Το Κίνημα Αλλαγής στη μετεκλογική συνθήκη (του Κώστα Ελευθερίου)

Το Κίνημα Αλλαγής στη μετεκλογική συνθήκη

**Εσωκομματική ρευστότητα και δισεπίλυτα στρατηγικά διλήμματα

elefteriou 2
elefteriou 2







Το Κίνημα Αλλαγής εξήλθε από τις εκλογές του 2019 με ένα ποσοστό που του εξασφάλισε όρους άμεσης επιβίωσης – με την έννοια ότι διαθέτει μια κοινοβουλευτική ομάδα άνω των είκοσι βουλευτών – και διασφαλίζει στην ηγεσία της Φ. Γεννηματά μια προσωρινή «ασυλία» απέναντι σε αμφισβητήσεις. Μια πρόχειρη ανάλυση του εκλογικού αποτελέσματος δείχνει δύο στοιχεία1: Πρώτον, σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική διασπορά του αποτελέσματος, το Κίνημα Αλλαγής εμφανίζεται αδύναμο στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ διατηρεί παράλληλα σημαντικούς θύλακες επιρροής στην περιφέρεια. Δεύτερον, εξακολουθεί να έχει μια γερασμένη εκλογική βάση (υψηλή επιρροή της τάξης του 12% στους άνω των 65 και 8% στους μεταξύ 55 και 64), η οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό βασίζεται σε συνταξιούχους, σε αγρότες και σε μισθωτούς του δημόσιου τομέα. Το γεγονός ότι τα στηρίγματα του Κινήματος Αλλαγής είναι σε μη παραγωγικές ηλικίες και σε μη δυναμικά κοινωνικά στρώματα σημαίνει ότι: α) το κόμμα απευθύνεται και αντλεί υποστήριξη από περιορισμένου αριθμού κοινωνικά ακροατήρια· β) είναι ένα κόμμα συγχρονικής, αλλά στάσιμης εκλογικής επιρροής, με την έννοια ότι δεν μπορεί να μεθοδεύσει εύκολα την ανανέωση της εκλογικής του βάσης· γ) δεν δύναται, προς το παρόν τουλάχιστον, να εκτρέψει την διαρροή ψηφοφόρων προς τον ΣΥΡΙΖΑ και να διασφαλίσει όρους επαναπατρισμού των παλαιότερων ψηφοφόρων του.


Του Κώστα Ελευθερίου (Εποχή, 13-10-2019)

Στη συνάφεια αυτή, το Κίνημα Αλλαγής αναγκάζεται εκ των πραγμάτων να βασιστεί σε μια στρατηγική επιβίωσης και να διεκδικήσει το ρόλο της ενδιάμεσης πολιτικής δύναμης μεταξύ των δύο ισχυρών πόλων. Εδώ είναι απαραίτητο να σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός «Κέντρο» για το Κίνημα Αλλαγής δεν έχει σχέση με την ιδεολογική θεμελίωση που προσπάθησε να δώσει στον όρο ο Ευ. Βενιζέλος στην περίοδο 2012-2015. Αντίθετα, είναι η θέση την οποία «αναγκάζεται» να καταλάβει στον πολιτικό χώρο το κόμμα, δεδομένου ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η Νέα Δημοκρατία αποσκοπούν στη συμπίεση (και ενδεχομένως εξαφάνιση) του τελευταίου. Υπό μια έννοια, φαίνεται πως η λογική του «διμέτωπου», σε αυτή τη συγκυρία ,είναι ίσως και μια ρεαλιστική τακτική για το Κίνημα Αλλαγής στο βραχύ χρόνο, στο βαθμό που η στρατηγική αναμονή της επανόδου μεγάλου αριθμού ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ στην πολιτική τους μήτρα διαψεύστηκε με ηχηρό τρόπο στις εκλογές του Ιουλίου. Ως εκ τούτου, εάν θέλουμε να επισημάνουμε τη μετεκλογική διάταξη των εσωκομματικών δυνάμεων στο Κίνημα Αλλαγής, θα πρέπει να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι το εν λόγω πεδίο συνιστά τη συμπύκνωση των εξελίξεων και μεταβολών, που έχουν ήδη αρχίσει να διαμορφώνονται από το 2012 και μετά και να εντείνονται μετά το πέρας των εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015. Πρόκειται, δηλαδή, για την εγκαθίδρυση μιας ρευστής και πολυπρόσωπης εσωκομματικής ετερότητας, η οποία στην ουσία καθίσταται και το πιο σαφές χαρακτηριστικό της φυσιογνωμίας του κόμματος.

