Οικολογία, Κοινωνία και Εργασία - 6o μέρος

Η επίλυση του προβλήματος που παίρνει διλημματική μορφή, δηλαδή από τη μια πλευρά προτεραιότητα στη βραχυπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη και μεγέθυνση και από την άλλη παράλληλη και αλληλοσυνδεόμενη μακροπρόθεσμη οικονομική και οικολογική ανάπτυξη λαμβάνει τρεις διαστάσεις που πρέπει να συνυπολογιστούν. Η αξιολογική, δηλαδή η υποκατάσταση της αρχής της κεφαλαιακής αποδοτικότητας από την αρχή της κοινωνικής χρησιμότητας (αξία ανταλλαγής από αξία χρήσης). Η πολιτική, δηλαδή η αυτονομία και αυτοδιαχείριση που συνεπάγεται ουσιαστικά και τον εξανθρωπισμό της βιομηχανικής (αλλά και όχι μόνο βιομηχανικής) επιχείρησης και τη δημιουργία μονάδων παραγωγής φιλικών προς το φυσικό, ανθρωπογενές και πολιτισμικό περιβάλλον στις οποίες οι εργαζόμενοι θα έχουν άμεση γνώση και επαφή με το τελικό προϊόν της εργασίας τους και την κατανομή του. Η τεχνική διάσταση, δηλαδή η εξάλειψη των συνθηκών εκείνων που οδηγούν στα φαινόμενα της αλλοτρίωσης και της αποξένωσης των εργαζομένων από την ίδια τους την εργασία.



1a
1a



Οι τρεις αυτές διαστάσεις στοιχειοθετούν το βασικό πλαίσιο που οριοθετεί την κεντρική για το οικολογικό κίνημα έννοια της βιώσιμης ή αειφόρου ανάπτυξης που ουσιαστικά σημαίνει ανάπτυξη συμβατή και φιλική με το περιβάλλον. Αυτή η βασική θέση συνδέεται άμεσα με την άλλη θέση που διέπει τη φιλοσοφία της διαχείρισης των πόρων τόσο σε τοπικό και εθνικό επίπεδο όσο και σε διεθνές, πλανητικό επίπεδο [1]. Περιβαλλοντική υποβάθμιση, αντιθέτως, σημαίνει "μη βιώσιμη ανάπτυξη". Αν διαβάσουμε και μελετήσουμε σε βάθος τα διεθνή οικονομικά στοιχεία, τις οικολογικές αναλύσεις, ενδεχομένως να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι «υπάρχουν κοινές αιτίες περιβαλλοντικής υποβάθμισης, ανεξαρτήτως τόπου, κουλτούρας και ανάπτυξης» και να διαπιστώσουμε ότι «η οικονομική ανάπτυξη από μόνη της ούτε προκαλεί ούτε θεραπεύει την περιβαλλοντική υποβάθμιση» [2].





1b
1b




Προϋποθέσεις που τίθενται για την κίνηση στην κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης θεωρούνται, η καλύτερη αξιοποίηση των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων των εργαζομένων και του συνόλου των πολιτών, η σώφρων διαχείριση και διαφύλαξη των περιβαλλοντικών πόρων και, τέλος, η χρήση της πλέον καθαρής τεχνολογίας. Η καθαρή τεχνολογία πέραν των επιπτώσεών της στη βελτίωση του περιβάλλοντος λόγω της μειωμένης ανάγκης σε περιβαλλοντικούς πόρους είναι σε θέση να επιφέρει υψηλούς δείκτες εργασιακής απασχόλησης με τις νέες υπηρεσίες με τις νέες υπηρεσίες επισκευής και ανακύκλωσης προϊόντων που θα απαιτούνται. Ο ρόλος του δημόσιου τομέα, των κρατικών αρχών και υπηρεσιών και, πάνω απ’ όλα, των κοινωνικών κινημάτων διαγράφεται σημαντικός σε μια τέτοια προοπτική : «οφείλουν να δημιουργήσουν το απαραίτητο πλαίσιο και τις προϋποθέσεις, να δημιουργήσουν κίνητρα και να άρουν τα εμπόδια ώστε να διευκολύνουν τα άτομα και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να αντεπεξέλθουν στους ρόλους που τους αναλογούν» [3]. Ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων όμως που σχετίζονται με το περιβάλλον και την οικολογία είναι ακόμη πιο καθοριστικός : κινητοποίηση για την πίεση του κράτους από τη μια για αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης προς την βιώσιμη ανάπτυξη και από την άλλη να δημιουργήσουν συνθήκες ανατροπής δομών και θεσμών που σχετίζονται πρώτα και κύρια με την λογική του κέρδους ως του μοναδικού και παντοδυνάμου κριτηρίου ανάπτυξης. Θέτουν, δηλαδή, ζήτημα ουσιαστικής αμφισβήτησης του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και όχι απλού "πρασινίσματός του"[4]. Οι θέσεις των θεωρητικών ρευμάτων σε διεθνές επίπεδο [5] μας είναι χρήσιμες για να εξετάσουμε το κατά πόσο τα ελληνικά πολιτικά κόμματα ενημερώνονται κι αφομοιώνουν κριτικά αυτούς τους προβληματισμούς.









