Blogs

Τα μέλη του IlioupolisOnline γράφουν για πολιτικά, κοινωνικά, επιστημονικά και άλλα θέματα που απασχολούν την Ελλάδα και τον κόσμο.

ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΙΩΑΝΝΑ ΠΡΟΦΥΡΗ

 

ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ: ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ Ή ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΞ Ή ΧΟΜΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ Ή ΤΣΑΚΘΑΝ

 

ΕΚΤΑΚΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΑΚΗ

 

 

1. Στην ομάδα «άτυποι/ες φροντιστές και φροντίστριες» ποιοι και ποιες περιλαμβάνονται;

Απάντηση:
Ο όρος «ανεπίσημος/άτυπος φροντιστής/τρια» περιλαμβάνει όλα εκείνα τα άτομα που παρέχουν φροντίδα - σε τακτική ή μη βάση - χωρίς να λαμβάνουν κάποια οικονομική αποζημίωση. Πρόκειται, συνήθως, για i) μέλη της οικογένειας του φροντιζόμενου ατόμου π.χ. σύζυγος, παιδιά, αδέρφια, ii) άτομα του ευρύτερου κοινωνικού κύκλου π.χ. φίλοι, γείτονες ή ακόμα και iii) εθελοντές/τριες διαφόρων ειδών οργανώσεων/ιδρυμάτων. Επειδή στην πλειονότητά τους οι άτυποι/ες φροντιστές/τριες προέρχονται από το στενότερο ή ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον του φροντιζόμενου ατόμου, χρησιμοποιείται και ο όρος «οικογενειακός φροντιστής» (“family caregiver”). Έχει σημασία να τονιστεί ότι «ανεπίσημος φροντιστής» μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, με την έννοια ότι ακόμα και ένα παιδί που συνεισφέρει στη φροντίδα για παράδειγμα κάποιου ηλικιωμένου ή με αναπηρία μέλους της οικογένειας μπορεί να θεωρηθεί φροντιστής. Τέλος, να σημειωθεί εδώ ότι στην κατηγορία των «ανεπίσημων/άτυπων φροντιστών» εντάσσονται και οι μη επαγγελματίες, που δεν έχουν συγγενική ή κοινωνική σχέση με το άτομο που χρήζει φροντίδας και οι οποίοι αμείβονται για την παροχή υπηρεσιών. Στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και σε πάρα πολλές άλλες χώρες - ευρωπαϊκές και μη - τον ρόλο αυτόν έχουν αναλάβει τις τελευταίες δεκαετίες σε πολύ μεγάλο ποσοστό άτομα με μεταναστευτικό προφίλ, και ιδίως σε περιπτώσεις φροντιζόμενων ατόμων που χρήζουν μακροχρόνιας υποστήριξης.

2. Ποιες είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η άτυπη φροντίδα μετατρέπεται σε εργασία πλήρους απασχόλησης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Απάντηση:
Ας ξεκινήσουμε κατ’αρχάς από το γεγονός της αναγνώρισης αυτού καθαυτού του ρόλου του «άτυπου/ης φροντιστή/τριας», δεδομένου ότι σε μεγάλο βαθμό παρέμενε - και εν πολλοίς συνεχίζει να παραμένει - σχεδόν αόρατος/η. Ωστόσο, μια πλειάδα λόγων, όπως η δημογραφική ή πληθυσμιακή γήρανση, σε συνδυασμό με το αναδυόμενο ζήτημα της ενεργού γήρανσης, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, η χρηματοπιστωτική και τώρα η υγειονομική κρίση, λόγω πανδημίας, ανέδειξαν σε πολύ μεγάλο βαθμό το ζήτημα της ζήτησης και ανάπτυξης των συστημάτων φροντίδας και ιδιαίτερα της μακροχρόνιας και συνειρμικά τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι άτυποι/ες φροντιστές/τριες. Είναι, επομένως, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, πιο δόκιμο να μιλήσουμε για μια επισημοποίηση/πλαισίωση του ρόλου των άτυπων φροντιστών/τριών και όχι για μετατροπή σε εργασία πλήρους απασχόλησης. Η επισημοποίηση/πλαισίωση αυτή πραγματοποιείται, θα μπορούσαμε να πούμε συνοπτικά και σχηματικά, μέσα από ένα πλέγμα μέτρων που αφορούν i) την αναγνώριση ορισμένων δικαιωμάτων, καθώς και ii) τον καθορισμό υποστηρικτικών μέτρων, με έμφαση κυρίως στην ψυχοσυναισθηματική στήριξη και τη δημιουργία υποστηρικτικών δικτύων για τους άτυπους/ες φροντιστές/τριες, καθώς και στην εκπαίδευσή τους. Το πλέον πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής (η ενσωμάτωσή της έχει ενταχθεί και στο πρόσφατο εργασιακό πολυνομοσχέδιο στην Ελλάδα), όπου αναφέρονται στο Άρθρο 6 Άδεια φροντίδας «1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι κάθε εργαζόμενος δικαιούται άδεια φροντίδας πέντε εργάσιμων ημερών ετησίως. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και τις σχετικές προϋποθέσεις της άδειας φροντίδας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική. Η χρήση του δικαιώματος αυτού μπορεί να προϋποθέτει τη δέουσα τεκμηρίωση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική. 2. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν χορήγηση άδειας φροντίδας βάσει περιόδου αναφοράς άλλη από του ενός έτους, ανά άτομο που έχει ανάγκη φροντίδας ή υποστήριξης, ή ανά περίπτωση», και στο Άρθρο 9 Ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας «1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι εργαζόμενοι με παιδιά έως μια ορισμένη ηλικία, η οποία είναι τουλάχιστον οκτώ έτη, και οι φροντιστές, δικαιούνται να ζητούν ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας για λόγους φροντίδας. Η διάρκεια αυτών των ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας μπορεί να υπόκειται σε εύλογους περιορισμούς». Ένα καλό, επίσης, παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει η περίπτωση της Πορτογαλίας, στη οποία επισημοποιήθηκε και πλαισιώθηκε με σχετικό νόμο το καθεστώς του «άτυπου φροντιστή», δεχόμενο βέβαια πάντοτε τις σχετικές κριτικές και προτάσεις περεταίρω βελτίωσης.

3. Υπάρχουν στατιστικά δεδομένα για τους άτυπους φροντιστές στην Ε.Ε.; Ποια είναι τα ποσοστά στην Ελλάδα;

Απάντηση:
Ναι, υπάρχουν στατιστικά δεδομένα, τα οποία – ας μου επιτραπεί η έκφραση – είναι και εντυπωσιακά, αναδεικνύοντας την εξαιρετικά υψηλή σημασία του ζητήματος της άτυπης φροντίδας. Αρκεί να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με στοιχεία, το 80% του συνόλου της φροντίδας στην ΕΕ παρέχεται από (μη αμειβόμενους) άτυπους φροντιστές.(1) Να σημειωθεί, επίσης, ότι λόγω της οικονομικής ύφεσης, εκτιμάται πως ο αριθμός τους έχει αυξηθεί σημαντικά. Όσον αφορά στην Ελλάδα, σύμφωνα τουλάχιστον με στοιχεία του Eurofound, όπως αναφέρει και το Ελληνικό Δίκτυο Φροντιστών ΕΠΙΟΝΗ , ο αριθμός των φροντιστών εκτιμάται άνω των 3.600.000, δηλαδή το 34% του πληθυσμού. Το ζήτημα της άτυπης φροντίδας αποκτά για την Ελλάδα ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία μιας που, όπως αναφέρουν και πολλές μελέτες, ακόμη και όταν υπάρχουν επαγγελματίες βοηθοί ή τα άτομα που έχουν ανάγκη από φροντίδα νοσηλεύονται σε κάποιο ίδρυμα, η οικογένεια προτάσσοντας συναισθηματικούς λόγους είναι αυτή που συνήθως διατηρεί την ευθύνη της φροντίδας, θεωρώντας ότι η φροντίδα αντιπροσωπεύει ένα γνώρισμα της οικογενειακής ζωής και αποτελεί καθήκον.(2)

4. Ποια είναι τα κυριότερα ζητήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης που αντιμετωπίζουν οι «άτυπες φροντίστριες»;

Απάντηση:
Οι φροντιστές/τριες παρέχουν ένα ευρύ και πολυεπίπεδο φάσμα υπηρεσιών, που μπορεί να περιλαμβάνει κάλυψη καθημερινών αναγκών (π.χ. καθαριότητα, ψώνια, προετοιμασία φαγητού, προσωπική φροντίδα κ.ά.), οικονομική φροντίδα (π.χ. πληρωμή λογαριασμών, αγορά φαρμάκων κ.ά.), αλλά και συναισθηματική φροντίδα (π.χ. παροχή συντροφιάς). Προκειμένου να αντεπεξέλθουν σε όλα αυτά, οι φροντιστές/τριες συχνά καταπιέζουν τις δικές τους συναισθηματικές, κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες, στερούμενοι/ες επιπλέον και των δικαιωμάτων, ευκαιριών και υποστηρικτικών δομών που τους αναλογούν. Έχει, συνεπώς, διαπιστωθεί ότι εκτός από τις προφανείς τεράστιες δυσκολίες να παραμείνουν στην αγορά εργασίας και επομένως τον αυξημένο κίνδυνο φτώχειας που διατρέχουν, οι φροντιστές/τριες αντιμετωπίζουν και μια σειρά από σύνοδες πολύ σοβαρές καταστάσεις όπως άγχος, κατάθλιψη, εξάντληση και απομόνωση στην προσπάθειά τους να αντισταθμίσουν τις ευθύνες παροχής φροντίδας με τον ελεύθερο χρόνο τους. Επομένως, αν θα θέλαμε να συνοψίσουμε τα ζητήματα κοινωνικοοικονομικής ενσωμάτωσης που αντιμετωπίζουν, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ανάγκες: i) ψυχολογικής υποστήριξης, αφού βιώνουν έντονα συναισθήματα μοναξιάς, απομόνωσης, αλλά και συναισθήματα θυμού και ενοχής, ii) επικοινωνίας, αφού η αναγκαία μείωση του ελεύθερου χρόνου τους, σε συνδυασμό με τη σωματική και συναισθηματική τους κόπωση οδηγούν σε κοινωνική απομόνωση και περιορίζουν τις δυνατότητες ξεκούρασης και ψυχαγωγίας, iii) οικονομικής υποστήριξης, αφού αναγκάζονται είτε να μην εργαστούν είτε να εργάζονται με διάφορες μορφές ευέλικτης εργασίας και επομένως μικρότερες αμοιβές και δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης, ενώ παράλληλα επωμίζονται και τα κόστη φροντίδας του εξαρτώμενου ατόμου (μπορεί να περιλαμβάνουν π.χ. φάρμακα, ιατρικές επισκέψεις ή επισκέψεις σε ειδικούς, νοσηλείες κ.ά.), επηρεάζοντας το επίπεδο διαβίωσής τους, αν μάλιστα ληφθεί υπ’όψιν ότι σπάνια καλύπτονται δαπάνες φροντίδας, έστω και μερικώς από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, ενώ μιλώντας για την περίπτωση της Ελλάδας, ένα απειροελάχιστο ποσοστό φροντιστών λαμβάνει κάποιου είδους οικονομική υποστήριξη, και iv) εκπαίδευσης και ενημέρωσης σε θέματα φροντίδας του εξαρτώμενου ατόμου, με τις ανάγκες εκπαίδευσης και ενημέρωσης των άτυπων φροντιστών στην Ελλάδα να είναι πολύ υψηλές, τόσο σε σχέση με το πώς θα διαχειριστούν αυτό καθαυτό το ζήτημα που αντιμετωπίζει το φροντιζόμενο άτομο όσο και αναφορικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Ελλιπής είναι επίσης και η πληροφόρησή τους για τα είδη οικονομικής υποστήριξης που μπορούν να λάβουν για την κατ’οίκον φροντίδα αλλά και για σχετικά νομικά θέματα.