Εσωκομματικές αντιπαραθέσεις στο ΠΑΣΟΚ

Στην ιστορική του διαδρομή, το ΠΑΣΟΚ ουδέποτε υπήρξε ένα εσωκομματικά συμπαγές κόμμα2. Ωστόσο, στην οργανωτική του παράδοση κυριαρχούσε η κομμουνιστογενής λογική της «ενιαίας αντίληψης», η οποία διαμόρφωνε κοινούς τόπους ανάμεσα στα διάφορα εσωκομματικά ρεύματα (ιδεολογικής ενίοτε οριοθέτησης), με βασικό στόχο της κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας για την υλοποίηση του προγράμματος της «Αλλαγής» στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και έπειτα η συνοχή διασφαλιζόταν κυρίως διαμέσου της πρόσβασης στο κράτος και ιδίως της ανάγκης αναπαραγωγής και μακροημέρευσης αυτής της πρόσβασης, που υπερέβαινε τελικά τις όποιες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.

Οι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις στο «κυβερνητικό» ΠΑΣΟΚ (καθώς υπήρξαν και οι έντονες αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του 1970) κορυφώνονται στο 4ο Συνέδριο το 1996, το οποίο, με την εκλογή του Κ. Σημίτη ως διαδόχου του Α. Παπανδρέου, σηματοδοτεί την κυριαρχία της «εκσυγχρονιστικής» πτέρυγας του κόμματος απέναντι στη λεγόμενη «προεδρική» τάση. Ωστόσο, μετά την υπαναχώρηση του Α. Τσοχατζόπουλου στο 6ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 2001 και τη διάσπαση που γνώρισε η εσωκομματική αντιπολίτευση τόσο σε επίπεδο κόμματος όσο και σε επίπεδο Νεολαίας λόγω αυτής της απόφασης, ο εσωκομματικός ανταγωνισμός στο ΠΑΣΟΚ απογυμνώνεται πλήρως από κάθε ιδεολογική αναφορά και καθίσταται διαγκωνισμός μηχανισμών και «συστημάτων». Τελικά, η θεσμοθέτηση και διεξαγωγή της άμεσης εκλογής αρχηγού το 2004 περιθωριοποίησε πλήρως την κομματική οργάνωση, καθιστώντας περιττή την οποιαδήποτε αντιπαράθεση στο εσωτερικό της, καθώς τα κεντρικά επίδικα προσδιορίζονταν αποκλειστικά πλέον από τον αρχηγό και τον «κύκλο» του. Αυτό ήταν ιδιαίτερα εμφανές το 2007 στην αντιπαράθεση Παπανδρέου και Βενιζέλου για την ηγεσία του κόμματος, όπου ενώ ο «εκσυγχρονιστικός» μηχανισμός στήριξε τον δεύτερο και ο τέως «προεδρικός» τον πρώτο, αυτό συνέβη πρακτικά εκτός των κομματικών διαδικασιών και δεν υπήρχαν παρά ελάχιστες διαφορές στις πολιτικο-ιδεολογικές πλατφόρμες των δύο υποψήφιων. Αυτή η αποχύμωση της συλλογικής λειτουργίας του ΠΑΣΟΚ από ιδεολογικά επίδικα και δημοκρατικές διαδικασίες έγινε εμφανής την περίοδο 2010-2012 και συνιστά μια καθοριστική παράμετρο για την εκλογική του κατάρρευση. Ωστόσο, σε αυτή τη μακρά περίοδο (1996-2012) έντονης οργανωτικής και ιδεολογικής μετάλλαξης, η αποχώρηση μεσαίων και κατώτερων στελεχών – η οποία είχε ξεκινήσει το 1995 με το ΔΗΚΚΙ – είτε μέσω μικρών συλλογικοτήτων (πχ Νέος Αγωνιστής) είτε, κυρίως, μέσω ατομικής αποστράτευσης, αποτελεί ενδεχομένως και το βασικό αίτιο για την εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και το υπόβαθρο για την ανοδική εκλογική δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ.

