, μεταξύ άλλων, γεγονός που αυξάνει τη σημασία ανάδειξής του. Σαφώς λοιπόν και δε μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το 75% των μη αμειβόμενων άτυπων φροντιστών είναι γυναίκες. Αν αυτό ιδωθεί συνδυαστικά με το ότι οι γυναίκες εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης σε ποσοστό 27,4%, προκειμένου να φροντίζουν τα παιδιά ή τους ενηλίκους με ανάγκες φροντίδας, με το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών να είναι μόλις 4,6%, αναδεικνύει τον ρόλο που διαδραματίζει ο παράγοντας των «υπηρεσιών φροντίδας» στη επίταση των διακρίσεων μεταξύ γυναικών και ανδρών, ιδιαίτερα στο πεδίο της εργασίας και σε ό,τι αυτό συνεπάγεται (έμφυλο μισθολογικό και συνταξιοδοτικό χάσμα, “θηλυκοποίηση” της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, αναπαραγωγή έμφυλων στερεοτύπων κ.ά.).(3)

6. Γιατί η άτυπη φροντίδα επηρεάζει τόσο πολύ τις μικρές επιχειρήσεις;

Απάντηση:
Ο χειρισμός του ζητήματος της επέκτασης δικαιωμάτων αδειών και ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας για λόγους φροντίδας δύναται πράγματι να παρουσιάσει κάποιες ιδιαιτερότητες για τον χώρο των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Σύμφωνα και με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής : «Οι πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ),…, που αντιπροσωπεύουν τη μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων στην Ένωση, μπορεί να έχουν περιορισμένους οικονομικούς, τεχνικούς και ανθρώπινους πόρους. Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν την επιβολή διοικητικών, οικονομικών ή νομικών υποχρεώσεων κατά τρόπο που θα αποτελούσε αντικίνητρο για τη δημιουργία και ανάπτυξη των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ή υπερβολική επιβάρυνση για τους εργοδότες. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη καλούνται να αξιολογήσουν εμπεριστατωμένα τον αντίκτυπο των εκτελεστικών μέτρων στις ΜμΕ, ώστε να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όλων των εργαζομένων, η μη δυσανάλογη επιβάρυνση των ΜμΕ από τα μέτρα, ειδικότερα των πολύ μικρών επιχειρήσεων, και να αποφευχθεί κάθε περιττή διοικητική επιβάρυνση. Ενθαρρύνονται τα κράτη μέλη να παρέχουν κίνητρα, καθοδήγηση και συμβουλές στις ΜμΕ, ώστε να τις βοηθούν να εκπληρώνουν τις κατά την παρούσα οδηγία υποχρεώσεις τους». Με άλλα λόγια, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, στις οποίες είχε ήδη δημιουργηθεί μια πολύ επιβαρυντική κατάσταση λόγω χρηματοπιστωτικής κρίσης, που επιδεινώθηκε περεταίρω λόγω της υγειονομικής κρίσης, πλήττοντας κατά κύριο λόγιο τις επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους, λόγω έλλειψης πόρων, οικονομικών, ανθρώπινων και τεχνικών, θα έχουν κατά πάσα πιθανότητα αρκετά μειωμένες δυνατότητες εφαρμογής των μέτρων στήριξης αυτής της ομάδας εργαζομένων που είναι και άτυποι φροντιστές. Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρξει μια συνδυαστική δράση, αφενός με περεταίρω ενίσχυση των κρατικών δομών υποστήριξης της εξισορρόπησης επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής (ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα, όπως άλλωστε και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκεται πολύ μακριά από την εκπλήρωση των στόχων της Βαρκελώνης για την φροντίδα των παιδιών για παράδειγμα), και αφετέρου με παράλληλη υποστήριξη και ενίσχυση σε επίπεδο παροχής πόρων και συμβουλευτικής – ενημέρωσης – εκπαίδευσης, κυρίως στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις για τη δυνατότητα εφαρμογής ανάλογων πολιτικών και εκ μέρους τους. Προτείνεται, επομένως, να υπάρξει ιδιαίτερη μέριμνα για τις επιχειρήσεις του μεγέθους αυτού, που συνιστούν άλλωστε και τον κυριότερο όγκο του επιχειρηματικού κόσμου, με στήριξη τόσο σε επίπεδο παροχής σχετικών πόρων όσο και σε επίπεδο παροχής δωρεάν συμβουλευτικών υπηρεσιών (συμβούλων – εμπειρογνωμόνων) για τα ζητήματα αυτά π.χ. στο πλαίσιο αντίστοιχων προγραμμάτων.

