Τα αποτελέσματα των εκλογών και η στρατηγική της Κέντρο / Αριστεράς (του Χρύσανθου Τάσση)

Τα αποτελέσματα των εκλογών και η στρατηγική της Κέντρο / Αριστεράς
Χρύσανθος Δ. Τάσσης (Λέκτορας με αντικείμενο Πολιτική Κοινωνιολογία και Ελληνικό Πολιτικό Σύστημα, στο Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα Ενθέματα της Αυγής της Κυριακής, 14-7-2019.

Το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών επηρεάστηκε αποφασιστικά από το αποτέλεσμα των εκλογών για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο πλαίσιο αυτό η απόφαση του Α. Τσίπρα να αναγάγει τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από εκλογές "δεύτερης τάξης", σε εκλογές "πρώτης τάξης", και η "αναπάντεχη" ήττα οδήγησε αναπόφευκτα στις εθνικές εκλογές με τη "βέβαιη" εκλογική επικράτηση της ΝΔ. Η συγκεκριμένη απόφαση βασίστηκε σε μια πρακτική που έχει υιοθετήσει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήδη πριν από τις εκλογές του 2015 να θέτει τη στρατηγική του κόμματος, που για ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σημαίνει την αλλαγή της κοινωνικής πραγματικότητας υπό την τακτική με προτεραιότητα την εκλογική στόχευση μια τακτική που ήταν πετυχημένη στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας το 2015. Ωστόσο, η συγκυρία του 2019 είχε διαφοροποιηθεί σημαντικά για το (κυβερνητικό πλέον) κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ύστερα από 4,5 χρόνια κυβερνητικής πορείας ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζει σημάδια προσαρμογής, καθώς η πολιτική πρακτική έδωσε έμφαση σχεδόν αποκλειστικά στο κυβερνητικό σκέλος (party in public office), ενώ ο παράγοντας κόμμα, είτε σε κεντρικό επίπεδο (party in central office) είτε σε τοπικό επίπεδο (party on the ground) έμειναν ανενεργά τόσο στο σχεδιασμό και στην υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής, όσο και στην παραγωγή του πολιτικού προσωπικού. Η υποχώρηση του παράγοντα πολιτικό κόμμα και η έμφαση στο εκτελεστικό σκέλος της πολιτικής, οδηγεί στην γρήγορη ενσωμάτωση του (κυβερνητικού) κόμματος στην λογική του (καπιταλιστικού) κράτους, καθώς ο παράγοντας κόμμα, αποτελεί σύνδεσμο μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Επίσης, ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπήρχε μόνο μια πολιτική συμμαχία (επιχειρηματικά συμφέροντα των ΜΜΕ, ΝΔ, ΚΙΝΑΛ), αλλά και μια κοινωνική συμμαχία, με όσους τάχθηκαν υπέρ του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα, τη μικρή επιχειρηματική τάξη η οποία επιβαρύνθηκε με μεγάλους φόρους, αλλά και ένα κομμάτι των συνταξιούχων για τους οποίους η εκλογική συμπεριφορά παραμένει παραδοσιακά σχετικά αμετάβλητη. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί και η αρνητική συγκυρία το 2015 τόσο από την Ευρωπαϊκή Χριστιανοδημοκρατία όσο και από την Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία να αποδεχθούν ένα κυβερνητικό κόμμα με εναλλακτική πολιτική. Η σκληρή διαπραγμάτευση η οποία οδήγησε στο αδιέξοδο του Ιουλίου του 2015, είχε ως αποτέλεσμα την οδυνηρή προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, όπως καταγράφηκε στη συμφωνία με του Εταίρους, αλλά και