Από το 2012 ως το 2015, το εναπομείναν ΠΑΣΟΚ ρευστοποιείται εσωτερικά, συντιθέμενο από προσωποπαγείς μηχανισμούς χαμηλής ως μέτριας δυνατότητας κινητοποίησης. Πρακτικά, οι μόνοι εσωκομματικοί μηχανισμοί με σχετική διάρθρωση από τα πάνω προς τη βάση, ήταν του Ν. Ανδρουλάκη – οι «εκσυγχρονιστές» της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ – και των «προεδρικών» της Νεολαίας (Παντ. Καμάς κ.α.). Πέριξ των δύο μηχανισμών διαμορφώνονταν προσωποπαγή δίκτυα βουλευτών ή κομματικών στελεχών που δημιουργούσαν ασταθείς και περιστασιακές συμμαχίες. Ο Βενιζέλος έτεινε να ανέχεται (και να αγνοεί) αυτή την ετερότητα, ακριβώς γιατί ο σχεδιασμός του ήταν αποκλειστικά με όρους κυβερνητικούς και χωρίς την παρέμβαση παράγοντα κόμμα. Έτσι, λειτουργούσε ως ένα σχεδόν μονοπρόσωπο κέντρο μέσα στο κόμμα, το οποίο χάρασσε τη στρατηγική και εκφωνούσε τον λόγο του κόμματος με κάποιους πολύ πιστούς ακόλουθους. Η Γεννηματά, από την άλλη πλευρά, η οποία εκκίνησε για να διεκδικήσει την ηγεσία το 2015 χωρίς να διαθέτει επί της ουσίας δικό της μηχανισμό, λειτούργησε σαν πόλος συσπείρωσης μηχανισμών και δικτύων, κάτι που της έδωσε, δεδομένης και της απόφασης του Ανδρουλάκη να μη διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος, επιρροή σε διαφόρους θύλακες ισχύος εντός της κομματικής οργάνωσης. Κοινό στοιχείο των στρατηγικών Βενιζέλου και Γεννηματά είναι η διαμόρφωση συμμαχιακών σχημάτων πέριξ του κόμματος (Πρωτοβουλία των 58, Δημοκρατική Παράταξη, Κίνημα Αλλαγής), τα οποία συσπείρωναν διάφορες μικρής επιρροής ομάδες, είχαν εν τέλει ως στόχο την επιβίωση του εναπομείναντος ΠΑΣΟΚ, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυαν τη ρευστή εσωκομματική ετερότητα.