7. Πιστεύετε ότι το νομικό οπλοστάσιο που προσφέρει η Ε.Ε. μπορεί να συνεισφέρει αποτελεσματικά στη ρύθμιση του ζητήματος;

Απάντηση:
Θεωρώ ότι η θεσμοθέτηση σε επίπεδο Ε.Ε. αποτελεί ένα πρώτο θετικό βήμα. Ωστόσο, υπάρχει πολύς δρόμος που θα πρέπει ακόμα να διανύσουμε για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για ουσιαστική αναγνώριση και στήριξη του τόσο σημαντικού ρόλου που όπως αναδεικνύεται διαδραματίζουν οι άτυποι/ες φροντιστές/τριες. Αν δούμε, για παράδειγμα, την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής, αν και κινείται προς μια θετική κατεύθυνση με την αναγνώριση του ρόλου του φροντιστή, συμβαδίζει με τα ελάχιστα δυνατά π.χ. στο ζήτημα των παρεχόμενων αδειών (π.χ. 5 εργάσιμες ημέρες ως άδεια φροντιστή) κινούμενη σε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο ανταπόκρισης στις αντίστοιχες ανάγκες. Έχει, επίσης, δεχθεί ήδη κριτική από τα ευρωπαϊκά συνδικάτα ως προς το αμφιλεγόμενο ζήτημα του flexicurity (ευελιξία με ασφάλεια), μιας κατάστασης η ορθή εφαρμογή και επίτευξη της οποίας τίθεται εν αμφιβόλω και μάλιστα σε ένα ήδη απορρυθμισμένο εργασιακό περιβάλλον - λόγω χρηματοπιστωτικής και εν συνεχεία υγειονομικής κρίσης, το οποίο έχει σημαντικά μεταβληθεί και από την εισαγωγή νέων μορφών εργασίας, χωρίς σαφώς καθορισμένο πλαίσιο. Η εφαρμογή της θα πρέπει επίσης να γίνει με τρόπο που δεν θα οδηγήσει στην αναπαραγωγή έμφυλων στερεοτύπων, με το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται με ευέλικτες ρυθμίσεις, προκειμένου να ανταποκριθούν στους πολλαπλούς τους ρόλους και αναλαμβάνοντας σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό το βάρος της άτυπης φροντίδας, να είναι συντριπτικά μεγαλύτερο σε σχέση με αυτό των ανδρών, με τις ανάλογες μισθολογικές, συνταξιοδοτικές και ως προς την εργασιακή τους εξέλιξη επιπτώσεις.

8. Γιατί η Πορτογαλία συνιστά «καλό παράδειγμα» νομικής προστασίας των άτυπων φροντιστών;

Απάντηση:
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, η Πορτογαλία χαρακτηρίζεται ως μία από τις χώρες της ΕΕ με το υψηλότερο ποσοστό φροντίδας που παρέχεται από άτυπους φροντιστές. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, ο σχετικός Νόμος στην Πορτογαλία που εγκρίνει ένα τυπικό καθεστώς για τους «άτυπους φροντιστές» και θεσπίζει τα σχετικά υποστηρικτικά μέτρα αποτελεί αναμφίβολα ένα πρώτο θετικό βήμα για την προώθηση της εξισορρόπησης μεταξύ της επαγγελματικής και της προσωπικής ζωής τους καθώς και την κοινωνική προστασία τους. Θα μπορούσε, επίσης, να αποτελέσει μια καλή πρακτική που θα ήταν εφικτό να σταθμιστεί και για την περίπτωση της Ελλάδας, δεδομένου ότι οι δύο χώρες παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες, τόσο ως προς την οικονομική κατάσταση όσο και σε κοινωνικοπολιτισμικό επίπεδο (π.χ. οικογενειακοί δεσμοί κ.λπ.). Έτσι, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο Νόμο πρώτα από όλα γίνεται το σημαντικό βήμα να βγει από την αφάνεια σε επίσημο επίπεδο ο ρόλος του «άτυπου φροντιστή», να διευκρινιστεί από άποψη ορολογίας (ποιους ακριβώς περιλαμβάνει) και εν συνεχεία να πλαισιωθεί με την αναγνώριση και θέσπιση ενός συνόλου δικαιωμάτων και υποστηρικτικών μέτρων βασισμένων στις ανάγκες των άτυπων φροντιστών/τριών που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εκπαιδευτική και ψυχοσυναισθηματική στήριξη, πληροφόρηση, συμβουλευτική, συνεργασία με υποστηρικτικές δομές που μπορούν να αναλάβουν για ένα διάστημα το φροντιζόμενο άτομο, προκειμένου να υπάρχουν χρονικά διαστήματα ανάπαυλας για τους φροντιστές, επίδομα, φορολογικά οφέλη κ.ά. Να σημειωθεί, ωστόσο, πως ο σχετικός Νόμος έχει δεχθεί κριτική ή προτιμότερο θα ήταν να ειπωθεί προτάσεις περεταίρω βελτίωσης, δεδομένου ότι για παράδειγμα, αν και προβλέπει ένα επίδομα και φορολογικά οφέλη για τους άτυπους φροντιστές, δεν υπάρχει ακόμα ένδειξη σχετικά με το ποσόν ή/και τα χαρακτηριστικά του. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι το όφελος θα είναι διαθέσιμο μόνο για τους κύριους άτυπους φροντιστές: ένας φροντιστής που αποφασίζει να εργαστεί με μερική απασχόληση, ώστε να εκπληρώσει τις ευθύνες φροντίδας δε θα το δικαιούται. Σημειώνει, επίσης, ότι το καθεστώς αυτό δεν προσφέρει ούτε πρόσθετες ημέρες διακοπών στον άτυπο φροντιστή ούτε το δικαίωμα σε ημέρες απουσίας από την εργασία (π.χ. για να συνοδεύσει το φροντιζόμενο άτομο σε ένα ιατρικό ραντεβού). Επιπλέον, σημειώνει ότι το καθεστώς είναι διαθέσιμο μόνο για τα μέλη της οικογένειας, αποκλείοντας, για παράδειγμα, τη φροντίδα που παρέχεται από φίλους ή γείτονες.(4)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρονται στην ΕΚΘΕΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με εισηγήτρια την Sirpa Pietikäinen σχετικά με τις υπηρεσίες φροντίδας στην ΕΕ για τη βελτίωση της ισότητας των φύλων (2018/2077(INI)), 24.10.2018.
2.Το Ελληνικό Δίκτυο Φροντιστών ΕΠΙΟΝΗ, στις 6 Οκτωβρίου 2020 στην Αθήνα, γιόρτασε την πρώτη του είδους της, Ευρωπαϊκή Ημέρα Φροντιστων

