ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ ( ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ)

 imagesΓΙΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ ( ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ)

Η ελληνική κυβέρνηση επιτέλεσε το ιστορικό της καθήκον. Κατέληξε μέσα από σωστούς διπλωματικούς χειρισμούς σε μια συμφωνία, που καλύπτει πλήρως το εθνικό συμφέρον και την εθνική θέση της χώρας μας.

Στις Πρέσπες υπογράψαμε μια πολύ σημαντική συμφωνία, που κατοχυρώνει όλα αυτά που οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ απέτυχαν να υπερασπιστούν ή να συμπεριλάβουν σε μια λύση του Μακεδονικού τα τελευταία 27 χρόνια.

 Τα οφέλη από αυτήν την εξέλιξη είναι πολλά με κυρίαρχο τη συμβολή της στη διασφάλιση της ειρήνης και της συνεργασίας των δύο γειτονικών λαών. Τα 25 χρόνια που πέρασαν από την περίοδο 1992-93 και το «Μακεδονικό» δεν ήταν «ανέξοδα» για εμάς. Η Ελλάδα θα βρισκόταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση σήμερα αν το ζήτημα της ονομασίας είχε επιλυθεί από τότε. Ο ακατονόμαστος γείτονας θα είχε ενταχθεί στην ΕΕ από το 2007 μαζί με Βουλγαρία και Ρουμανία και στο ΝΑΤΟ το αργότερο το 2009. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα σημαντική διεύρυνση των βορείων συνόρων μας με χώρες της ΕΕ, ταχύτερη ανάπτυξη των οδικών μεταφορών με την Κεντρική Ευρώπη, μείωση κόστους για τις εξαγωγές μας, περισσότερες αφίξεις τουριστών στη Β. Ελλάδα, λόγω υψηλότερου ατομικού εισοδήματος των γειτόνων.

Αυτή η συμφωνία ανταποκρίνεται απόλυτα στην εθνική γραμμή για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και για χρήση erga omnes, ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνει την υποχρέωση της γείτονος να προχωρήσει σε συνταγματική αναθεώρηση που θα διασφαλίζει την απαλοιφή όλων των αλυτρωτικών αναφορών από το σύνταγμα της FYROM. συμβολή της στη διασφάλιση της ειρήνης και της συνεργασίας των δύο γειτονικών λαών. Με βάση το άρθρο 7 της συμφωνίας χαρτογραφείται με σαφήνεια η διάκριση μεταξύ του σλαβικού χαρακτήρα του σύγχρονου "μακεδονικού" κράτους και της αρχαίας ελληνικής ιστορίας της Μακεδονίας.

 Σε τι συμβιβαστήκαμε τελικά;

Παρά τα όσα πολύ σημαντικά αποσπάσαμε, η συμφωνία αυτή είναι προϊόν συμβιβασμού, όπως κάθε διεθνής συμφωνία που δεν προκύπτει από πόλεμο και παράδοση άνευ όρων του αντιπάλου.

Συμβιβαστήκαμε στην απόδοση της ιθαγένειας “Μακεδόνας” προσθέτοντας όμως στον ήδη υπαρκτό όρο στα διαβατήρια των γειτόνων μας, τον προσδιορισμό “Πολίτης της Βόρειας Μακεδονίας”. Να σημειώσουμε εδώ ότι καμία εθνότητα δεν αναγνωρίζεται στη Συμφωνία, καθότι το Διεθνές Δίκαιο δεν περιέχει ορισμό του έθνους ή του λαού. Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, η σύμβαση που υπογράψαμε να αναγνωρίζει έθνος. Το μόνο που κάνει είναι να μιλά για την ιθαγένεια.

Μας κατηγορούν ότι συμβιβαστήκαμε και στην ονομασία της γλώσσας. Βέβαια και εδώ μπήκαν προσδιορισμοί που κατοχυρώνουν νομικά για πρώτη φορά τον διαχωρισμό αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς και σλαβομακεδονικής. Είδαμε τι σημαίνει για τη χώρα μας και την εξωτερική της πολιτική η επίλυση του Μακεδονικού. Όμως πρέπει να δούμε και τις εσωτερικές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες.

Είναι γεγονός ότι το Μακεδονικό ζήτημα στις αρχές της δεκαετίας '90 έστρωσε την καριέρα επαγγελματιών “μακεδονομάχων”, ολόκληρων μηχανισμών της βορειοελλαδίτικης δεξιάς και όχι μόνο από πολιτευτές, επιχειρηματίες-κομματάρχες, προέδρους μακεδονικών συλλόγων, σοβινιστές διανοούμενους και αρθρογράφους, που εμπορεύονταν Μακεδονία και αποκτούσαν επιρροή.

Στα τέλη της δεκαετίας του '80, μετά τον εκδημοκρατισμό της μεταπολίτευσης και το ξήλωμα πολλών (όχι όλων) παρακρατικών μηχανισμών, αλλά και την εξάλειψη του δήθεν “από βορρά κομμουνιστικού κινδύνου” αυτοί οι μηχανισμοί κλονίζονταν, έχαναν λόγο ύπαρξης και αντικείμενο. Και τότε ενέσκηψε το Μακεδονικό. Ώστε οι μηχανισμοί αυτοί να συνεχίσουν τη δουλειά τους, να συνεχίσουν να ελέγχουν. Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η θλιβερή μυωπία μιας ορισμένης αριστεράς, με βασικό εκφραστή το ΚΚΕ, που επικαλείται το ψευδοεπιχείρημα ότι η επίλυση του Μακεδονικού υπαγορεύεται από ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, προκειμένου να αναιρέσει την ιστορικά σωστή θέση που είχε από το 1992. Ένας ισχυρός πολιτικός και ιδεολογικός αντίπαλος συνάντησε την πρώτη του ήττα από μια αριστερά που δεν ομνύει στον σοβινισμό, αλλά στον δημοκρατικό πατριωτισμό.  Το ΚΚΕ στέκεται υπόλογο στην ίδια του την ιστορία.

Κατά συνέπεια οι εθνικιστικές κορώνες από τα δεξιά κόμματα και τα εθνικιστικά μορφώματα και από τις δύο πλευρές, που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τα πατριωτικά αισθήματα των δύο λαών, στοχεύουν σε αμιγώς κομματικά και σε καμία περίπτωση εθνικά συμφέροντα.

Αντίθετα, όλοι οι δημοκρατικοί πολίτες και στις δύο χώρες βλέπουν καθαρά πως οι αμοιβαίως επωφελείς εκτεταμένες οικονομικές συναλλαγές που θα προκύψουν από τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) είναι θεμέλια οικοδόμησης του ειρηνικού μέλλοντος των δύο λαών.

Έτσι, έχοντας επιλύσει το μεγαλύτερο μέρος των προβλημάτων μας, μπορούμε τώρα να επικεντρωθούμε στην οικοδόμηση μιας μακροχρόνιας φιλίας, που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο συνεργασίας και συνύπαρξης για όλους τους βαλκανικούς λαούς, ενώ ταυτόχρονα θα περιορίζουμε δραματικά τις βλέψεις για “μεγάλα” βαλκανικά κράτη και τόξα θρησκευτικής επιρροής, από όπου και αν προέρχονται και κυρίως εξ Ανατολών.

 Ηλιούπολη 17.7.2018

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΣΥΡΙΖΑ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ

 

ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