Πρακτικά, η πιο έντονη κινητικότητα που επέδειξε ο Ν. Ανδρουλάκης από το 2016 και μετά, υποχρέωσε το εσωκομματικό μπλοκ της Γεννηματά σε έναν μεγαλύτερο συντονισμό, καθώς υπήρχε απέναντί του μια οργανωμένη αντιπολίτευση. Η Γεννηματά διευθέτησε αυτή την αντιπαράθεση με πρωτοφανείς για δημοκρατικό πολιτικό κόμμα πρακτικές εσωκομματικού αυταρχισμού: διάλυση όλων των συλλογικών οργάνων του ΠΑΣΟΚ τον Απρίλιο του 2017 υπό την πρόφαση διεξαγωγής έκτακτου συνεδρίου, κωλυσιεργία και άρνηση διεξαγωγής Συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ, ανάδειξή της σε μονοπρόσωπο και μοναδικό αιρετό όργανο του Κινήματος Αλλαγής, το οποίο υποκατέστησε το ΠΑΣΟΚ δίχως πρότερη συλλογική απόφαση του τελευταίου. Η κυριαρχία της Γεννηματά συνοδεύθηκε από την ολοκλήρωση της απαξίωσης του εναπομείναντος οργανωμένου ΠΑΣΟΚ και την ρευστοποίησή του στο σχηματισμό του Κινήματος Αλλαγής. Η συνθήκη της οργανωτικής αποδιάρθρωσης κατέστησε, ως ενός σημείου, το κόμμα ευεπίφορο τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ –ο οποίος εγκαλεί την πολιτική παράδοση του ανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ– όσο και στη Νέα Δημοκρατία – η οποία επιχειρεί να ενσωματώσει δυνάμεις του σημιτικού μπλοκ. Στην ουσία, η σταδιακή υποχώρηση του Κινήματος Αλλαγής ως δυνητικού ελάσσονος κυβερνητικού εταίρου, σε συνδυασμό με την εκλογική καχεξία και στασιμότητα, ευνοούν μεγαλύτερο κατακερματισμό και φυγόκεντρες τάσεις στη βάση του κόμματος.

Η σημερινή «ανθρωπογεωγραφία» του Κινήματος Αλλαγής

Σήμερα το εσωκομματικό πεδίο στο Κίνημα Αλλαγής διαμορφώνεται ως εξής: κάτω από την ομπρέλα της Γεννηματά υπάρχουν τρεις μηχανισμοί, ο παλαιός μηχανισμός των «προεδρικών» της Νεολαίας, ο μηχανισμός του εκπρόσωπου τύπου Π. Χρηστίδη (υπό συγκρότηση) και ο μηχανισμός του γραμματέα Μ. Χριστοδουλάκη (κυρίως η ΠΑΣΠ του ΕΜΠ, πλην των Πολιτικών Μηχανικών). Πέριξ της Γεννηματά συσπειρώνονται και οι εναπομείνασες εξω-πασοκικές δυνάμεις του Κινήματος Αλλαγής (Καμίνης, πρώην στελέχη ΔΗΜΑΡ). Σε μεγάλο βαθμό, η Γεννήματα ελέγχει την ΚΟ του Κινήματος Αλλαγής, αν και η εσωκομματική ρευστότητα αναμένεται ενδεχομένως να επιδράσει σε επιμέρους επιλογές κάποιων βουλευτών. Ως εναλλακτικός πόλος ισχύος εξακολουθεί να υφίσταται ο μηχανισμός του Ανδρουλάκη, ο οποίος φαίνεται πως εξακολουθεί να είναι λειτουργικός, με την έννοια ότι κατόρθωσε να τον επανεκλέξει στις πρόσφατες ευρωεκλογές και με αυτόν είναι ευθυγραμμισμένοι τρείς βουλευτές (Κωνσταντόπουλος, Μπιαγκής, Φραγγίδης). Από εκεί και πέρα υπάρχουν στελέχη τα οποία φέρουν ένα συμβολικό βάρος και τα οποία λειτουργούν ως ατομικοί πόλοι ισχύος (Λαλιώτης, Σκανδαλίδης, Λοβέρδος) και είναι σχετικά ευθυγραμμισμένα προς τις επιλογές της ηγεσίας και κάποιοι βουλευτές που προσπαθούν να διατηρήσουν μια σχετική αυτονομία (Κωνσταντινόπουλος, Κατρίνης, Γιαννακοπούλου). Ο Ευ. Βενιζέλος δραστηριοποιείται πλέον μέσω του «Κύκλου Ιδεών», διατηρώντας ωστόσο κάποιους υποστηρικτές εντός κόμματος με αντιπαραθετική διάθεση προς την ηγεσία. Ο Γ. Παπανδρέου διαθέτει και αυτός τη δική του εστία επιρροής εντός κόμματος και ΚΟ, όντας εκείνος ο παράγοντας που φαίνεται να ευνοεί περισσότερο τη σύγκλιση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Τέλος, ο Κ. Σημίτης εξακολουθεί να παρεμβαίνει με στρατηγικού τύπου τοποθετήσεις· μαζί με τον Βενιζέλο και τον Λοβέρδο βρίσκεται εγγύτερα σε μια λογική σύμπλευσης με τη ΝΔ σε μια αντι-ΣΥΡΙΖΑ βάση. Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του κόμματος (ΓΣΕΕ, πρώην ΔΕΚΟ, Δημόσιο) είναι αυτονομημένες από το κόμμα, επιδιώκοντας καλές σχέσεις με τους πάντες, ενώ κάτι αντίστοιχο φαίνεται να ισχύει και για τις αυτοδιοικητικές του δυνάμεις, οι οποίες αποτελούνται από δημοτικές παρατάξεις που απέφευγαν τη σαφή τους σύνδεση με το κόμμα.