 

 

Picture2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

5. Από τις μέχρι τώρα έρευνες φαίνεται ότι το ποσοστό των γυναικών που απασχολούνται με την άτυπη φροντίδα είναι πολύ μεγαλύτερο από των ανδρών. Μπορείτε να αναλύσετε τη σημασία του γεγονότος αυτού για την ισότητα μεταξύ των δύο φύλων;

Απάντηση:
Το ζήτημα των «υπηρεσιών φροντίδας» παρουσιάζει διαστάσεις που το καθιστούν ιδιαίτερα πολυεπίπεδο ως προς τις επιπτώσεις του, εξετάζοντάς το υπό το πρίσμα μεταβλητών όπως το φύλο, μεταξύ άλλων, γεγονός που αυξάνει τη σημασία ανάδειξής του. Σαφώς λοιπόν και δε μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το 75% των μη αμειβόμενων άτυπων φροντιστών είναι γυναίκες. Αν αυτό ιδωθεί συνδυαστικά με το ότι οι γυναίκες εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης σε ποσοστό 27,4%, προκειμένου να φροντίζουν τα παιδιά ή τους ενηλίκους με ανάγκες φροντίδας, με το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών να είναι μόλις 4,6%, αναδεικνύει τον ρόλο που διαδραματίζει ο παράγοντας των «υπηρεσιών φροντίδας» στη επίταση των διακρίσεων μεταξύ γυναικών και ανδρών, ιδιαίτερα στο πεδίο της εργασίας και σε ό,τι αυτό συνεπάγεται (έμφυλο μισθολογικό και συνταξιοδοτικό χάσμα, “θηλυκοποίηση” της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, αναπαραγωγή έμφυλων στερεοτύπων κ.ά.).(3)

6. Γιατί η άτυπη φροντίδα επηρεάζει τόσο πολύ τις μικρές επιχειρήσεις;

Απάντηση:
Ο χειρισμός του ζητήματος της επέκτασης δικαιωμάτων αδειών και ευέλικτων ρυθμίσεων εργασίας για λόγους φροντίδας δύναται πράγματι να παρουσιάσει κάποιες ιδιαιτερότητες για τον χώρο των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Σύμφωνα και με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής : «Οι πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ),…, που αντιπροσωπεύουν τη μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων στην Ένωση, μπορεί να έχουν περιορισμένους οικονομικούς, τεχνικούς και ανθρώπινους πόρους. Κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν την επιβολή διοικητικών, οικονομικών ή νομικών υποχρεώσεων κατά τρόπο που θα αποτελούσε αντικίνητρο για τη δημιουργία και ανάπτυξη των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ή υπερβολική επιβάρυνση για τους εργοδότες. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη καλούνται να αξιολογήσουν εμπεριστατωμένα τον αντίκτυπο των εκτελεστικών μέτρων στις ΜμΕ, ώστε να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όλων των εργαζομένων, η μη δυσανάλογη επιβάρυνση των ΜμΕ από τα μέτρα, ειδικότερα των πολύ μικρών επιχειρήσεων, και να αποφευχθεί κάθε περιττή διοικητική επιβάρυνση. Ενθαρρύνονται τα κράτη μέλη να παρέχουν κίνητρα, καθοδήγηση και συμβουλές στις ΜμΕ, ώστε να τις βοηθούν να εκπληρώνουν τις κατά την παρούσα οδηγία υποχρεώσεις τους». Με άλλα λόγια, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, στις οποίες είχε ήδη δημιουργηθεί μια πολύ επιβαρυντική κατάσταση λόγω χρηματοπιστωτικής κρίσης, που επιδεινώθηκε περεταίρω λόγω της υγειονομικής κρίσης, πλήττοντας κατά κύριο λόγιο τις επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους, λόγω έλλειψης πόρων, οικονομικών, ανθρώπινων και τεχνικών, θα έχουν κατά πάσα πιθανότητα αρκετά μειωμένες δυνατότητες εφαρμογής των μέτρων στήριξης αυτής της ομάδας εργαζομένων που είναι και άτυποι φροντιστές. Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρξει μια συνδυαστική δράση, αφενός με περεταίρω ενίσχυση των κρατικών δομών υποστήριξης της εξισορρόπησης επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής (ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα, όπως άλλωστε και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες βρίσκεται πολύ μακριά από την εκπλήρωση των στόχων της Βαρκελώνης για την φροντίδα των παιδιών για παράδειγμα), και αφετέρου με παράλληλη υποστήριξη και ενίσχυση σε επίπεδο παροχής πόρων και συμβουλευτικής – ενημέρωσης – εκπαίδευσης, κυρίως στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις για τη δυνατότητα εφαρμογής ανάλογων πολιτικών και εκ μέρους τους. Προτείνεται, επομένως, να υπάρξει ιδιαίτερη μέριμνα για τις επιχειρήσεις του μεγέθους αυτού, που συνιστούν άλλωστε και τον κυριότερο όγκο του επιχειρηματικού κόσμου, με στήριξη τόσο σε επίπεδο παροχής σχετικών πόρων όσο και σε επίπεδο παροχής δωρεάν συμβουλευτικών υπηρεσιών (συμβούλων – εμπειρογνωμόνων) για τα ζητήματα αυτά π.χ. στο πλαίσιο αντίστοιχων προγραμμάτων.

7. Πιστεύετε ότι το νομικό οπλοστάσιο που προσφέρει η Ε.Ε. μπορεί να συνεισφέρει αποτελεσματικά στη ρύθμιση του ζητήματος;

Απάντηση:
Θεωρώ ότι η θεσμοθέτηση σε επίπεδο Ε.Ε. αποτελεί ένα πρώτο θετικό βήμα. Ωστόσο, υπάρχει πολύς δρόμος που θα πρέπει ακόμα να διανύσουμε για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για ουσιαστική αναγνώριση και στήριξη του τόσο σημαντικού ρόλου που όπως αναδεικνύεται διαδραματίζουν οι άτυποι/ες φροντιστές/τριες. Αν δούμε, για παράδειγμα, την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για την ισορροπία μεταξύ της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ζωής, αν και κινείται προς μια θετική κατεύθυνση με την αναγνώριση του ρόλου του φροντιστή, συμβαδίζει με τα ελάχιστα δυνατά π.χ. στο ζήτημα των παρεχόμενων αδειών (π.χ. 5 εργάσιμες ημέρες ως άδεια φροντιστή) κινούμενη σε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο ανταπόκρισης στις αντίστοιχες ανάγκες. Έχει, επίσης, δεχθεί ήδη κριτική από τα ευρωπαϊκά συνδικάτα ως προς το αμφιλεγόμενο ζήτημα του flexicurity (ευελιξία με ασφάλεια), μιας κατάστασης η ορθή εφαρμογή και επίτευξη της οποίας τίθεται εν αμφιβόλω και μάλιστα σε ένα ήδη απορρυθμισμένο εργασιακό περιβάλλον - λόγω χρηματοπιστωτικής και εν συνεχεία υγειονομικής κρίσης, το οποίο έχει σημαντικά μεταβληθεί και από την εισαγωγή νέων μορφών εργασίας, χωρίς σαφώς καθορισμένο πλαίσιο. Η εφαρμογή της θα πρέπει επίσης να γίνει με τρόπο που δεν θα οδηγήσει στην αναπαραγωγή έμφυλων στερεοτύπων, με το ποσοστό των γυναικών που εργάζονται με ευέλικτες ρυθμίσεις, προκειμένου να ανταποκριθούν στους πολλαπλούς τους ρόλους και αναλαμβάνοντας σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό το βάρος της άτυπης φροντίδας, να είναι συντριπτικά μεγαλύτερο σε σχέση με αυτό των ανδρών, με τις ανάλογες μισθολογικές, συνταξιοδοτικές και ως προς την εργασιακή τους εξέλιξη επιπτώσεις.

8. Γιατί η Πορτογαλία συνιστά «καλό παράδειγμα» νομικής προστασίας των άτυπων φροντιστών;

Απάντηση:
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, η Πορτογαλία χαρακτηρίζεται ως μία από τις χώρες της ΕΕ με το υψηλότερο ποσοστό φροντίδας που παρέχεται από άτυπους φροντιστές. Όπως ήδη έχει αναφερθεί, ο σχετικός Νόμος στην Πορτογαλία που εγκρίνει ένα τυπικό καθεστώς για τους «άτυπους φροντιστές» και θεσπίζει τα σχετικά υποστηρικτικά μέτρα αποτελεί αναμφίβολα ένα πρώτο θετικό βήμα για την προώθηση της εξισορρόπησης μεταξύ της επαγγελματικής και της προσωπικής ζωής τους καθώς και την κοινωνική προστασία τους. Θα μπορούσε, επίσης, να αποτελέσει μια καλή πρακτική που θα ήταν εφικτό να σταθμιστεί και για την περίπτωση της Ελλάδας, δεδομένου ότι οι δύο χώρες παρουσιάζουν αρκετές ομοιότητες, τόσο ως προς την οικονομική κατάσταση όσο και σε κοινωνικοπολιτισμικό επίπεδο (π.χ. οικογενειακοί δεσμοί κ.λπ.). Έτσι, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο Νόμο πρώτα από όλα γίνεται το σημαντικό βήμα να βγει από την αφάνεια σε επίσημο επίπεδο ο ρόλος του «άτυπου φροντιστή», να διευκρινιστεί από άποψη ορολογίας (ποιους ακριβώς περιλαμβάνει) και εν συνεχεία να πλαισιωθεί με την αναγνώριση και θέσπιση ενός συνόλου δικαιωμάτων και υποστηρικτικών μέτρων βασισμένων στις ανάγκες των άτυπων φροντιστών/τριών που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εκπαιδευτική και ψυχοσυναισθηματική στήριξη, πληροφόρηση, συμβουλευτική, συνεργασία με υποστηρικτικές δομές που μπορούν να αναλάβουν για ένα διάστημα το φροντιζόμενο άτομο, προκειμένου να υπάρχουν χρονικά διαστήματα ανάπαυλας για τους φροντιστές, επίδομα, φορολογικά οφέλη κ.ά. Να σημειωθεί, ωστόσο, πως ο σχετικός Νόμος έχει δεχθεί κριτική ή προτιμότερο θα ήταν να ειπωθεί προτάσεις περεταίρω βελτίωσης, δεδομένου ότι για παράδειγμα, αν και προβλέπει ένα επίδομα και φορολογικά οφέλη για τους άτυπους φροντιστές, δεν υπάρχει ακόμα ένδειξη σχετικά με το ποσόν ή/και τα χαρακτηριστικά του. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι το όφελος θα είναι διαθέσιμο μόνο για τους κύριους άτυπους φροντιστές: ένας φροντιστής που αποφασίζει να εργαστεί με μερική απασχόληση, ώστε να εκπληρώσει τις ευθύνες φροντίδας δε θα το δικαιούται. Σημειώνει, επίσης, ότι το καθεστώς αυτό δεν προσφέρει ούτε πρόσθετες ημέρες διακοπών στον άτυπο φροντιστή ούτε το δικαίωμα σε ημέρες απουσίας από την εργασία (π.χ. για να συνοδεύσει το φροντιζόμενο άτομο σε ένα ιατρικό ραντεβού). Επιπλέον, σημειώνει ότι το καθεστώς είναι διαθέσιμο μόνο για τα μέλη της οικογένειας, αποκλείοντας, για παράδειγμα, τη φροντίδα που παρέχεται από φίλους ή γείτονες.(4)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Σύμφωνα με στοιχεία που αναφέρονται στην ΕΚΘΕΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με εισηγήτρια την Sirpa Pietikäinen σχετικά με τις υπηρεσίες φροντίδας στην ΕΕ για τη βελτίωση της ισότητας των φύλων (2018/2077(INI)), 24.10.2018.
2.Το Ελληνικό Δίκτυο Φροντιστών ΕΠΙΟΝΗ, στις 6 Οκτωβρίου 2020 στην Αθήνα, γιόρτασε την πρώτη του είδους της, Ευρωπαϊκή Ημέρα Φροντιστων

3.Τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται αφορούν την κατάσταση σε επίπεδο ΕΕ και έχουν αντληθεί από την ΕΚΘΕΣΗ της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με εισηγήτρια την Sirpa Pietikäinen σχετικά με τις υπηρεσίες φροντίδας στην ΕΕ για τη βελτίωση της ισότητας των φύλων (2018/2077(INI)), 24.10.2018.