3.Τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται αφορούν την κατάσταση σε επίπεδο ΕΕ και έχουν αντληθεί από την ΕΚΘΕΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με εισηγήτρια την Sirpa Pietikäinen σχετικά με τις υπηρεσίες φροντίδας στην ΕΕ για τη βελτίωση της ισότητας των φύλων (2018/2077(INI)), 24.10.2018.

4.Αναλυτικότερα για το συγκεκριμένο Νόμο στην ιστοσελίδα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ www.imegsevee.gr: Pedro Perista (2019). Ένα νέο επίσημο καθεστώς για άτυπους/ες φροντιστές/τριες στην Πορτογαλία, ESPN Flash Report 2019/55, μτφρ Ι. Προφύρη, European Social Policy Network (ESPN), Αθήνα: ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, σσ. 3

 

 

Η Ιωάννα Προφύρη είναι Ιστορικός – Εθνολόγος με ειδίκευση σε θέματα φύλου, καθώς και μετανάστευσης. Εργάζεται ως επιστημονικό στέλεχος στο ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ από το 2012 και ασχολείται ερευνητικά με τα θέματα των έμφυλων ανισοτήτων και γενικότερα των διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής. Επιπλέον, υπήρξε Υπεύθυνη του Γραφείου Ισότητας ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ υλοποιώντας δράσεις για την προώθηση της αρχής της ισότητας των φύλων στο συνδικαλιστικό πεδίο και την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων της ΓΣΕΒΕΕ και των μελών της.
Εργάστηκε ως Σύμβουλος παροχής υπηρεσιών και συμβουλευτικής απασχόλησης σε γυναίκες αλλά και σε ειδικότερες πληθυσμιακές ομάδες γυναικών (μετανάστριες, πρόσφυγες, ρομά κ.ά.) στο Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (Κ.Ε.Θ.Ι.), καθώς και ως Εκπαιδεύτρια σε προγράμματα εκπαίδευσης μεταναστών/στριών στην ελληνική γλώσσα, την ελληνική ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό.
Είναι απόφοιτη του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, με κατεύθυνση Ιστορίας και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (DEA), του τμήματος «Γυναικείων Σπουδών» («Etudes Féminines»), του Πανεπιστημίου Vincennes-Saint Denis (Paris VIII). Υπήρξε μέλος συγγραφικής ομάδας δύο μελετών που εκδόθηκαν από το ΚΕΘΙ, ενώ έχει δημοσιεύσει και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά σε θέματα μετανάστευσης, φύλου και γυναικείας επιχειρηματικότητας.

 

 

Η Άννα Κουμανταράκη είναι Σύμβουλος καθηγήτρια στο ΕΑΠ

 

ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