Η περιγραφόμενη παραπάνω ετερότητα έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: δεν οργανώνεται γύρω από διακριτές ιδεολογικο-πολιτικές θέσεις. Με την εξαίρεση ίσως μιας συζήτησης για τις πιθανές συμμαχιακές συγκλίσεις του κόμματος, δεν εμφανίζεται να υπάρχει προβληματισμός γύρω από τα ιδεολογικά θεμέλια του κόμματος. Είναι ενδεικτικό ότι τα ιδρυτικά ντοκουμέντα του Κινήματος Αλλαγής αποτελούσαν συμπίλημα ιδεών και προτάσεων από πολλαπλές πολιτικές παραδόσεις, χωρίς να επιτυγχάνεται μια ουσιαστική ιδεολογική σύνθεση (η όποια προγραμματικού τύπου σύνθεση έχει νεοφιλελεύθερες απολήξεις), ενώ και ο ίδιος ο λόγος της Γεννηματά από το 2015 είναι κυρίως συνθηματολογικού ύφους και εκφοράς. Το γεγονός δε ότι η δομή τού από τα πάνω κατηργημένου ΠΑΣΟΚ, αντικαταστάθηκε σχεδόν άμεσα από τα όργανα του Κινήματος Αλλαγής, δεν συνοδεύτηκε και από μια αντίστοιχη αναζωογόνηση της εσωκομματικής λειτουργίας. Οι διάφορες εσωκομματικές κινήσεις, προσωποπαγείς και αποϊδεολογικοποιημένες, συναντιούνται στη βάση της κοινής μέριμνας του να διατηρηθεί ο μικρός ενδιάμεσος χώρος κοντά στα τρέχοντα εκλογικά δεδομένα, για να υπάρχει η δυνατότητα της αναπαραγωγής της σημερινής κομματικής γραφειοκρατίας. Σε αυτό αποσκοπεί στην πραγματικότητα η στρατηγική της επιβίωσης: στην αναπαραγωγή των προσώπων, τα οποία πλέον σε ένα μικρό κόμμα, ασχέτως της ατομικής πολιτικής τους σταδιοδρομίας, αποκτούν δυνατότητες κεντρικής παρέμβασης και διεκδίκησης κάποιας επιρροής. Και εδώ αξίζει να επισημανθεί ένα κρίσιμο στοιχείο: το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αξιοποίησε ήδη από το 2015 πολλά παλαιά μικρομεσαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ για να στελεχώσει θέσεις στο κράτος, αλλά και η αντίστοιχη προσπάθεια προσεταιρισμού πρώην πασοκικών στελεχών από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αποψίλωσε επί της ουσίας το κόμμα από τα μεσαία του στελέχη, τα οποία αποτελούσαν και την κινητήρια δύναμη του ηγεμονικού κόμματος ΠΑΣΟΚ.