4.Αναλυτικότερα για το συγκεκριμένο Νόμο στην ιστοσελίδα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ www.imegsevee.gr: Pedro Perista (2019). Ένα νέο επίσημο καθεστώς για άτυπους/ες φροντιστές/τριες στην Πορτογαλία, ESPN Flash Report 2019/55, μτφρ Ι. Προφύρη, European Social Policy Network (ESPN), Αθήνα: ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, σσ. 3

 

 

Η Ιωάννα Προφύρη είναι Ιστορικός – Εθνολόγος με ειδίκευση σε θέματα φύλου, καθώς και μετανάστευσης. Εργάζεται ως επιστημονικό στέλεχος στο ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ από το 2012 και ασχολείται ερευνητικά με τα θέματα των έμφυλων ανισοτήτων και γενικότερα των διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής. Επιπλέον, υπήρξε Υπεύθυνη του Γραφείου Ισότητας ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ υλοποιώντας δράσεις για την προώθηση της αρχής της ισότητας των φύλων στο συνδικαλιστικό πεδίο και την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων της ΓΣΕΒΕΕ και των μελών της.
Εργάστηκε ως Σύμβουλος παροχής υπηρεσιών και συμβουλευτικής απασχόλησης σε γυναίκες αλλά και σε ειδικότερες πληθυσμιακές ομάδες γυναικών (μετανάστριες, πρόσφυγες, ρομά κ.ά.) στο Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (Κ.Ε.Θ.Ι.), καθώς και ως Εκπαιδεύτρια σε προγράμματα εκπαίδευσης μεταναστών/στριών στην ελληνική γλώσσα, την ελληνική ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό.
Είναι απόφοιτη του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, με κατεύθυνση Ιστορίας και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης (DEA), του τμήματος «Γυναικείων Σπουδών» («Etudes Féminines»), του Πανεπιστημίου Vincennes-Saint Denis (Paris VIII). Υπήρξε μέλος συγγραφικής ομάδας δύο μελετών που εκδόθηκαν από το ΚΕΘΙ, ενώ έχει δημοσιεύσει και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά σε θέματα μετανάστευσης, φύλου και γυναικείας επιχειρηματικότητας.

 

 

Η Άννα Κουμανταράκη είναι Σύμβουλος καθηγήτρια στο ΕΑΠ

 

Περί «κουλτούρας απλής αναλογικής» !

baltas giorgosΣτα πλαίσια της Δημόσιας Διαβούλευσης για το  νέο εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής στην σχετική συζήτηση στο  Δημοτικό Συμβούλιο κυριάρχησε  το περί «ύπαρξης ή μη» της αναγκαίας κουλτούρας για την  απλή αναλογική!

Περισσότερα...

54 χρόνια από το πραξικόπημα και την δικτατορία -2ο μέρος

54 χρόνια από το πραξικόπημα και την δικτατορία -2ο μέρος

Ι. ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ

Η θεωρία του ολοκληρωτισμού της Χάνα Άρεντ άνοιξε το δρόμο για μια πιο βαθιά επιστημονική συζήτηση και έρευνα για το φασισμό, το ναζισμό και το σταλινισμό. «Τα πάντα εντός του κράτους, τίποτα εκτός του κράτους, τίποτα εναντίον του κράτους» διεκήρυττε ο φασίστας Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσσολίνι.

Το γενικό σχήμα που περιγράφει το ολοκληρωτικό σύστημα αποτελείται από δύο ομόκεντρους κύκλους εκ των οποίων αυτός που αναπαριστά την κοινωνία πολιτών περικλείεται εντός του μεγαλύτερου που αναπαριστά το κράτος. Πρόκειται για ένα αφαιρετικό σχήμα που, με τους λοιπούς όρους να παραμένουν αμετάβλητοι, αναπαριστά το μοντέλο του ολοκληρωτισμού όπως το αντιλαμβάνεται ο πολιτικός φιλελευθερισμός και η δημοκρατική θεωρία. Η γραμμική εξέλιξη από το αρχικό μοντέλο της φιλελεύθερης κοινωνίας στην ολοκληρωτική περιλαμβάνει δύο ενδιάμεσα χρονικά και ποιοτικά στάδια. Αρχικά το κράτος επεμβαίνει ελάχιστα στην κοινωνία πολιτών και στην ιδιωτική σφαίρα (οικονομικός φιλελευθερισμός και αρνητικό κράτος). Κατόπιν το (θετικό) κράτος αρχίζει να παρεμβαίνει σε πολλές από τις δραστηριότητες και θεσμούς της κοινωνίας πολιτών και της ιδιωτικής σφαίρας. Το τελευταίο στάδιο πριν από την απαρχή του ολοκληρωτισμού χαρακτηρίζεται από τη μαζική παρέμβαση του κράτους στον οικονομικό σχεδιασμό, στις κοινωνικές υπηρεσίες, στην πρόνοια και στις ιδιοκτησιακές σχέσεις (κράτος πρόνοιας και δημοκρατικός σοσιαλισμός).

Πιο αναλυτικά, κύρια χαρακτηριστικά ενός ολοκληρωτικού συστήματος (του «ολικού» κράτους) είναι η μαζική πειθάρχηση της ζωής των ανθρώπων, η δημιουργία ενός τελειοποιημένου μηχανισμού για την κατασκευή συναίνεσης μέσω της προπαγάνδας και της κατήχησης σε συνδυασμό με την καταπίεση και το κλίμα τρόμου απέναντι σε υποτιθέμενους εχθρούς της κοινωνίας, εξωτερικούς και, κυρίως, εσωτερικούς. Η βία στο αποκορύφωμά της. Το ολοκληρωτικό σύστημα ολοκληρώνεται στην εντέλεια, κατά την Arendt, όταν ακόμη και η φωνή του ανθρώπου χάνεται οριστικά, όταν ο άνθρωπος δεν θα ξέρει πια να επικοινωνήσει, όταν το μέσο της επικοινωνίας η προφορική ομιλία που ξεχωρίζει το ανθρώπινο είδος, δηλαδή ο λόγος, παύει να υφίσταται : «Πράγματι, ούτε κι οι πόλεμοι ακόμη, ας αφήσουμε τις επαναστάσεις, προσδιορίζονται πάντοτε εντελώς από τη βία. Εκεί όπου η βία κυριαρχεί απόλυτα, όπως για παράδειγμα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ολοκληρωτικών καθεστώτων, όχι μόνο οι νόμοι – οι νόμοι σιωπούν (le lois se taisent), όπως το διατύπωσε η Γαλλική Επανάσταση – αλλά τα πάντα και οι πάντες πρέπει να σιωπούν. Είναι εξαιτίας αυτής της σιωπής που η βία είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο στην πολιτική σφαίρα και γιατί ο άνθρωπος, στο βαθμό που είναι πολιτικό ον, είναι προικισμένος με τη δύναμη του λόγου. Οι δύο φημισμένοι ορισμοί του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο, ότι είναι πολιτικό ον και είναι ον προικισμένο με το λόγο, αλληλοσυμπληρώνονται και αναφέρονται αμφότεροι στην ίδια εμπειρία της ζωής στην Ελληνική πόλη. Το ουσιώδες εδώ είναι ότι η βία αυτή καθ’ εαυτή είναι ανίκανη να εκφέρει λόγο, και όχι απλώς ότι ο λόγος είναι ανίσχυρος σαν έρθει αντιμέτωπος με τη βία.

Η ιδιαίτερη ευαισθησία που χαρακτηρίζει την προσπάθεια της Hannah Arendt να αναλύσει το ολοκληρωτικό σύστημα οφείλεται τόσο στην παιδεία της όσο και στην εμπειρία της, εμπειρία που μοιράστηκε με πολλούς/ες άλλους/ες της γενιάς της και της εθνικής και θρησκευτικής της καταγωγής. Η Γερμανοεβραϊκή της καταγωγή και ο καθολικός χαρακτήρας της παιδείας της αφήνουν τα ίχνη τους στην εργασία της για τον ολοκληρωτισμό. Φτάνει να ερευνά σε βάθος μέσα στην ιστορία των μεσαιωνικών και νεοτέρων χρόνων για να βρει τις ρίζες του ολοκληρωτισμού. Αναζητεί όχι μόνο τη Γερμανική και Άρια καταγωγή του ναζισμού αλλά δεν αφήνει τίποτα όρθιο και στην πλευρά του Εβραϊσμού – με χαρακτηριστική την κριτική της τοποθέτηση για τον Benjamin Disraeli, τον άνθρωπο που έφτασε στην κορυφή της Βρετανικής αυτοκρατορίας στο 18ο αιώνα και ο οποίος είχε πλάσει κρυφά όνειρα για επικράτηση της «εκλεκτής Εβραϊκής φυλής» όταν εκπονούσε τα νεανικά λογοτεχνικά του έργα. Ως μια από τις τελευταίες «καθολικές διανοούμενες» του 20ού αιώνα η Arendt προσεγγίζει τον ολοκληρωτισμό από τις πλευρές της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής και της πολιτικής ψυχολογίας και, βεβαίως, της φιλοσοφίας.

Οι έννοιες που κατέχουν κεντρικές θέσεις στην ανάλυση της Arendt είναι ο αντι-σημιτισμός, τα παν-κινήματα, ο ιμπεριαλισμός, η επέκταση για χάρη της επέκτασης, οι ανθρώπινες μάζες. Ο αντι-σημιτισμός γεννιέται στους μεσαιωνικούς χρόνους με δύο κύρια χαρακτηριστικά : από τη μια θρησκευτικά (η φυλή που «πρόδωσε» το Χριστό) και από την άλλη κοινωνικο-οικονομικά (οι αποδιοπομπαίοι τράγοι σε εποχές κοινωνικό-οικονομικής κρίσης ως οι διαμεσολαβητές και κάτοχοι της χρηματικής πίστης). Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά ανάλογα με τη συγκυρία άλλοτε θα τονίζονται μαζί και άλλοτε ξεχωριστά. Η απελευθέρωση των πολιτών με την είσοδο στην εποχή της νεωτερικότητας και την ανάπτυξη του καπιταλισμού θα στερήσει από τους οικονομικά ισχυρούς Εβραίους τις δυνατότητες που τους παρείχαν τα προνόμια του «ancien regime» ως των χρηματοδοτών των βασιλικών και πριγκηπικών αυλών. Τα παν-κινήματα είναι τα κινήματα εκείνα που χαρακτηρίζονται από την ιδεολογία του «φυλετικού εθνικισμού». Ο φυλετικός εθνικισμός έτεινε να συμπεριλάβει ως εν δυνάμει μέλη του κοινωνικού αυτού κινήματος όσους και όσες διέθεταν όχι μόνο τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν μια εθνότητα, δηλαδή κοινή γλώσσα, ήθη και έθιμα, κοινό έδαφος, αλλά διεύρυνε τα πλαίσια αυτά προσθέτοντας και κυρίως, προθέτοντας και προβάλλοντας με ιδιαίτερο τόνο το στοιχείο του «αίματος». Ο γερμανικής καταγωγής υπήκοος της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας που από το 1933 ως το 1945 επρόκειτο να προβληθεί ως ο πρωταγωνιστής στους χειρότερους εφιάλτες της ανθρωπότητας θα προκαθορίσει δύο στοιχεία ως βασικά προαπαιτούμενα της φυλετικής καθαρότητας : το αίμα και το χώμα. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι ο φυλετικός εθνικισμός τείνει να εξαλείψει από το λεξιλόγιό του την έννοια της ανθρωπότητας & υπάρχει η ανώτατη, μόνο, φυλή και όλοι οι «άλλοι» που υποβιβάζονται στην κατηγορία του ζώου. Το ζώο στερείται της ικανότητας του λόγου και, κατά συνέπεια, πρέπει είτε να περιορίζεται είτε να εξοντώνεται ως άχρηστο. Η Arendt προσεγγίζει τον ολοκληρωτισμό και από αυτή την οδό τη βαμμένη με το αίμα των θυμάτων του φυλετικού εθνικισμού. Ο ιμπεριαλισμός έχει μια Δυτική και μια Κεντρικο-Ευρωπαϊκή χροιά. Ο Δυτικός, και κυρίως ο Βρετανικός της εποχής του 19ου αιώνα και της εποχής του ναζισμού, ιμπεριαλισμός έχει μια αίσθηση της ανθρωπότητας : τα βρετανικά εμπορικά και πολεμικά πλοία που επιβάλλουν στην Ανατολή τη θέληση της αυτοκρατορίας δια της πολιτικής της κανονιοφόρου «δαμάζουν το νερό, τον άνεμο και τον ήλιο». Ο ιμπεριαλισμός είναι σαν τον επιβάτη του ποδηλάτου, όπως και ο καπιταλισμός : και οι δύο πρέπει να κινούνται συνεχώς για να μπορούν να στέκονται. Όπως ο καπιταλιστής έχει ανάγκη από παραγωγή νέων κερδών συνεχώς για να μπορεί να αναπαράγεται έτσι και ο ιμπεριαλιστής : πρέπει να εργάζεται για την επέκταση για την επέκταση. Ο κεντρικοευρωπαϊκός, αντίθετα, ιμπεριαλισμός είναι διαφορετικός. Η αντίληψη για το χώρο είναι διαφορετική. Τόσο η Γερμανία όσο και η Ρωσία δεν έχουν τις εκτεταμένες αποικίες της Δύσης και περιορίζονται στα Ευρωπαϊκά ηπειρωτικά πλαίσια. Το πλεόνασμα χρήματος και το πλεόνασμα πληθυσμού πρέπει να διοχετευτεί στους «ζωτικούς χώρους» που περιτριγυρίζουν τη χώρα. «Η επέκταση για την επέκταση» θα ανακαλυφθεί όταν έχει ήδη ολοκληρωθεί μέσα στο ίδιο το εσωτερικό της χώρας : η καθυστερημένη ενοποίηση της Γερμανίας. Ταυτόχρονα όμως δεν πρέπει να κατανοήσουμε το ναζιστικό κίνημα ως ένα οποιοδήποτε εθνικιστικό κίνημα. Ο ναζισμός ανακαλύπτοντας τo φυλετικό geist (πνεύμα) στο ρατσισμό των Αρίων θα προσδώσει «θετική» χροιά στο κίνημα του Χίτλερ : ʼριος σημαίνει Ευγενής στη σανσκριτική γλώσσα. Η Ινδοευρωπαϊκή ομοεθνία είναι η καταγωγή των Αρίων. Η κατάδυση του ναζισμού στα βαθιά νερά του μυστικισμού θα οδηγήσει στη χαμένη ήπειρο της κοινωνίας των καστών από τις οποίες η απόπειρα εξόδου ισοδυναμεί με θάνατο. Οι ευγενείς πρέπει να μείνουν ευγενείς και να αυτοαναπαράγονται με τον επιστημονικά πιο πρόσφορο τρόπο, οι δε παρίες να εξολοθρεύονται. Οι Γερμανοί δεν αισθάνονταν όλοι άνετα. Οι διαχωρισμοί ανάμεσα στο «εμείς» και στο «αυτοί» αρχίζουν να γίνονται μετά το 1933 και στο εσωτερικό του προνομιούχου έθνους. Η ναζιστική ιδεολογία παρά το επιφανειακό της νεωτερικό στυλ δεν παύει να είναι η κατ’ εξοχήν οπισθοδρομική και αντιδραστική ιδεολογία. H 1η Σεπτεμβρίου του 1939 θα προσδιορίσει και το σημείο από το οποίο αρχίζει η εφαρμογή του σχεδίου για την υποβάθμιση της ανθρωπότητας και ως συνόλου: η έναρξη του «ολοκληρωτικού πολέμου». Η πάλη των φυλών έχει αντικαταστήσει την πάλη των τάξεων. Στις αντίπερα όχθες των κεντροευρωπαϊκών ποταμών ο παν-σλαβισμός, αν και μη επίσημη ιδεολογία του κράτους, ως παν-κίνημα θα έχει συμβάλλει στην οικοδόμηση μιας άλλης ολοκληρωτικής δικτατορίας. Ο εθνικιστικός αναπροσανατολισμός της ΕΣΣΔ και του Κομμουνιστικού Κόμματος θα προσδώσει μια νέα φυσιογνωμία στη χώρα αυτή που δεν θα έχει καμία σχέση με τη χώρα της επανάστασης του Οκτώβρη του 1917. H 1η Σεπτεμβρίου του 1939 θα προσδιορίσει και το σημείο από το οποίο αρχίζει η εφαρμογή του σχεδίου για την τελική λύση του Χίτλερ : η καταστροφή αρχίζει. Η ελευθερία του ανθρώπου δεν λογαριάζεται ως αξία μπροστά στη φυλή. Η ελευθερία χάνει τόσο το θετικό της όσο και το αρνητικό της περιεχόμενο κάτω από τη μπότα των κατακτητών.