Πρώτα απ’ όλα, η φιλελεύθερη θέση συνοψίζεται στη φράση «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η λογική αυτή επισημαίνει πως οι εξωτερικές επιβαρύνσεις λόγω της ρύπανσης που επιφέρει η οικονομική δράση πρέπει να αντιμετωπίζονται από τα ενδιαφερόμενα μέρη και μόνο μέσα από ελεύθερες διαπραγματεύσεις. Η ίδια η αγορά με τη δική της λογική μπορεί να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά το ζήτημα αν συμφωνηθεί να δοθούν τιμές στα ελεύθερα αγαθά που πρόσφερε στο παρελθόν απλόχερα η φύση και με κατεύθυνση την ιδιοποίηση με τη λογική της ατομικής ιδιοκτησίας των πηγών αυτών. Η συνεπαγωγή της σκέψης αυτής είναι να ρυθμίζονται οι ρυθμοί ανάλωσής τους σύμφωνα με τους ρυθμούς της ζήτησής τους. Η νεο-φιλελεύθερη αυτή αντίληψη είναι φανερό ότι υπερβαίνει τη θέση του J. Locke και ωθεί στην εμπορευματικοποίηση όλων των ελεύθερων αγαθών που αναγνώριζε η κλασική πολιτική οικονομία [6] και τα οποία ήταν ιδιοκτησία του συνόλου της ανθρωπότητας και της φύσης. Άρα για τους νέους φιλελεύθερους ο πράσινος καπιταλισμός είναι το μέλλον της ανθρωπότητας και της φύσης [7]









Ο μηχανισμός της αγοράς, θεωρούν οι σοσιαλδημοκρατικής προέλευσης και οι νεοκεϋνσιανοί πολιτικοί και οικονομολόγοι, όπως λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες του οικονομικού φιλελευθερισμού αδυνατεί να λάβει υπ’ όψιν του τις εξωτερικές επιβαρύνσεις της παραγωγής στην κοστολόγηση και τιμολόγηση του προϊόντος, με συνέπεια να πρέπει το κράτος να αναλάβει να παρέμβει για την προστασία του περιβάλλοντος. Ο πράσινος φόρος είναι η βασική πολιτική παρέμβασης του κράτους που βοηθάει στην εσωτερίκευση της εξωτερικής επιβάρυνσης στην τιμή του προϊόντος ώστε να εξισωθούν τα δυο κόστη : το ιδιωτικό και το κοινωνικό. Η κρατική παρέμβαση, εθνική αλλά και διεθνής στο βαθμό που διεθνοποιείται η οικολογική κρίση θεωρείται απαραίτητη, γιατί η μεγαλύτερη αδυναμία της αγοράς είναι κυρίως η αδυναμία επακριβούς εξακρίβωσης και μέτρησης της εξωτερικής επιβάρυνσης, που μπορεί να γίνει μόνο μέσω των συγκεντρωμένων, ή και αποκεντρωμένων, θεσμών του κράτους (υπουργεία, τοπική αυτοδιοίκηση, πανεπιστημιακές μονάδες και ινστιτούτα ερευνών)