Το στρατηγικό αδιέξοδο του Κινήματος Αλλαγής

Προφανώς, όλες αυτές οι εξελίξεις δεν είναι απλά φαινόμενα της συγκυρίας, αλλά είναι απόρροια του γεγονότος ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν το υπόδειγμα κόμματος του κράτους με όλες τις συνέπειες της διαδικασίας της κρατικοποίησης, ιδίως στη συλλογική λειτουργία και στο ρόλο του οργανωμένου κόμματος. Μετά την κατάρρευση του 2012, το ΠΑΣΟΚ παρέμεινε ένα κόμμα παραγόντων, με μια περιορισμένη βάση κοινωνικής επιρροής, που εν τέλει προσπαθούσε να διασφαλίσει για τον εαυτό τον ρόλο του δυνητικού ήσσονος κυβερνητικού εταίρου. Αυτό δημιουργεί μια εγγενή αντίφαση: Εάν η κρατικοποίηση κατέστησε το ΠΑΣΟΚ αδύναμο να διαχειριστεί τις κοινωνικές συνέπειες της διαχείρισης της κρίσης του 2010 και ευάλωτο σε μεγάλες εκλογικές διαρροές, τότε ενδεχομένως μια προσπάθεια απόσυρσης από το κράτος και επιστροφής στην κοινωνία να δημιουργούσε όρους πολιτικής ανάταξης. Ωστόσο, το πολιτικό υποκείμενο ΠΑΣΟΚ, ιδίως στη φάση της από τα κάτω αποδιάρθρωσης του, παρέμεινε μια πολιτικο-οργανωτική δομή αποδυναμωμένων παραγόντων, που μπορούσαν μόνο να αναπαραχθούν διαμέσου του κράτους και ήταν εξαρτημένοι εν τέλει από αυτό. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά εκτός του κράτους και εντός της κοινωνίας. Έτσι, το Κίνημα Αλλαγής βρίσκεται σε μια κατάσταση λίμπο. Δεν μπορεί να επιστρέψει στο κράτος, διότι σαν ήσσων κυβερνητικός εταίρος είτε του ΣΥΡΙΖΑ είτε της ΝΔ κινδυνεύει να απορροφηθεί από αυτά τα δύο κόμματα. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορεί να επιστρέψει και στην κοινωνία, καθώς είναι στερημένο από τα εργαλεία της κοινωνικής κινητοποίησης, έχοντας παραμείνει ένας αμιγώς εκλογικός μηχανισμός που έλκει τη συγκινησιακή ψήφο των μεγαλύτερων ηλικιών. Τι του μένει; Η διατήρηση της κοινοβουλευτικής παρουσίας, που παρέχει εκ των πραγμάτων ορατότητα και πρόσβαση στα ΜΜΕ και η προσδοκία ότι η επιχειρούμενη ανασυγκρότηση στον ΣΥΡΙΖΑ θα αποτύχει (τόσο στην ποσοτική όσο και στην ποιοτική της διάσταση) και άρα αυτό θα του επιτρέψει να αποφύγει περαιτέρω απώλειες. Η τύχη του, επομένως, δεν θα κριθεί από το ίδιο.

Σημειώσεις:

Βλ. Π. Κουστένης, «Ο εκλογικός κύκλος της κρίσης», Εφημερίδα των Συντακτών, 13 Ιουλίου 2019

Για περαιτέρω στοιχεία αυτής της ιστορικής επισκόπησης μέχρι και σήμερα βλ. Β. Ασημακόπουλος και Χρ. Τάσσης, «ΠΑΣΟΚ: Σταθμοί και όρια στη διαμόρφωση και εξέλιξη του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος (1974-2018)» στο ΠΑΣΟΚ, 1974-2018: Πολιτική Οργάνωση-Ιδεολογικές Μετατοπίσεις-Κυβερνητικές Πολιτικές (Gutenberg 2018).



ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