 

 

Η Αrendt φτάνει στο σημείο να τονίσει ότι ακόμη και ανάμεσα στις κλασικές τυραννίες και στον ολοκληρωτισμό υπάρχει μια ακόμη ουσιαστική διαφορά : η τυραννία ή η στρατιωτική δικτατορία αφήνουν – συνειδητά ή ασυνείδητα, αδιάφορο, – έστω και κάποιες ελάχιστες χαραμάδες ελευθερίας στον άνθρωπο να χαρεί την ιδιωτική του ζωή, ο ολοκληρωτισμός σκοπεύει στο κλείσιμο κι αυτής της χαραμάδας. Η αρνητική ελευθερία που ένα της βασικό στοιχείο είναι το «δικαίωμα στο όνειρο» θεωρείται ως η άκρη της κλωστής που άμα την τραβήξει κανείς θα ξεσκιστεί ολόκληρο το ψεύτικο οικοδόμημα του ολοκληρωτισμού. Γι’ αυτό και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ο άνθρωπος-μάζα οδηγείται στην τέλεια απόγνωση ώστε να μην ελπίζει έστω και σε έναν θεό, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός: ο άνθρωπος, η φύση, η κοινωνία, η ακόμη κι ο «πανταχού παρών και τα πάνθ’ ορών» που από τα γεννοφάσκια του μαθαίνει να γνωρίζει ο κάθε άνθρωπος στα πλαίσια της διαδικασίας του εκ-κοινωνισμού του. Οι έγκλειστοι των στρατοπέδων οδηγούνται στην απόρριψη κάθε έννοιας περί χρησιμότητας ακόμη και του εαυτού τους. Αισθάνονται άχρηστοι. Και ως άχρηστοι, χωρίς θεό χωρίς βουλή, οδηγούνται στα κρεματόρια ή αφήνονται στο έλεος της παγωμένης φύσης. Ο ολοκληρωτισμός έκανε τους ανθρώπους να νοιώσουν πως δεν έχουν καμία αξία. Νομιμοποίησε το έγκλημα όχι μόνο για τους καθ’ έξιν κατά σύστημα εγκληματίες αλλά το έκανε αποδεκτό και από τα ίδια τα θύματα : ο «φονιάς με το θύμα αγκαλιά» κατά την παρανόηση μιας από τις εκδοχές. Η αντίστοιχη, αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό τελειοποιημένη, στρατηγική ακολουθήθηκε και από την άλλη πλευρά, τη Σταλινική. Ας θυμηθούμε τις δίκες της Μόσχας: ο αθώος ομολογούσε το έγκλημα που δεν διανοήθηκε ποτέ να διαπράξει για να σώσει όχι τον εαυτό του αλλά τη «σοσιαλιστική» πατρίδα. Δεν ήταν οι ομολογίες μονάχα προϊόντα βασανιστηρίων. Οι Ναζιστές και οι Σταλινικοί βασίστηκαν στη γνήσια ανιδιοτέλεια των στρατευμένων οπαδών τους για να δηλώσουν στον έξω κόσμο ότι τα καθεστώτα τους είναι τόσο τελειοποιημένα που ακόμη και η διαφωνία ως προς μια επιμέρους πολιτική δεν μπορεί παρά να εντάσσεται σε μια ενιαία λογική. Η διαφωνία είναι και αυτή προγραμματισμένη. Αντίθετα, πολλές φορές η συμφωνία με την ολοκληρωτική ιδεολογία είναι που βάζει σε υποψία τους ολοκληρωτικούς ηγέτες. Ενώ η σκέψη απαγορεύεται ρητώς και δια ροπάλου, εν τούτοις υπαγορεύεται στην πράξη, για να είναι σε θέση ο ολοκληρωτικός ηγέτης να χρησιμοποιεί σαν πιόνια μιας πολιτικής σκακιέρας τους υποταγμένους του. Στο όνομα της αποτελεσματικότητας της πολιτικής του ο ηγέτης κάνει ρουά ματ πριν ακόμα ξεκινήσει την παρτίδα.

Η εξουσία έχασε την πραγματική της έννοια, κατά την Arendt, κι έγινε ωμή βία, τρόμος, σιωπή. Όμως υπήρξαν κραυγές στη σιωπή. Αν οι ιδεολόγοι του ολοκληρωτισμού νομίζουν πως ο ολοκληρωτισμός ποτέ δεν πεθαίνει, έχουν και δίκιο και άδικο. Όταν ο Αδόλφος και η Εύα αυτοκτονούσαν σ’ εκείνο το Βερολινέζικο υπόγειο για να μην δώσουν τη χαρά στους Σοβιετικούς στρατιώτες που κατελάμβαναν την πρωτεύουσα του Γ Ράιχ να τους συλλάβουν ήξεραν πως η φυσική τους παρουσία δεν ήταν πλέον απαραίτητη. Ο Αδόλφος γνώριζε πως σε κάποια άλλη στιγμή της ιστορίας, που είναι γνωστή για τα καπρίτσια της, ίσως σε κάποιο άλλο τόπο και, βεβαίως, υπό άλλες συνθήκες, κάποιος άλλος άνθρωπος με «έμφυτη προσωπικότητα» τόσο ισχυρή ώστε να ξεχωρίζει από το ασήμαντο πλήθος των μαζανθρώπων θα προσπαθήσει να ξαναοργανώσει το πλήθος των ανωνύμων σε ένα νέο ολοκληρωτικό παν-κίνημα με στόχο την κατάργηση της ανθρωπότητας, των ίδιων των ανθρώπων με τα φυσικά τους δικαιώματα. Και ο ολοκληρωτισμός που τότε δεν δεσμευόταν από τα εθνικά όρια και επεκτεινόταν για χάρη της επέκτασης σε ολόκληρο τον πλανήτη, ίσως αύριο να προσπαθήσει να διευρύνει τα όρια της επέκτασής του και πέρα από τα όρια της τόσο υποτιμημένης στην αντίληψή του ανθρωπότητας. Οι νέοι ʼριοι ίσως να είναι γήινοι στην καταγωγή αλλά όχι στην εμβέλεια.

Πάντως η ιδιότητα του ανθρώπου-πολίτη όπως την όρισε ο Αριστοτέλης μπορεί να αποδείξει ενεργοποιούμενη και το άδικο των ιδεολόγων του ολοκληρωτισμού. «Οι ολοκληρωτικοί υπερηφανεύονται ότι είναι ο ισχυρός βραχίονας της ιστορικής αναγκαιότητας. Αυτοαναγνωρίζονται ως οι νέες και σφριγηλές δυνάμεις που αγωνίζονται εναντίον μιας παλιάς, παρακμάζουσας τάξης πραγμάτων. Ισχυρίζονται πως πρέπει να αποδείξουν, και δεν μπορούν να αποδείξουν. Εν τούτοις πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε στο δικό τους έδαφος, και να έχουμε τις λύσεις τις δικές μας για τα δικά τους προβλήματα. Δεν θα είναι και τόσο εύκολο καθήκον. Όμως αν πετύχουμε, τότε η ελευθερία θα αποδειχτεί πάντα νέα, και η καταστροφή που βρίσκεται στη ρίζα όλων των ολοκληρωτισμών θα στραφεί εναντίον του ίδιου του ολοκληρωτισμού» έγραφε από το Λονδίνο την 1η Δεκεμβρίου του πρώτου έτους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο F. Borkenau. Το μήνυμα του ήταν ένα και μοναδικό : Αντίσταση και επανενοποίηση της κοινωνίας με βάση τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Η ψυχολογική – ιστορική προσέγγιση της Σχολής της Φρανκφούρτης

Η ανάλυση του ολοκληρωτισμού, ιδίως της φασιστικής εκδοχής του, από την πλειοψηφία των μελών της «Σχολής της Φρανκφούρτης», της Αμερικανικής περιόδου της, χαρακτηρίζεται από την έρευνα των κοινωνιολογικών – ψυχολογικών δομών που τον συγκροτούν. Η ανάλυση για να πραγματοποιηθεί προϋποθέτει το συνδυασμό στοιχείων τόσο από τον Μαρξισμό όσο και από τον Φροϋδισμό καθώς και στοιχείων κοινωνιολογίας και πολιτικής θεωρίας. Η συνδυαστική αυτή προσπάθεια αποδίδει έναν ιδιαίτερο ρόλο στους κοινωνικούς επιστήμονες στην αντιφασιστική πάλη. Bασικός εκπρόσωπος της προσέγγισης αυτής ο Τ.W.Adorno θεωρεί ότι η προκατειλημμένη, δηλαδή η αυταρχική προσωπικότητα αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο στον επαναστατικό μετασχηματισμό των κοινωνικών και πολιτικών δομών. Η προκατειλημμένη προσωπικότητα είναι μια υπό έλεγχο προσωπικότητα. Ο προκατειλημμένος άνθρωπος στερείται της ικανότητας να ερευνά τον ίδιο του τον εαυτό, συνεπώς είναι στη δυσάρεστη, που βέβαια δεν τη συνειδητοποιεί, θέση να μην μπορεί να «δει» τον εαυτό του και να «είναι» ο εαυτός του. Ο άνθρωπος αυτός είναι, ως εκ τούτου, δεκτικός σε κάθε είδους χειραγώγηση που τον στρέφει ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό, ενάντια στα ίδια του τα βασικά συμφέροντα. Το καθήκον των κοινωνικών επιστημόνων όπως το προσδιόρισε ο Αdorno συνίσταται στην υποβοήθηση των προκατειλημμένων προσωπικοτήτων να αποβάλουν το ημιδιαφανές πέπλο της χειραγώγησης που επιβάλλεται συνήθως εκ των άνω, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και εκ των κάτω. Ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι οι άνθρωποι αυτοί να καταστούν ικανοί, μέσω της αυτογνωσίας, να προσδιορίσουν τους αληθινούς τους εαυτούς για να αποκτήσουν τη δυνατότητα του να συμπεριφέρονται ρεαλιστικά σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η μεθοδολογική συζήτηση που διεξήχθη στα πλαίσια της ερευνητικής ομάδας που υπό την επιμέλεια των Adorno, Horkheimer και S.H.Flowermann και σε συνεργασία με την Αmerican Jewish Society μελέτησε το ζήτημα της αυταρχικής προσωπικότητας κατέληξε στην απόφαση να χρησιμοποιηθούν οι τεχνικές των ερωτηματολογίων με στόχο να αποσπασθούν πληροφορίες αναφορικά με την κοινωνική κατάσταση των ατόμων χρησιμοποιώντας ως κλίμακα μέτρησης την μέθοδο Lickert. Η καταγραφή των απόψεων και προδιαθέσεων των ατόμων βοηθά στην πληρέστερη κατανόηση συνθέτοντας μια κοινωνική ψυχολογία της προκατάληψης.