την μεγάλη διάσπαση του κόμματος. Η δημιουργία των ΛΑΕ, Πλεύση Ελευθερίας, Μέρα25, παρότι δεν προκάλεσε εκλογικές απώλειες στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, δημιούργησε ωστόσο κριτική πίεση και αμφισβήτηση από τα αριστερά του κομματικού ανταγωνισμού. Σε συνδυασμό με την αδυναμία του κόμματος να οικοδομήσει μια μεγάλη κομματική οργάνωση, στέρησε στον ΣΥΡΙΖΑ την δυνατότητα να πολιτικοποιήσει την κοινωνία, μια τάση η οποία καταγράφηκε με την εκλογική κατάρρευση στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές.
Από την άλλη το ΚΙΝΑΛ, ηττήθηκε στρατηγικά, καθώς η στρατηγική ίσων αποστάσεων, «διμέτωπου αγώνα» κατά της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ, με περισσότερο αντι-ΣΥΡΙΖΑ λογική, με σκοπό να επαναπατρίσει ψηφοφόρους δεν πέτυχε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά συνεχίζεται η διαρροή στελεχών και προς τη ΝΔ πλέον, όπως έδειξε η σύνθεση της νέας κυβέρνησης. Η συγκεκριμένη στρατηγική έχει δοκιμαστεί στο ελληνικό κομματικό σύστημα σε δυο περιπτώσεις με καταστροφικά αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση του 1946 όταν το φιλελεύθερο κόμμα συμμάχησε με τη Δεξιά και ουσιαστικά διεξήγαγε τον Εμφύλιο, αλλά και η μεταπολιτευτική ΕΚ-ΝΔ κράτησε ίσες αποστάσεις μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Αντίθετα, η προδικτατορική ΕΚ απέκτησε πολιτική και εκλογική δυναμική, γιατί υιοθέτησε τον ανένδοτο αντιδεξιό αγώνα μετά τις εκλογές του 1961, και γιατί κατάφερε να εκφράσει την μεγάλη κοινωνική συμμαχία της Κεντροαριστεράς της δεκαετίας του 1960. Χαρακτηριστικό αυτής της στρατηγικής είναι η απόφαση της ΕΔΑ στις εκλογές του 1964 να μην κατεβάσει υποψήφιους στις περιφέρειες που δεν είχε εκλογική δυναμική (υπο)στηρίζοντας ουσιαστικά την ΕΚ. Και βέβαια το ΠΑΣΟΚ το οποίο με την ιδρυτική διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη και την υιοθέτηση της οργανωτικής δομής του κόμματος μαζών αυτο-προσδιορίστηκε στη σοσιαλιστική Αριστερά και υιοθέτησε αντι-δεξιά ρητορεία. Με αυτό τον τρόπο αναδείχθηκε ως το βασικό κόμμα της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και εξέφρασε τα βασικά προτάγματα της ελληνικής κοινωνίας: Τον ριζοσπαστισμό τη δεκαετία του 1970, την Αλλαγή τη δεκαετία του 1980 και τον εκσυγχρονισμό τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο, η όσμωση του κόμματος με το κράτος οδήγησε στην τελικά στην πολιτική του κρατικοποίηση, που εκφράζεται με την αλλαγή στην οργανωτική του δομή, στον μετασχηματισμό του δηλαδή σε ένα ιδιότυπο κόμμα καρτελοποιημένων στελεχών, και την αλλαγή την ιδεολογία του με την πλήρη αποδοχή του νεοφιλελευθερισμού και την αλλαγή στη στρατηγική του με τη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ. Οι συγκεκριμένοι (οργανωτικοί, ιδεολογικοί και στρατηγικοί) μετασχηματισμοί οι οποίοι πραγματοποιούνται σταδιακά από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οδηγούν τελικά στην εκλογική κατάρρευση στις εκλογές του 2012, μια διαδικασία κρίσης η οποία έχει περιγραφεί με τον όρο πασοκοποίηση / pasokification ο οποίος περιγράφει την πολιτική και εκλογική κατάρρευση του κόμματος των ελλήνων σοσιαλιστών.