Πέρα από το νέο φιλελευθερισμό και τη νεοκεϋνσιανή σοσιαλδημοκρατία που αναγνώρισαν το πρόβλημα της μόλυνσης του περιβάλλοντος και πρότειναν λύσεις ανάλογα με τη βασική λογική τους, η Αριστερά, τουλάχιστον στις επίσημες και κρατικές εκδοχές του, είτε αγνοούσε το πρόβλημα έχοντας ως κύριους στόχους του την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων με κατεύθυνση το σοσιαλισμό και την κάλυψη των βασικών καταναλωτικών αναγκών των ανθρώπων είτε το θεωρούσε δευτερεύον και το απέδιδε στα παραπροϊόντα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής υποσχόμενος τη λύση του στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας ως πρόβλημα τεχνικής και μόνο. Η κρατική αριστερά των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της μόλυνσης του περιβάλλοντος στις κοινωνίες αυτές και μετά το ατύχημα του Chernobyl αποδείχτηκε περίτρανα ότι η μόλυνση στις κοινωνίες αυτές είχε χειρότερες τιμές απ’ ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες. Όμως κριτικές φωνές και δυνάμεις υπήρξαν και μέσα στα πλαίσια του χώρου αυτού της παραδοσιακής αριστεράς που, αργά ή γρήγορα, σε ορισμένες περιπτώσεις στη Δυτική Ευρώπη κατάφεραν να επιβάλουν την άποψή τους στους πολιτικούς τους φορείς.







[1] Βλ. Σιούτη Γ., (1995α) ο.ε.π. , σ.σ. 75 - 8 και Dobson A., (1995), σ.σ. 17 - 9.

[2] Βλ. Ξεπαπαδέας Αν., (1995), ο.ε.π. , σ.σ. 179 - 95, ο οποίος και καταλήγει στο εξής συμπέρασμα : «Η ανάγκη διαμόρφωσης συντονισμένης βιομηχανικής περιβαλλοντικής πολιτικής θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα επειδή τα εμπειρικά στοιχεία δείχνουν ότι η παραγωγική διαδικασία στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλή ένταση εκπομπών σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επομένως το συγκριτικό κόστος της ελληνικής οικονομίας για την προσαρμογή στην Ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική αναμένεται ότι θα είναι υψηλό». ο.ε.π. σελ. 195.

[3] Βλ. Σιούτη Γ. (1995α), ο.ε.π. σ.σ. 80 - 1.

[4] Σιούτη Γ.Π., (1995), «Βιώσιμη Ανάπτυξη και Προστασία του Περιβάλλοντος» στο Σκούρτος Μ.Σ. & Σοφούλης Κ.Μ. (επιμ.), Η Περιβαλλοντική Πολιτική στην Ελλάδα: Ανάλυση του Περιβαλλοντικού Προβλήματος από τη Σκοπιά των Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα, Εκδόσεις Τυπωθήτω - Γιώργος Δαρδανός, σ.σ. 73 - 86. Επίσης βλ. Σιούτη Γ., (1995β), «Βιώσιμη Ανάπτυξη και Προστασία του Περιβάλλοντος» στο συλλογικό Περιφερειακή ανάπτυξη, χωροταξία και περιβάλλον στο πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης : Πολιτικές του περιβάλλοντος και ανάπτυξη, Τόμος ΙΙΙ, Αθήνα, Κοινή έκδοση Συνδέσμου Ελλήνων Περιφερειολόγων & Επιθεώρησης Αστικών και Περιφερειακών Μελετών ΤΟΠΟΣ, σ.σ. 43-50.


[5] Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. • Διαμαντόπουλος Θανάσης, (1992), Οικολογισμός και Πολιτική, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση.


σ.σ. 22-32 και Ναξάκης Χάρης, (1997), «Τα πολιτικά ρεύματα στην οικολογία» στο περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 59, Απρίλιος - Ιούνιος ‘97, σ.σ. 133 - 42.


[6] Βλ Λοκ Τζων, (1990), Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως, Αθήνα, Εκδόσεις Γνώση και για κριτική επισήμανση των μεθοδολογικών και πολιτικών προβλημάτων που σημαδεύουν τη γέννηση του φιλελευθερισμού βλ. Αγγελίδης Μανόλης, (1994), Η γένεση του φιλελευθερισμού : προβλήματα σύστασης του πολιτικού σε θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, Αθήνα, Εκδόσεις Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα.


ιδίως σ.σ. 161 - 192.

[7] Για την κριτική από τη σκοπιά της πολιτικής οικολογίας βλ. Μαντότο Ρίτα, (1996), Ο οικοκαπιταλισμός : Το περιβάλλον ως μεγάλη επιχείρηση, Αθήνα, Εκδόσεις Στάχυ, Σειρά: Κοινωνία και Περιβάλλον 2.


ιδίως σ.σ. 139 - 158.


Θανάσης Τσακίρης

ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