Η απόπειρα του έτερου μέλους της σχολής της Φρανκφούρτης, του Erich Fromm εστιάζεται περισσότερο στους ψυχολογικούς παράγοντες που επιτρέπουν την αποδοχή του φασισμού. Ακόμη πιο διεισδυτικά το ερευνητικό του βλέμμα εισχωρεί στην ψυχή, όχι μόνο του «νευρωτικού ανθρώπου» αλλά και, του «κανονικού» καθημερινού ανθρώπου που διαμορφώνεται ως «αυταρχική προσωπικότητα». Η κύρια αιτία είναι ο σαδομαζοχιστικός χαρακτήρας του κανονικού ατόμου που από τη μια αρέσκεται στην λατρεία των εξουσιαστών αρχηγών και στην υποταγή σ’ αυτούς και από την άλλη επιθυμεί να υποτάξει στις δικές του εξουσιαστικές διαθέσεις τους άλλους.

Η τοποθέτηση του Gerald M.Platt εντάσσεται στις ψυχολογικές αναλύσεις του φασισμού από μια άλλη, ανεξάρτητη σε σχέση με τη Σχολή της Φρανκφούρτης, πλευρά. Δεν ερμηνεύει το φασισμό ως απλώς ένα φαινόμενο που αντανακλά τις διαθέσεις της «κατώτερης μεσαίας τάξης» αλλά τον τοποθετεί στο πεδίο της «κρίσης ταυτότητας». Υπό την έννοια αυτή βρίσκεται πιο κοντά στις απόψεις της Arendt. Το μοντέλο αυτό είναι ένα πλαίσιο μέσα από το οποίο ορίζονται οι ορίζουσες του ναζισμού ως νέας ιδεολογικής δύναμης που όχι μόνο προσδίδει στους οπαδούς του μια νέα αίσθηση του νοήματος του κόσμου που τους περιβάλλει, αλλά, κι αυτό είναι το επικίνδυνο, δημιουργεί κι επιβάλλει μια αυταπάτη : την αυταπάτη του ανήκειν στο «ίδιο» κίνημα. Σε μια άλλη δηλαδή εκδοχή του «εμείς» και του «αυτοί» με καθέτως προσδιορισμένες διαχωριστικές γραμμές που οριοθετούν και δημιουργούν την αίσθηση της κοινής ταυτότητας. Τότε αυτή η ταυτότητα περιελάμβανε το φυλετικό στοιχείο ως προσδιοριστικό και πρωταρχικό. Σήμερα αυτή η ταυτότητα εστιάζεται στο πολιτισμικό στοιχείο. Η ουσία όμως της επικίνδυνης και ολοκληρωτικής ομογενοποίησης του κοινωνικού είναι ίδια και απαράλλακτη. «Η απώλεια των οικείων κοινωνικών νορμών και η τοποθέτηση κάποιου εντός αυτών είναι εν δυνάμει χαοτική. Άνθρωποι που δεν μπορούν να διατηρήσουν μια βιογραφικά κεκτημένη αίσθηση προσωπικής ταυτότητας, συνέχειας, αισθημάτων αξιοσύνης, αυτοεκτίμησης, του ανήκειν σε μια κοινότητα, και άλλων πολλών, εύκολα κυριεύονται από συναισθηματικές εμπειρίες. Όταν αυτές οι συνθήκες διαχέονται ευρέως η κοινωνία υποφέρει από κρίση κατασκευής νοήματος». Το πρόσωπο που ξεπροβάλλει μέσα από αυτή την κρίση και που μπορεί να συνθέσει σ’ ένα νέο ιδεολογικό πλαίσιο την ερμηνεία της αίσθησης της κρίσης και τον σχεδιασμό των μελλοντικών ανατάσεων, έχει τη δυνατότητα, ελλείψει σημαντικών αντιστάσεων, να ελέγξει τεράστια σύνολα ανθρώπων που αναζητούν ταυτότητα και αίσθηση του ανήκειν. Ο Ναζισμός, ο Φασισμός και ο Σταλινισμός έπαιξαν επάξια, σε βάρος όμως της έννοιας της ανθρωπότητας, αυτό το παιχνίδι. Αυτή η κρίση νοήματος συνυφαίνεται με την ανάγκη που νοιώθουν στη φάση αυτή τα άτομα να τύχουν αναγνώρισης, μιας αναγνώρισης που θα τους κάνει εύπιστους απέναντι στον ολοκληρωτικό ηγέτη γιατί αυτός θα προέρχεται απ΄αυτά, θα μιλάει όπως αυτά και θα απαιτεί προσήλωση και σεβασμό που θα καταλήξει στον ολοκληρωτικό τρόμο. «Μπορεί να αισθάνομαι ανελεύθερος με τη έννοια ότι δεν με αναγνωρίζουν ως μια αυτοκυβερνώμενη ατομική ανθρώπινη ύπαρξη& όμως το ίδιο μπορεί να νοιώθω και ως μέλος μιας μη αναγνωρισμένης ή μη ικανοποιητικά εκτιμώμενης ομάδας : τότε επιθυμώ τη χειραφέτηση ολόκληρης της τάξης μου, ή της κοινότητας ή του έθνους ή της φυλής ή της επαγγελματικής ομάδας. Τόσο πολύ μπορώ να το επιθυμώ αυτό, ώστε να μπορώ, μέσα στην οδυνηρή μου λαχτάρα για status , να προτιμήσω να με κακομεταχειρίζεται και να με κακοκυβερνά κάποιο μέλος της φυλής μου ή της κοινωνικής μου τάξης, από τον οποίο παρ’ όλ’ αυτά αναγνωρίζομαι ως άνθρωπος και ως αντίπαλος – δηλαδή ως ίσος – από το να με μεταχειρίζεται καλά και υπομονετικά κάποιος από μια ανώτερη και απόμακρη ομάδα, που δεν με αναγνωρίζει γι’ αυτό για το οποίο επιθυμώ να είναι ο εαυτός μου». Ο I.Berlin είχε δίκιο να τονίζει 30 χρόνια μετά την έναρξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου πού μπορούσε να οδηγήσει μια τέτοια αντίληψη : στην άρνηση κάθε μορφής ελευθερίας, είτε θετικής είτε αρνητικής.

 

82b67752 664b 4522 9a47 471896f2c36b

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η απάντηση του Νίκου Πουλαντζα στη θεωρία περί ολοκληρωτισμού και η εκτίμηση του για το φασιστικό φαινόμενο

Ο Ν.Πουλαντζάς αρνείται το ότι η H.Arendt είχε σκοπό να ερευνήσει το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού από μια μαρξιστική σκοπιά – πόσο μάλλον από μια γενικά αριστερή σκοπιά. Θεωρεί ότι το βιβλίο της Αrendt «ήταν μια από της βίβλους της αγγλοσαξονικής και της γερμανικής δημοκρατίας στη διάρκεια των ετών του «ψυχρού πολέμου». Η κύρια ιδεολογικοπολιτική γραμμή του βιβλίου είναι γνωστή : κομμουνισμός = φασισμός, Στάλιν = Χίτλερ, οι «μη φυσιολογικοί , κομμουνιστές – φασίστες, μοιάζουν και ζήτω η αστική δημοκρατία, εδώ είναι πραγματικά η ουσία της υπόθεσης». Η Αrendt, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, εξαφανίζει από το λεξιλόγιό της τις κοινωνικές τάξεις και την αναμεταξύ τους πάλη και επικεντρώνει την ανάλυσή της γύρω από το δίπολο «δημοκρατία-συγκεντρωτικό κράτος». Είναι αλήθεια πως η Arendt εντάσσεται σε ένα γενικώς και αορίστως αριστερό, κατά την άποψή μου, διανοητικό πόλο που έχει κύριο άξονα της σκέψης του την αντίθεση δημοκρατίας-τυραννίας και που «νοσταλγεί» την αρχαία ελληνική «πόλη» καταδικάζοντας παράλληλα τη σύγχρονη ολοκληρωτική τυραννία και βλέποντας μορφές αναβίωσης των πολιτικών σχέσεων της αρχαίας «πόλης» στα εργατικά συμβούλια που δημιουργήθηκαν στα πλαίσια της εξέγερσης της Ουγγαρίας το 1956 ενάντια στη Σοβιετική εισβολή. Αυτό το γεγονός ο Πουλαντζάς το θεωρεί αξιοσημείωτο γιατί συμβαδίζει με την φιλελεύθερη και όχι με την συντηρητική τάση των πολιτικών θεωρητικών της ψυχροπολεμικής εποχής. Οι παρατηρήσεις για το έργο της Arendt που σημειώνει ο Πουλαντζάς είναι οι εξής : «τόσο ο φασισμός όσο και οι άλλες μορφές αστικού κράτος είναι, όλες, μορφές του κ α π ι τ α λ ι σ τ ι κ ο ύ κ ρ ά τ ο υ ς. Πράγμα, ωστόσο που δε σημαίνει επίσης, πως δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε αυτές τις μορφές, ή πως υπάρχει μια απλή γραμμική συνέχεια μεταξύ τους. Αλλά η τοποθέτηση, ακριβώς, των σχέσεων και διαφορών και η ερμηνεία τους, είναι κάτι που δεν επιτυγχάνει η Η.Arendt. Toύτου λεχθέντος, δεν υπάρχει αμφιβολία πως όταν αφοσιώνεται σε συγκεκριμένες αναλύσεις για το φασισμό, βρίσκουμε συχνά στη H.Arendt εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πληροφορίες και περιγραφές, οι οποίες και ξεχωρίζουν, εξάλλου, από τους παραλογισμούς των επιγόνων της : του Kornhauser, πχ. Αλλά το ζήτημα δεν είναι εκεί».