2370353
2370353








Παρά το γεγονός ότι συνολικά η Κεντρο - Αριστερά φαίνεται να έχει πολιτική υποχώρηση, το 31,5% που κατάφερε να συγκεντρώσει ο ΣΥΡΙΖΑ σηματοδοτεί πως το κόμμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν αποτελεί συγκυριακό πολιτικό φαινόμενο στο κομματικό σύστημα, αλλά παγιώνεται, και ηγεμονεύει στο Κεντρο- Αριστερό φάσμα του κομματικού ανταγωνισμού ως δυνάμει κυβερνητικό κόμμα. Ωστόσο η κοινωνική αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγαλύτερη από την πολιτική του αποδοχή. Έτσι, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 αποτέλεσε τη δημοκρατική απάντηση στην κρίση εκπροσώπησης, το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού. Για να ηγεμονεύει ένα κόμμα, θα πρέπει να συνδυάζει μια πλατιά κοινωνική συμμαχία, σε συνδυασμό με μια μορφή οργανωτικής δομής μαζικού κόμματος ώστε να μπορέσει να πολιτικοποιήσει την κοινωνία με βάση ένα πολιτικό / κυβερνητικό πρόγραμμα. Με αυτό τον τρόπο ένα κόμμα κυριαρχεί και εκλογικά. Αυτή είναι η κλασσική μορφή κόμματος μαζών με όρους εκλογικής κινητοποίησης που κυριάρχησε την εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού. Στις σύγχρονες συνθήκες, ωστόσο, εγείρονται ερωτηματικά γύρω από την αποτελεσματικότητα της δομής του κόμματος μαζών, καθώς φαίνεται να ανταποκρίνεται σε έναν διαφορετικό κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο οι επικριτές της μαζικής οργάνωσης οδήγησαν τον κύριο εκφραστή της, τα κόμματα της σοσιαλιστικής οικογένειας στον πλήρη μετασχηματισμό τους σε κρατικοποιημένα / νεοφιλελεύθερα κόμματα.


dimotikes ekloges 2019 03804350
dimotikes ekloges 2019 03804350





Έτσι, το μεγάλο ερωτηματικό για την επόμενη ημέρα είναι η οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ όπως ανέφερε στην ομιλία του ο Α. Τσίπρας. Ωστόσο ο μετασχηματισμός της οργανωτικής δομής του κόμματος και η διαδικασία της διεύρυνσης δεν είναι μια απλή αριθμητική διαδικασία, αλλά είναι πρωτίστως πολιτική και δυναμική. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα χρησιμοποιήσει την πολιτική και εκλογική του διεύρυνση και διείσδυση σε κοινωνικά στρώματα που παραδοσιακά εκφράζονταν κυρίως από το ΠΑΣΟΚ για να οικοδομήσει ένα κόμμα-δίκτυο, να μετασχηματιστεί δηλαδή από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε μια χαλαρή παράταξη με χαρακτηριστικά Κεντροαριστεράς, ή θα προσπαθήσει να οικοδομήσει ένα μαζικό κόμμα το οποίο θα εκφράσει εκείνες τις κοινωνικές ομάδες και στρώματα τα οποία πλήττονται από τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές του «ολικού καπιταλισμού». Σε αυτό το πλαίσιο το άνοιγμα της οργάνωσης σε ευρύτερες δυνάμεις της κομμουνιστικής, της σοσιαλιστικής, της ριζοσπαστικής και της οικολογικής Αριστεράς αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την πολιτικοποίηση της κοινωνίας, στα ζητήματα του κοινωνικού κράτους, της συλλογικής κατανάλωσης, των δημόσιων αγαθών, της μείωσης των ανισοτήτων, της προοδευτικής φορολόγησης, της δημοκρατικοποίησης της ΕΕ. Τα συγκεκριμένα ζητήματα οποία αποτελούν τους κρίσιμους τομείς της πολιτικής, το πεδίο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης και αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής και τελικά σε συνδυασμό με μια μεγάλη πολιτικοποιημένη και δημοκρατική οργάνωση προσφέρει όχι μόνο τη δυνατότητα για την εκλογική επιτυχία, αλλά και την εφαρμογή ενός εναλλακτικού / ριζοσπαστικού κυβερνητικού προγράμματος. 









ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