Το ζήτημα είναι πώς ο φασισμός βρήκε μαζική λαϊκή απήχηση. Ο φασισμός είναι ένα καθεστώς ανάγκης για τη σωτηρία του καπιταλισμού που, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, διαφέρει από τις υπόλοιπες μορφές παρομοίου καθεστώτος (βοναπαρτισμός, στρατιωτικές δικτατορίες). Η ειδοποιός διαφορά συνίσταται ακριβώς στο ότι έχει λαϊκή απήχηση. Ποια ήταν η φύση και η έκταση του φαινομένου αυτού και ποιες ήταν οι αιτίες που το προκάλεσαν είναι τα δυο βασικά ερωτήματά του. Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα σχετικά με το ποιες ήταν εκείνες οι τάξεις που στήριξαν και σε ποιο βαθμό τα φασιστικά καθεστώτα. Σε σχέση με τη θεωρία περί ολοκληρωτισμού που μιλάει για μια κοινωνία χωρίς τάξεις αποτελούμενης από άτομα-μάζες αντιπαραθέτει την ταξική ανάλυση. Συμπεραίνει ότι η εργατική τάξη ήταν εκείνη που δέχτηκε τις λιγότερες επιδράσεις από το φασισμό και που, παρά τη φαινομενική έλλειψη ευκρινούς πολιτικής αντίστασης στο καθεστώς, προέβη σε κεκαλυμμένες μορφές αντίστασης (σαμποτάζ, μαζική απουσία, δολιοφθορές, αυθόρμητες απεργίες)[1][1]. Η αγροτιά υποδιαιρείται και αυτή σε επιμέρους τάξεις με λιγότερο επιδεκτικές στην αφομοίωση του φασιστικού τρόπου σκέψης και δράσης τους αγρεργάτες και τα φτωχά αγροτικά στρώματα [2][2]. Μαζική υποστήριξη στον φασισμό παρείχαν τα παλιά και νέα μικροαστικά στρώματα των πόλεων. Επίσης στο εσωτερικό των μικροαστικών στρωμάτων υπήρξε μαζική υποστήριξη από δυο κοινωνικές κατηγορίες : τους νέους και τις γυναίκες λόγω της κυριαρχίας των θεσμικών μορφών της οικογένειας και του σχολείου καθώς και των ιδεολογικών υποσυστημάτων της εποχής εκείνης στην Ιταλία και στη Γερμανία. Ο Πουλαντζάς δεν αρκείται στην κοινωνικό-ταξική ανάλυση. Κρίνει και ιστορικά το ζήτημα περιοδολογώντας τον φασισμό σε διαδικασία εκφασισμού και σε εγκατεστημένο φασισμό. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει έντονο το φαινόμενο της μαζικής λαϊκής υποστήριξης του φασισμού ενώ στη δεύτερη μια «εξελικτική διαδικασία απομάκρυνσης». Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν συγκυρίες κατά τις οποίες σημειώνονται ανοδικές ή καθοδικές τάσεις στη υποστήριξη των καθεστώτων. Επίσης εξετάζονται οι διάφοροι βαθμοί απήχησης του φασισμού: από την ενεργητική και χωρίς όρους προσχώρηση ως την περιστασιακή υποταγή και παθητική υποστήριξη και, τελικά, στην αναγκαστική ουδετεροποίηση λόγω της έντασης της καταπιεστικής πολιτικής. Οι καταστάσεις αυτές είχαν την αντανάκλασή τους στο εσωτερικό των ηγετικών φασιστικών κύκλων προκαλώντας αντιθέσεις που, με τη βοήθεια λαθεμένων πολιτικο-στρατιωτικών αποφάσεων, οδήγησαν στην επίσπευση της κατάρρευσης.

Οι αιτίες του φαινομένου προσδιορίζονται από τέσσερις συντεταγμένες. Πρώτον, από την οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου του εγκατεστημένου φασισμού και συνίστατο στην σχετική και όχι απόλυτη εκμετάλλευση για ορισμένες μερίδες των εργατικών-αγροτικών τάξεων και στην πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» που αποδιοργάνωνε την ενιαία έκφραση των λαϊκών τάξεων χρησιμοποιώντας τη μία ενάντια στην άλλη (πχ άνεργοι εναντίον ήδη εργαζομένων) και βοηθούσης της νέας ανάπτυξης της οικονομίας απορρόφησε ένα μεγάλο κομμάτι της ανεργίας. Η οικονομική αυτή ανάπτυξη είχε δύο αιτίες : τη μετάβαση από τον ανταγωνιστικό και φιλελεύθερο καπιταλισμό στο μονοπωλιακό καπιταλισμό και την ενίσχυση των πολεμικών προετοιμασιών που ευνοούσαν τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και την αύξηση της απασχόλησης. Δεύτερη αιτία υπήρξε η επιτυχής εκμετάλλευση του «εθνικού ζητήματος» που ετίθετο διαφορετικά απ’ ότι στις συγκροτημένες ήδη από αιώνες σε έθνη-κράτη δυτικές εθνικές κοινωνίες. Η Ιταλία και η Γερμανία είχαν καθυστερήσει όχι μόνο στην εκβιομηχάνισή τους αλλά και στην εθνική τους ολοκλήρωση. Οι Χίτλερ και Μουσολίνι άδραξαν την ευκαιρία και έπαιξαν καλά το εθνικιστικό χαρτί με το οποίο κέρδισαν τις λαϊκές τάξεις της υπαίθρου και τις μικροαστικές της πόλης. Η παρουσίαση του ζητήματος της συμφωνίας των Βερσαλλιών με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανιστούν οι δύο χώρες ως «προλεταριακά έθνη» που μάχονται την ιμπεριαλιστική τάση της Αγγλίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ ήταν τέτοια που ενέταξε στις τάξεις του φασισμού μερίδες της αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς..Τρίτη αιτία ήταν ότι «μπόρεσε να ξαναπάρει στον ιδεολογικό του λόγο, διαστρέφοντάς τις, μια σειρά από βαθιές λαϊκές επιθυμίες, συχνά ειδικές σε κάθε μια από τις αναφερόμενες τάξεις, τμήματα τάξεων και κοινωνικές κατηγορίες». Η μελέτη του Πουλαντζά εντοπίζει τις συνθήκες έντονης ταξικής πάλης και στο εσωτερικό των φασιστικών μηχανισμών ως εκφράσεις της διαφοροποίησης της φασιστικής ιδεολογίας. Κατά κάποιο τρόπο συμφωνεί σε ορισμένα σημεία με τις αντίστοιχες της Αrendt όσον αφορά τις διαμάχες ανάμεσα στις διάφορες φασιστικές οργανώσεις και στις σχέσεις τους με τον κρατικό μηχανισμό, με τη μόνη διαφορά ότι εκεί που ο Πουλαντζάς βλέπει ταξική πάλη η Arendt βλέπει απλώς την κατάρρευση της έννοιας της εξουσίας και την αντικατάστασή της από το αντίθετό της, δηλαδή τη βία. Ο Πουλαντζάς αντίθετα τονίζει το διφορούμενο της λαϊκής απήχησης που εκφράζει το δίπολο υποταγή-αντίσταση. Τέλος, η τέταρτη αιτία που εξηγεί τη λαϊκή απήχηση του φασισμού είναι η πολιτική της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς και των κομμάτων της στην Ιταλία και στη Γερμανία που δεν κατάλαβαν τίποτα από το φασιστικό φαινόμενο αφήνοντας στην τύχη του το εργατικό-λαϊκό κίνημα μη διεξάγοντας αποτελεσματική ιδεολογικο-πολιτική μάχη ενάντια στο φασισμό.

 

Συνεχίζεται….

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

 

ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΚΙΟΥΛΑΦΗ

ΑΧ ΕΞΟΥΣΙΑ: ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ Ή ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΞ Ή ΧΟΜΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ Ή ΤΣΑΚΘΑΝ

 

ΕΚΤΑΚΤΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΑΚΗ

 


1. Το συνδικαλιστικό κίνημα στο χώρο των ηθοποιών με τη μορφή του ΣΕΗ υπάρχει πολλές δεκαετίες. Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας του ΣΕΗ ως εργατικού σωματείου παλαιότερα και σήμερα;

Σωματεία σαν το ΣΕΗ έχουν την ιδιαιτερότητα να είναι ταυτόχρονα και εργατικά σωματεία (δηλαδή να προάγουν τα συμφέροντα των εργαζόμενων καλλιτεχνώ/ ηθοποιών) αλλά και καλλιτεχνικά (να παρεμβαίνουν σε ζητήματα που αφορούν ευρύτερα τον πολιτισμό, την καλλιτεχνική παραγωγή και την πολιτική για τον πολιτισμό). Ταυτόχρονα, η κατανόηση της συνδικαλιστικής και μη ενεργοποίησης των ηθοποιών και της σχέσης με το σωματείο δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή χωρίς την συμπερίληψη των αντιφάσεων που ενέχει μια κατά την γενική αντίληψη, «ευγενής δραστηριότητα», η οποία όμως προσκρούει στις «μη-ευγενείς» εργασιακές συνθήκες. Η εν λόγω εργασιακή συνθήκη συνίσταται σε : επισφαλείς συνθήκες εργασίας και αμοιβές, βαθιές εμπειρίες ανασφάλειας, απασχόληση σε άτυπα και συχνά άναρχα εργασιακά περιβάλλοντα, και υψηλά ποσοστά ανεργίας. Αυτά συνυπάρχουν με υψηλά επίπεδα αυτο-εκμετάλλευσης και αποδοχής ή/και δικαιολόγησης της εκμετάλλευσης, με κύριο χαρακτηριστικό την μη-αμειβόμενη εργασία. Τούτη όμως η έκταση της μη αμειβόμενης εργασίας σε συνδυασμό με την εργασιακή αβεβαιότητα και ασυνέχεια συνεπάγεται συνήθως και την αδυναμία ή δυσκολία βιοπορισμού από την καλλιτεχνική εργασία και μόνο, καθιστώντας επιβεβλημένες στην πλειονότητα των περιπτώσεων, την πολυαπασχόληση και την ετεροαπασχόληση. Έχοντας, συνεπώς, κατά νου τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αγορών εργασίας των καλλιτεχνών, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι παρά τις επισφαλείς συνθήκες απασχόλησης, η συνδικαλιστική δραστηριοποίηση των καλλιτεχνών δεν είναι δεδομένη, ενώ τα συνδικάτα τείνουν να έχουν περιορισμένη ικανότητα να ρυθμίσουν τις συνθήκες εργασίας σε άκρως εξατομικευμένες και απορυθμισμένες αγορές εργασίας, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την φθηνή ή ακόμη και την απλήρωτη εργασία. Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά των περισσότερων καλλιτεχνικών αγορών εργασίας περιπλέκουν την κατά χώρους εργασίας οργάνωση των εργαζομένων. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή βιομηχανική οργάνωση, η εργασία στο καλλιτεχνικό πεδίο χαρακτηρίζεται από τη διάλυση των χωρικών-χρονικών πλαισίων της δραστηριότητας, καθώς και από την αποδυνάμωση των εργασιακών συλλογικοτήτων. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί ένα εξαιρετικά εξατομικευμένο ήθος και η χάραξη εργασιακών διαδρομών με ατομικούς και όχι με συλλογικούς όρους που σπανίως διευκολύνει την συγκρότηση συλλογικών ταυτοτήτων και την συλλογικοποίηση.

2. Το τελευταίο καιρό λόγω αποκαλύψεων για βιασμούς και κακοποιήσεις γυναικών το ΣΕΗ και ο πρόεδρος βρίσκονται στο κέντρο της δημοσιότητες. Πιστεύετε ότι η αυτή η μεγάλη δημοσιότητα είναι συγκυριακή ή αποτελεί μέρος εξελίξεων που άλλαξαν τη φυσιογνωμία του συλλόγου;’


Προφανώς το κύμα των καταγγελιών για σεξουαλική, λεκτική και σωματική βία στο χώρο του θεάτρου εντάσσεται στο πλαίσιο της ενδυνάμωσης του ευρύτερου κινήματος #MeToo στην Ελλάδα. Εντούτοις, δεν μπορεί παρά να μονάχα να αποτιμηθεί με θετικό τρόπο το γεγονός ότι οι ηθοποιοί στρέφονται πλέον στο σωματείο τους για να κάνουν τις σχετικές καταγγελίες και ενεργοποιούνται εκ νέου όργανα όπως το Πειθαρχικό του ΣΕΗ. Ενδεικτική αυτής της επιστροφής στους κόλπους του ΣΕΗ είναι και η αύξηση των εγγραφών νέων μελών.

 

3. Ποιος ο ρόλος των νέων ηθοποιών στην κινηματική δράση του ΣΕΗ; Συνετέλεσαν στην πιο δυναμική στρατηγική του;

Ο ρόλος των νέων ηθοποιών (και ειδικά αυτών που βγήκαν στο επάγγελμα μέσα στην κρίση) υπήρξε καταλυτικός ως προς την συνδικαλιστική ανανέωση και την ανάπτυξη της κινηματικής δράσης του ΣΕΗ. Με βάση την έρευνα μας η παρουσία «νέου αίματος» και η απόφαση νέων σε ηλικία ηθοποιών να συμμετέχουν στα ψηφοδέλτια (αυτό αφορά κυρίως τους Από Κοινού και τη ΣΑΗ), με τους οποίους αρκετοί συνεντευξιαζόμενοι αισθάνονται ότι μοιράζονται κοινά εργασιακά βιώματα έδωσε ώθηση στην συνδικαλιστική ένταξη και ενεργοποίηση των νέων ηθοποιών. Όπως διαπιστώσαμε μέχρι πρόσφατα το ΣΕΗ φάνταζε ως αναχρονιστικός θεσμός (ως προς τον τρόπο λειτουργίας, διεκδίκησης και δράσης), ως ξένο σώμα σε σχέση με την εργασιακή καθημερινότητα, ειδικότερα των νέων ηθοποιών. Πολλοί από τους νέους σε ηλικία ηθοποιούς που συμμετέχουν στη διοίκηση του ΣΕΗ προήλθαν από το Support art Workers (SAW). Το SAW λειτούργησε καταλυτικά ποικιλοτρόπως : έδωσε ορατότητα στα εργασιακά προβλήματα των καλλιτεχνών και «φωνή» κυρίως σε αυτούς που δεν ήταν μέλη σωματείων ή ήταν «αποξενωμένοι» από αυτά, λειτούργησε συσπειρωτικά διαμορφώντας έναν «χώρο» όπου μπόρεσαν να εκφραστεί κυρίως η γενιά της κρίσης, οι νέοι ηθοποιοί.

4. Θεωρείτε ότι ο ΣΕΗ αποτελεί μέρος του νέου συνδικαλιστικού κινήματος των επισφαλώς εργαζομένων το οποίο εμφανίζεται και σε άλλους χώρους εργασίας (ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι στις τράπεζες, ντελιβεράδες, εκπαιδευτικοί, καθαρίστριες);


Αν και οι εργαζόμενοι-ηθοποιοί διαθέτουν διαχρονικά χαρακτηριστικά ανάλογα με αυτά των επισφαλώς εργαζόμενων στις μέρες μας, το ΣΕΗ έχει μια μακρά παράδοση συνδικαλιστικής δράσης ως σωματείο, και υπό αυτήν την έννοια δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμο με τα νέα σωματεία επισφαλώς εργαζομένων.

5. Θεωρείτε ότι το συνδικαλιστικό κίνημα των επισφαλώς εργαζομένων μια νέα πρωτοπορία του εργατικού κινήματος η οποία μπορεί να φέρει σημαντικές αλλαγές στο καταθλιπτικό τοπίο των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων;


Τα σωματεία των επισφαλώς εργαζομένων αναδύθηκαν όπως γνωρίζετε σε ορισμένες περιπτώσεις έξω ή στα περιθώρια του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος, το οποίο δεν μπόρεσε να αφουγκραστεί ή να εκφράσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα των επισφαλώς εργαζομένων. Αυτονόητα είναι ένδειξη συνδικαλιστικής ανανέωσης, αν και το συνδικαλιστικό κίνημα των επισφαλώς εργαζομένων δεν διαθέτει τους πόρους (θεσμικούς ή ισχύος) που διαθέτουν τα επίσημα συνδικάτα.

 

 

 

Η Χριστίνα Καρακιουλάφηείναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, όπου διδάσκει μαθήματα σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις , τον συνδικαλισμό, την κοινωνιολογία της εργασίας, την ανεργία και την επισφάλεια, καθώς και με τις διακρίσεις στους χώρους εργασίας.

 

Η Άννα Κουμανταράκη είναι Σύμβουλος καθηγήτρια στο ΕΑΠ

 

 

 

«Η κατάργηση του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης είναι απόφαση απαξίωση των ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ και των εργαζομένων τους. »

σήμα του syriza

Αθήνα, 10 Μαΐου 2021

 Δελτίο Τύπου Ραλ. Χρηστίδου:

Ερώτηση

προς τον κ. Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης με θέμα

 «Η κατάργηση του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης είναι απόφαση απαξίωση των ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ και των εργαζομένων τους.  »

 

Οι Βουλεύτριες και οι Βουλευτές Νότιου Τομέα Αθήνας και ο αρμόδιος τομεάρχης του ΣΥΡΙΖΑ (Ραλ. Χριστίδου, Ιωαν. Μουζάλας, Ιωαν.Μπαλάφας, Νικ. Παππάς, Θεαν.Φωτίου, Μάρ. Κάτσης) κατέθεσαν σήμερα ερώτηση προς τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αναφορικά με το κλείσιμο του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης.

Με την ερώτηση τους επισημαίνουν ότι η  απόφαση αυτή θα έχει σοβαρές συνέπειες  για την εξυπηρέτηση των κατοίκων ενός Δήμου με πληθυσμό 78.000 πολιτών, αλλά και στη λειτουργία των δεκάδων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στα όρια του. Σύμφωνα με το σχέδιο της νέας διοίκησης των ΕΛ.ΤΑ.,  οι διανομείς της Ηλιούπολης θα πρέπει να διανύουν μεγάλες αποστάσεις παραλαμβάνοντας και παραδίδοντας την αλληλογραφία και τα προς διακίνηση εμπορεύματα από κέντρο διανομής σε άλλο δήμο, γεγονός που θα συνεπάγεται μεγάλες καθυστερήσεις και μάλιστα σε μια περίοδο που, εξαιτίας της πανδημίας, οι καταναλωτικές συνήθειες και οι ανάγκες των πολιτών έχουν αλλάξει και έχει αυξηθεί εκθετικά ο όγκος της αλληλογραφίας και των προϊόντων ηλεκτρονικού εμπορίου που πρέπει να παραδίδονται κατ΄ οίκον.

Οι Βουλεύτριες και οι Βουλευτές τονίζουν ότι η πρόσβαση σε ταχυδρομικές υπηρεσίες με προσιτή τιμή σε όλη την ελληνική επικράτεια είναι δικαίωμα όλων των πολιτών και ότι σε αυτή την δύσκολη οικονομική και κοινωνική συγκυρία η Κυβέρνηση οφείλει να εφαρμόζει πολιτικές που θα οδηγούν σε βελτίωση και όχι σε επιβάρυνση της καθημερινότητας των πολιτών.

Για τους λόγους αυτούς ζητούν να μην να μην προχωρήσει η. κατάργηση του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης αλλά, αντίθετα, να υπάρξει ενίσχυση του Κέντρου με προσωπικό  ώστε αυτό να μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις αυξημένες ανάγκες αλληλογραφίας και εμπορικών συναλλαγών των πολιτών και των επιχειρήσεων της περιοχής

Για την πληρέστερη ενημέρωση σας ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:

Αθήνα, 10 Μαΐου 2021

 

Ερώτηση

Προς τον κ. Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης

Θέμα: «Η κατάργηση του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης είναι απόφαση απαξίωση των ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ και των εργαζομένων τους.  »

Επί 193 χρόνια τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ αποτέλεσαν το Ταχυδρομικό Δίκτυο της χώρας, προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στους πολίτες, σε προσιτές  τιμές.

Δυστυχώς, η καινούργια Διοίκηση των ΕΛ.ΤΑ. ανακοίνωσε σχέδιο «εξυγίανσης» και «διάσωσης» του Οργανισμού, το οποίο, στην πραγματικότητα, αποτελεί σχέδιο βίαιης απαξίωσης του, μέσω περιορισμού των σημείων εξυπηρέτησης με το κλείσιμο καταστημάτων. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τη μείωση του προσωπικού, είτε με το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, είτε με απολύσεις, με αποτέλεσμα   τη συνεχή  υποβάθμιση της ποιότητας παρεχόμενων υπηρεσιών, προετοιμάζοντας κατά αυτόν τον τρόπο το έδαφος για ιδιωτικοποίηση του Οργανισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ανακοίνωση  της Διοίκησης των ΕΛ.ΤΑ.  για την κατάργηση του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης. Η απόφαση αυτή θα έχει σοβαρές συνέπειες  για την εξυπηρέτηση των κατοίκων ενός Δήμου με πληθυσμό 78.000 πολιτών, αλλά και στη λειτουργία των δεκάδων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στα όρια του. Σύμφωνα με το σχέδιο της νέας διοίκησης των ΕΛ.ΤΑ.,  οι διανομείς της Ηλιούπολης θα πρέπει να διανύουν μεγάλες αποστάσεις παραλαμβάνοντας και παραδίδοντας την αλληλογραφία και τα προς διακίνηση εμπορεύματα από κέντρο διανομής σε άλλο δήμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τους εργαζόμενους αλλά και για όσους επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες των ΕΛ.ΤΑ..Οι καθυστερήσεις σε παράδοση και παραλαβή αλληλογραφίας θα αυξηθούν σημαντικά και μάλιστα σε μια περίοδο που, εξαιτίας της πανδημίας, οι καταναλωτικές συνήθειες και οι ανάγκες των πολιτών έχουν αλλάξει και έχει αυξηθεί εκθετικά ο όγκος της αλληλογραφίας και των προϊόντων ηλεκτρονικού εμπορίου που πρέπει να παραδίδονται κατ΄ οίκον. Για το λόγο αυτό υπήρξε ομόφωνο ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ηλιούπολης προς τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ, με το οποίο οι τοπικές αρχές της πόλης ζητούν να μην υλοποιηθεί η εν λόγω απόφαση με τις σοβαρές επιπτώσεις για την τοπική κοινωνία αλλά και για την τοπική οικονομία.

Επειδή οι πολίτες διαχρονικά εμπιστεύονται τα ΕΛΤΑ για την διακίνηση της αλληλογραφίας τους και για την πραγματοποίηση οικονομικών τους συναλλαγών

Επειδή, η πρόσβαση σε ταχυδρομικές υπηρεσίες με προσιτή τιμή σε όλη την ελληνική επικράτεια είναι δικαίωμα όλων των πολιτών

Επειδή, σε αυτή την δύσκολη οικονομική και κοινωνική συγκυρία η Κυβέρνηση οφείλει να εφαρμόζει πολιτικές που θα οδηγούν σε βελτίωση και όχι σε επιβάρυνση της καθημερινότητας των πολιτών

Επειδή οι πρόσφατες εξελίξεις με τη συρρίκνωση του δικτύου των υποκαταστημάτων ΕΛ.ΤΑ. σε όλη την Ελλάδα, και με την εφαρμογή του Προγράμματος Εθελουσίας Εξόδου οδηγούν  σε πλήρη αποδυνάμωση των ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ

Επειδή στο χάρτη υποχρεώσεων των ΕΛ.ΤΑ. περιλαμβάνεται η δέσμευση του Οργανισμού  για παροχή καθολικών ταχυδρομικών υπηρεσιών στους πολίτες, δέσμευση που υπονομεύεται από τις αποφάσεις   της νέας Διοίκησης των ΕΛ.ΤΑ.

Επειδή είναι υποχρέωση της Κυβέρνησης να διασφαλίσει τα εργασιακά δικαιώματα όλων  των εργαζομένων και την ποιότητα των συνθηκών και όρων εργασίας τους, άρα και των εργαζομένων στα ΕΛ.ΤΑ.

Επειδή η πανδημία έχει κάνει την κατ οίκον καραντίνα υποχρεωτική συνθήκη για πολλούς ευπαθείς συμπολίτες μας που ουσιαστικά βασίζονται στο ταχυδρομείο και τις ταχυμεταφορές σε μεγάλο πλέον βαθμό για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων της καθημερινότητάς τους,

Επειδή τα ΕΛΤΑ, ως δημόσιος φορέας, έχουν αποδειχθεί απαραίτητα και πολύτιμα προκειμένου το σχετικό επιχειρηματικό πεδίο να ρυθμίζεται και να εκπληρώνει τον κοινωνικό του ρόλο

Επειδή η κατάργηση του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης θα έχει ως συνέπεια μεγάλες καθυστερήσεις σε παράδοση και παραλαβή αλληλογραφίας, ενδεχομένως σε απώλεια φακέλων και λογαριασμών, σε συσσώρευση ανεπίδοτων αντικειμένων και σε λάθη στις παραδόσεις, με τελικό αποδέκτη όλων αυτών τον φορολογούμενο πολίτη.

Επειδή, η πανδημία και το εξαιρετικά μακρύ καθεστώς των lockdown που επέβαλε η κυβέρνηση ως μοναδικό  μέτρο αντιμετώπισης του covid 19 είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη αύξηση της αλληλογραφίας και των εμπορικών συναλλαγών μέσω παραδόσεων κατ΄οίκον, μια κατάσταση που αναμένεται ότι θα συνεχιστεί και στο μέλλον, γεγονός που θα έπρεπε να συνεπάγεται  αύξηση του προσωπικού των ΕΛ.ΤΑ. και όχι μείωση των υποκαταστημάτων του, όπως στην περίπτωση της κατάργησης του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης

Επειδή ο Δήμος Ηλιούπολης είναι ένας από τους πολυπληθέστερους Δήμους της Αττικής και η κατάργηση του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης δεν δικαιολογείται καθώς διεκπεραιώνει υψηλό όγκο αλληλογραφίας και συναλλαγών, ενώ το ενοίκιο του υποκαταστήματος είναι εξαιρετικά χαμηλό 

Επειδή για το ζήτημα αυτό διαμαρτύρονται δικαιολογημένα οι κάτοικοι και οι φορείς του Δήμου, όπως αυτό αποτυπώθηκε και στο ομόφωνο ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου Ηλιούπολης

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

1. Σε ποιες ενέργειες προτίθεται να προβεί ώστε να μην προχωρήσει η Διοίκηση των ΕΛ.ΤΑ. στην κατάργηση του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης;

2. Αντίθετα, θα ζητηθεί από τη Διοίκηση των ΕΛ.ΤΑ. η ενίσχυση με προσωπικό  του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης ώστε αυτό να μπορεί να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στις αυξημένες ανάγκες αλληλογραφίας και εμπορικών συναλλαγών των πολιτών και των επιχειρήσεων της περιοχής;

3. Με ποια κριτήρια επιλέγονται οι καταργήσεις Καταστημάτων των ΕΛ.ΤΑ.; Με ποιο τρόπο πληρούνται τα κριτήρια αυτά στην περίπτωση  του Κέντρου Διανομής Αλληλογραφίας Ηλιούπολης, καθώς το ενοίκιο του είναι χαμηλό και ο όγκος εργασιών του βαίνει συνεχώς αυξανόμενος;

Οι ερωτώσες/ώντες  Βουλεύτριες/λευτές

Χρηστίδου Ραλλία

Κάτσης Μάριος

Μουζάλας Ιωάννης

Μπαλάφας Ιωάννης

Παππάς Νικόλαος

Φωτίου Θεανώ

Τα ΕΛΤΑ να παραμείνουν στην Πόλη

15134813_1338956406128081_5457056785817541516_n.pngΔήμος Ηλιούπολης

Με πρωτοβουλία της Διοίκησης του Δήμου πραγματοποιήθηκε Έκτακτη Συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, στις 5 Μαΐου 2021, ημέρα Τετάρτη και ώρα 18:00 με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης και θέμα την ενημέρωση και συζήτηση για τα ΕΛΤΑ Ηλιούπολης, σχετικά με την επικείμενη μεταφορά του Κέντρου Διανομής.

Ο Δήμαρχος Γιώργος Χατζηδάκης ενημέρωσε για τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις του προς την Διοίκηση των ΕΛΤΑ, τις επαφές του με τους συνδικαλιστές των ΕΛΤΑ και τους βουλευτές της περιοχής.

Τέλος πρότεινε την διοργάνωση συγκέντρωσης διαμαρτυρίας μπροστά στο κέντρο διανομής των ΕΛΤΑ Ηλιούπολης την Δευτέρα 10 Μαΐου 2021 στις 10 πμ, με τον συμβολικό αποκλεισμό του για μια ώρα, με απαίτηση την ακύρωση της μεθόδευσης αυτής.

Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με την έγκριση του παρακάτω ομόφωνου ψηφίσματος:

ΝΕΟ ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΤΑ

Το ΔΣ του Δήμου Ηλιούπολης εκφράζει ομόφωνα την αντίθεσή του μετά από την συνεχιζόμενη υποβάθμιση των ΕΛΤΑ και στην επιχειρούμενη κατάργηση του τοπικού Κέντρου Διανομής και στην μεταφορά και συγχώνευσή του με το αντίστοιχο κέντρο του γειτονικού Δήμου Αργυρούπολης-Ελληνικού,.

Ο μεγάλος χαμένος είναι ο πολίτης, που έως τώρα δεν εξυπηρετείται έγκαιρα, παραλαμβάνει ληγμένους λογαριασμούς και χρεώνεται με προσαυξήσεις καθυστέρησης και αν ολοκληρωθεί αυτός ο σχεδιασμός θα χειροτερεύσει η σημερινή κακή κατάσταση.

Αυτή η μεθόδευση δεν είναι δυνατόν να γίνει ανεκτή και στο σημερινό έκτακτο Δημοτικό Συμβούλιο αφού συζητήσαμε τις νέες εξελίξεις και συμφωνήσαμε σε νέο ψήφισμα διαμαρτυρίας, ενημερώνουμε την κοινή γνώμη και το αποστέλλουμε προς κάθε κατεύθυνση, ζητώντας την ακύρωση αυτής της διαδικασίας.

Αποφασίσαμε επίσης την διοργάνωση συγκέντρωσης διαμαρτυρίας έξω από το τοπικό Κέντρο Διανομής ΕΛΤΑ, την Δευτέρα 10 Μαΐου 2021 στις 10 πμ, μαζί με όλους του φορείς και τις συλλογικότητες της πόλης και στον συμβολικό αποκλεισμό του για μια ώρα.

Για άλλη μια φορά απαιτούμε από την διοίκηση των ΕΛΤΑ και την Κυβέρνηση την διατήρηση του τοπικού κέντρου διανομής, την ενίσχυσή του με προσλήψεις μόνιμου σωστά αμειβόμενου προσωπικού σύμφωνα με τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, τον εξοπλισμό τους με σύγχρονα μέσα και την απαραίτητη οργάνωσή του, για την εξυπηρέτηση των πολιτών που είναι ο επιθυμητός στόχος.

Ηλιούπολη 5 Μαΐου 2021

Το Δημοτικό Συμβούλιο Ηλιούπολης

"ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΟΛΗΣ" Μαραθώνιος Αλληλεγγύης και Αγάπης

177700377 3007280092848045 2700019424802374193 n

«ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΟΛΗΣ»

Την Παρασκευή 23 Απριλίου 2021 έντεκα πολιτιστικοί και κοινωνικοί φορείς της πόλης μας, οι «ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΟΛΗΣ», ολοκλήρωσαν τον δεκαεπταήμερο Μαραθώνιο Αλληλεγγύης και Αγάπης που διοργάνωσαν με σύνθημα «Κανένα σπίτι φέτος στην πόλη μας χωρίς Πασχαλινό τραπέζι» για τη στήριξη των οικονομικά αδύναμων συμπολιτών μας.

Περισσότερα...

54 χρόνια από το πραξικόπημα και την δικτατορία -1ο μέρος

54 χρόνια από το πραξικόπημα και την δικτατορία -1ο μέρος

 

176047072 2873237376262377 4266928245868863712 n

 

 

 

 

 

 

Τι είναι, όμως, η Δικτατορία; Πρόκειται για την κυβέρνηση ενός ανθρώπου που, κατά κύριο λόγο, απέκτησε τη θέση δια της βίας ή της συναινέσεως ή συνήθως δια του συνδυασμού των δύο τρόπων και όχι δια της κληρονομικού οδού. Αυτή η κυβέρνηση, και ιδίως ο δικτάτορας, πρέπει να κατέχει την απόλυτη κυριαρχία, δηλαδή, όλη η πολιτική εξουσία πρέπει, τελικά, να πηγάζει από τη βούλησή του και της οποίας το εύρος πρέπει να είναι απεριόριστο. Πρέπει να ασκείται, λίγο ή πολύ συχνά, με αυθαίρετο τρόπο, δια διαταγμάτων κι όχι σύμφωνα με το νόμο. Και, τέλος, δεν πρέπει να περιορίζεται σε διάρκεια με όρους θητείας στο αξίωμα, ούτε ο δικτάτορας να είναι υπεύθυνος απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη αρχή γιατί τέτοιοι περιορισμοί δεν είναι συμβατοί με την απόλυτη εξουσία. Ο όρος δικτάτορας χρονολογείται από την εποχή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, όταν τέτοιες εξουσίες παραχωρούνταν προσωρινά σε έναν Ύπατο για να αντιμετωπίσει μια επείγουσα κατάσταση. Όμως, όταν έληγε η περίοδος για την οποία έλαβε δικτατορικές εξουσία ο Ύπατος θα έπρεπε να λογοδοτήσει στο πολιτικό-νομοθετικό σώμα που ήταν αρμόδιο. Από τότε ο όρος χρησιμοποιείται για τις περιπτώσεις της κατάληψης της εξουσίας με την ένοπλη πραξικοπηματική στρατιωτική βία και την επιβολή δικτατορικού καθεστώτος.

Όμως, υπάρχουν πολλά «γιατί» που πρέπει να απαντηθούν. Πρώτη είναι η θεωρία του ολοκληρωτισμού της σημαντικής φιλοσόφου Χάνα Άρεντ που άνοιξε το δρόμο για μια πιο βαθιά επιστημονική συζήτηση και έρευνα για το φασισμό, το ναζισμό και το σταλινισμό. «Τα πάντα εντός του κράτους, τίποτα εκτός του κράτους, τίποτα εναντίον του κράτους» διεκήρυττε ο φασίστας Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσσολίνι.

Το γενικό σχήμα που περιγράφει το ολοκληρωτικό σύστημα αποτελείται από δύο ομόκεντρους κύκλους εκ των οποίων αυτός που αναπαριστά την κοινωνία πολιτών περικλείεται εντός του μεγαλύτερου που αναπαριστά το κράτος. Πρόκειται για ένα αφαιρετικό σχήμα που, με τους λοιπούς όρους να παραμένουν αμετάβλητοι, αναπαριστά το μοντέλο του ολοκληρωτισμού όπως το αντιλαμβάνεται ο πολιτικός φιλελευθερισμός και η δημοκρατική θεωρία. Η γραμμική εξέλιξη από το αρχικό μοντέλο της φιλελεύθερης κοινωνίας στην ολοκληρωτική περιλαμβάνει δύο ενδιάμεσα χρονικά και ποιοτικά στάδια. Αρχικά το κράτος επεμβαίνει ελάχιστα στην κοινωνία πολιτών και στην ιδιωτική σφαίρα (οικονομικός φιλελευθερισμός και αρνητικό κράτος). Κατόπιν το (θετικό) κράτος αρχίζει να παρεμβαίνει σε πολλές από τις δραστηριότητες και θεσμούς της κοινωνίας πολιτών και της ιδιωτικής σφαίρας. Το τελευταίο στάδιο πριν από την απαρχή του ολοκληρωτισμού χαρακτηρίζεται από τη μαζική παρέμβαση του κράτους στον οικονομικό σχεδιασμό, στις κοινωνικές υπηρεσίες, στην πρόνοια και στις ιδιοκτησιακές σχέσεις (κράτος πρόνοιας και δημοκρατικός σοσιαλισμός).

Πιο αναλυτικά, κύρια χαρακτηριστικά ενός ολοκληρωτικού συστήματος (του «ολικού» κράτους) είναι η μαζική πειθάρχηση της ζωής των ανθρώπων, η δημιουργία ενός τελειοποιημένου μηχανισμού για την κατασκευή συναίνεσης μέσω της προπαγάνδας και της κατήχησης σε συνδυασμό με την καταπίεση και το κλίμα τρόμου απέναντι σε υποτιθέμενους εχθρούς της κοινωνίας, εξωτερικούς και, κυρίως, εσωτερικούς. Η βία στο αποκορύφωμά της. Το ολοκληρωτικό σύστημα ολοκληρώνεται στην εντέλεια, κατά την Arendt, όταν ακόμη και η φωνή του ανθρώπου χάνεται οριστικά, όταν ο άνθρωπος δεν θα ξέρει πια να επικοινωνήσει, όταν το μέσο της επικοινωνίας η προφορική ομιλία που ξεχωρίζει το ανθρώπινο είδος, δηλαδή ο λόγος, παύει να υφίσταται : «Πράγματι, ούτε κι οι πόλεμοι ακόμη, ας αφήσουμε τις επαναστάσεις, προσδιορίζονται πάντοτε εντελώς από τη βία. Εκεί όπου η βία κυριαρχεί απόλυτα, όπως για παράδειγμα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ολοκληρωτικών καθεστώτων, όχι μόνο οι νόμοι – οι νόμοι σιωπούν (le lois se taisent), όπως το διατύπωσε η Γαλλική Επανάσταση - αλλά τα πάντα και οι πάντες πρέπει να σιωπούν. Είναι εξαιτίας αυτής της σιωπής που η βία είναι ένα περιθωριακό φαινόμενο στην πολιτική σφαίρα και γιατί ο άνθρωπος, στο βαθμό που είναι πολιτικό ον, είναι προικισμένος με τη δύναμη του λόγου. Οι δύο φημισμένοι ορισμοί του Αριστοτέλη για τον άνθρωπο, ότι είναι πολιτικό ον και είναι ον προικισμένο με το λόγο, αλληλοσυμπληρώνονται και αναφέρονται αμφότεροι στην ίδια εμπειρία της ζωής στην Ελληνική πόλη. Το ουσιώδες εδώ είναι ότι η βία αυτή καθ’ εαυτή είναι ανίκανη να εκφέρει λόγο, και όχι απλώς ότι ο λόγος είναι ανίσχυρος σαν έρθει αντιμέτωπος με τη βία.

Συνεχίζεται….

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Υποκατηγορίες

Αφιερώματα και προτάσεις για γεύσεις, ψυχαχωγία και τσάρκες στην πόλη.

Επιστολές πολιτών και φορέων για θέματα που αφορούν την πόλη.

Αφιερώματα σε πρόσωπα και θέματα που αφορούν την Ηλιούπολη.

Σελίδα 2 από 280

ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